Legislator Case Law & Legislation
1168/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank's liability for interest on secured debt under Greek pledge law.

Case Number 1168/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The lower court held the bank liable for interest payments on a secured debt from 2000 to 2004 based on a pledge agreement. The court ruled that the bank's duty to pay interest was inherent in its role as the pledgee under specific statutory provisions, making the lower court's interpretation of the law correct.

Legislator headnote

AI generated

Articles 35, 36, 39, 44, 47 of the Law of 17/7/13/8/1923 on special provisions for anonymous companies; The pledge of a claim by a bank constitutes a trust assignment, and the bank's obligation to pay interest arises automatically from the pledge relationship without prior demand.

Keywords

AI generated
bank pledge agreement secured debt interest trust assignment of claim statutory liability supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 35, 36, 39, 44 and 47 of the Law of 17/7/13/8/1923 on special provisions for anonymous companies
Article 1254 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1168 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1168/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. Ι. Π. Α. Ο.Ε." που εδρεύει στη ... Ηλείας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Γεροντίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2936/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1518/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-9-2014 αίτησή της και τον από 27-3-2015 πρόσθετο λόγο της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 30-4-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου λόγου της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του πρόσθετου λόγου της και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" (που κατά το άρθρο 41 Εισ.Ν. Α.Κ. διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ.) σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 Α.Κ. προκύπτουν τα εξής: Με ειδική ρύθμιση του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος για τη σύσταση του υπέρ τράπεζας (ή άλλης ανώνυμης εταιρείας) ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσεως, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση είτε απαιτήσεως της τράπεζας από δάνειο ή από χορήγηση δανείου (πιστώσεως) με ανοικτό λογαριασμό είτε απαιτήσεως οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης όμως βάσει του χρόνου γεννήσεώς της από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχυράσεως καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει ή δεν έχει βέβαιη χρονολογία.

Με ειδικότερη δε ρύθμιση του ίδιου νομοθετικού διατάγματος αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική δε ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαιτήσεως από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα. Από την επίδοση αντιγράφου της συμβάσεως ενεχυράσεως στον τρίτο, η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαιτήσεως, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, η δε τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, ενώ το μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφείλει να αποδώσει στον ενεχυραστή (Α.Π.480/ 2006).

Με τις διατάξεις αυτές εισήχθη εξαιρετικό δίκαιο και ως εκ τούτου οι γενικές διατάξεις των άρθρων 1247-1256 Α.Κ. εφαρμόζονται μόνο συμπληρωματικώς για θέματα μη ρυθμιζόμενα από τις ειδικές διατάξεις του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος. Με την πρώτη από αυτές καθιερώνεται είδος καταπιστευτικής και δη εξασφαλιστικής εκχωρήσεως, με αποτέλεσμα η μεν ενεχυρούχος δανείστρια να γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της ενεχυρασμένης απαιτήσεως, ο δε ενεχυραστής να έχει δικαίωμα αν αποσβεσθεί το χρέος να απαιτήσει την επανεκχώρηση της απαιτήσεως σ’ αυτόν κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 Α.Κ. (Α.Π. 1883/2014).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 1224 εδ.α, 1235 αριθ.1, 1243 αριθ.1 και 1256 Α.Κ., οι τέσσερες τελευταίες από τις οποίες κατά τα προεκτεθέντα εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο ενέχυρο απαιτήσεως υπέρ τράπεζας ή άλλης ανώνυμης εταιρείας, προκύπτει ότι ο ενεχυρούχος δανειστής έχει υποχρέωση να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά τρίτου στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία στον ενεχυραστή, ο τελευταίος δικαιούται αποζημιώσεως, σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (Α.Π.1388/2010).

Τέλος η διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ., κατά την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, θεσπίζει κανόνα που προσδιορίζει τον τρόπο εκπληρώσεως της παροχής. Η έννοια των χρηστών ηθών είναι νομική και εξετάζεται αντικειμενικώς, σύμφωνα προς την αντίληψη του εμφρόνως σκεπτομένου ατόμου σε σχέση με το επιτρεπτό του σκοπού και των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν (Α.Π.512/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 29-12-2006 αγωγή της η ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε τα εξής: Ότι με σύμβαση ασφαλίσεως που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτής και της μη διαδίκου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων Η Εθνική" η τελευταία είχε αναλάβει την ασφάλιση του αναφερόμενου εργοστασίου της μεταξύ άλλων και κατά του κινδύνου πυρκαγιάς.

Ότι την 1-10-1998 επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, δεδομένου ότι το εργοστάσιό της καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά αλλά η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία δεν της κατέβαλε την ασφαλιστική αποζημίωση, ανερχόμενη στο ποσό των 250.000.000 δραχμών. Ότι με σύμβαση ενεχυράσεως απαιτήσεως που καταρτίσθηκε εγγράφως στις 25-5-1999 μεταξύ της ιδίας και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας συνέστησε ενέχυρο υπέρ αυτής επί της προαναφερθείσης απαιτήσεώς της κατά της "ΑΕΕΓΑ Η Εθνική" προς εξασφάλιση απαιτήσεως της εναγομένης κατά της ιδίας ποσού 100.000.000 δραχμών που προερχόταν από δύο ανοικτούς (αλληλόχρεους) λογαριασμούς οι οποίοι είχαν κλείσει στις 11-3-1999, δηλαδή ήταν προγενέστερη του ενεχύρου.

Ότι η ανωτέρω σύμβαση ενεχυράσεως που συνεπαγόταν εκχώρηση της απαιτήσεώς της κατά της "ΑΕΕΓΑ Η Εθνική" επιδόθηκε στην τελευταία με σχετική αναγγελία στις 7-6-1999. Ότι με την από 10-5-2000 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε να υποχρεωθεί η πιο πάνω ασφαλιστική εταιρεία να της καταβάλει την ασφαλιστική αποζημίωση, ανερχόμενη κατά τ’ ανωτέρω στο ποσό των 250.000.000 δραχμών.

Ότι στη δίκη εκείνη παρενέβη κυρίως με την από 30-5-2002 κύρια παρέμβασή της η εναγομένη, διεκδικώντας μεταξύ άλλων ως εκδοχέας το ποσό των 100.000.000 δραχμών και ήδη 293.470,27 ευρώ. Ότι επί της αγωγής και της κυρίας παρεμβάσεως εκδόθηκε η 5250/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία προσδιορίσθηκε η οφειλόμενη ασφαλιστική αποζημίωση στο ποσό των 652.459 ευρώ και υποχρεώθηκε η "ΑΕΕΓΑ Η Εθνική" να καταβάλει στην εναγομένη και τότε κυρίως παρεμβαίνουσα το ποσό των 385.175 ευρώ εντόκως κατά τις αναφερόμενες σ’ αυτήν διακρίσεις, στην ίδια δε το υπόλοιπο.

Ότι σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής η ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλε στην εναγομένη 524.914,89 ευρώ και στην ίδια 127.544,11 ευρώ. Ότι η εναγομένη κατά την άσκηση του σχετικού δικαιώματός της κακόβουλα και κατά παράβαση των αρχών που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού:

α) ενώ ήδη από το τέλος Μαΐου 2000 γνώριζε την άσκηση της αγωγής της, αδράνησε αδικαιολογήτως επί δύο έτη να ασκήσει την κύρια παρέμβαση ή να οχλήσει εξωδίκως την ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία προκειμένου η τελευταία να οφείλει τόκους υπερημερίας και β) με την κύρια παρέμβασή της ζήτησε την άτοκη επιδίκαση του ποσού των 100.000.000 δραχμών, με αποτέλεσμα η ασφαλιστική εταιρεία να αποφύγει την καταβολή τόκων υπερημερίας για το ποσό αυτό.

Ότι συνεπεία των ανωτέρω παρανόμων και υπαιτίων παραλείψεων της εναγομένης η πιο πάνω ασφαλιστική εταιρεία απέφυγε κατά το χρονικό διάστημα από 30-5-2000 έως 20-12-2004 την καταβολή τόκων επί του ποσού των 100.000.000 δραχμών ή των 293.470,27 ευρώ, το οποίο κατά το νόμο διαχειριζόταν αποκλειστικώς η εναγομένη ως εκδοχέας λόγω ενεχύρου, ανερχομένων στο συνολικό ποσό των 153.997,83 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία της ιδίας.

Ζήτησε δε, μετά παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό των 153.997,83 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Η εναγομένη παραδεκτώς προέβαλε πρωτοδίκως και κατ’ έφεση τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα δεν είχε έννομο συμφέρον και δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικά για την άσκηση της αγωγής, για το λόγο ότι η ίδια (η εναγομένη) είχε το δικαίωμα να εισπράξει τους τόκους του εκχωρηθέντος ασφαλίσματος ποσού 293.370 ευρώ.

Ήδη με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α και 14 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι, απορρίπτοντας τον πιο πάνω ισχυρισμό της, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923, 345 και 346 Κ.Πολ.Δ. (εννοείται Α.Κ.), άλλως παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο κατά το άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του διότι με βάση το προαναφερθέν περιεχόμενο και αίτημα της αγωγής υπήρχε έννομο συμφέρον και νομιμοποίηση της ενάγουσας για την άσκησή της. Αυτό γιατί, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, ανεξαρτήτως του ότι η εναγομένη είχε το δικαίωμα να εισπράξει ολόκληρη την ενεχυρασθείσα απαίτηση, η ενάγουσα ήταν δικαιούχος οποιουδήποτε ποσού (κεφαλαίου και τόκων) θα απέμενε μετά την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των απαιτήσεων της εναγομένης, με συνέπεια αυτή (η ενάγουσα) να είναι η αμέσως ζημιούμενη από την τυχόν απομείωση του ποσού αυτού.

Περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Β. Ι. Π. Α. Ο.Ε." ασφάλισε την 7-4-1998 το εργοστάσιό της κατασκευής επίπλων στη ... Ηλείας από πυρκαγιά και λοιπούς συναφείς κινδύνους, μεταξύ άλλων ασφαλιστικών εταιρειών, και στην "Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων Η Εθνική" (ΑΕΕΓΑ Η Εθνική), η οποία είναι θυγατρική της εναγομένης, μέχρι του ποσού των 250.000.000 δραχμών δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...

ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Την 1-10-1998 επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, καθώς καταστράφηκε ολοσχερώς το εργοστάσιο της ενάγουσας από πυρκαγιά. Επειδή οι καλύπτουσες τον κίνδυνο ασφαλιστικές εταιρείες δεν την αποζημίωσαν εξωδίκως, η ενάγουσα άσκησε την από 10-5-2000 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αίτημα την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης.

Προηγουμένως η ενάγουσα είχε συνάψει με την εναγομένη τις υπ’ αριθμ..../1986 και .../1994 συμβάσεις και τις αυξητικές τους για την παροχή πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, τις οποίες η τελευταία κατήγγειλε την 11-3-1999 και γνωστοποίησε το κλείσιμο και το χρεωστικό υπόλοιπο των λογαριασμών στην ενάγουσα με την από 11-3-1999 επιστολή της.

Επίσης κατόπιν αίτησής της (της εναγομένης) εκδόθηκε η υπ’ αριθμ.176/1999 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας ως προς την απαίτησή της από την .../1986 σύμβαση πίστωσης. Την 25-5-1999, δηλαδή μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και πριν από την άσκηση της ανωτέρω αγωγής αποζημίωσης, η ενάγουσα ενεχυρίασε στην εναγομένη μερικώς την απαίτησή της κατά της "ΑΕΕΓΑ Η Εθνική" για καταβολή ασφαλίσματος δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...

ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Το ενέχυρο εξασφάλιζε τις προαναφερόμενες απαιτήσεις της εναγομένης μέχρι του ποσού των 100.000.000 δραχμών και ήδη 293.470,27 ευρώ, ενώ αντίγραφο της σύμβασης ενεχύρασης με σχετική αναγγελία επιδόθηκε στην οφειλέτρια ασφαλιστική εταιρεία την 3-6-1999. Ακολούθως η εναγομένη άσκησε την από 30-5-2002 κύρια παρέμβασή της...

κατά της ενάγουσας και της "ΑΕΕΓΑ Η Εθνική" στα πλαίσια της εκκρεμούσας δίκης που είχε ανοιχθεί με την από 10-5-2000 αγωγή, διεκδικώντας μεταξύ άλλων ως εκδοχέας και την ενεχυρασθείσα απαίτηση των 100.000.000 δραχμών. Επί της αγωγής και της κύριας παρέμβασης εκδόθηκε η 5370/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εξαφανίσθηκε από την 5250/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Με την τελευταία απόφαση προσδιορίσθηκε η οφειλόμενη ασφαλιστική αποζημίωση στο ποσό των 652.459 ευρώ, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και καθ’ ολοκληρίαν δεκτή η κύρια παρέμβαση και υποχρεώθηκε η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει: Α) στην κυρίως παρεμβαίνουσα και ήδη εναγομένη το συνολικό ποσό των 385.175 ευρώ, από τα οποία:

α) το ποσό των 267.607 ευρώ νομιμοτόκως με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων από 12-3-1999 πλέον ΕΦΤΕ 3%, β) ποσό 8.398 ευρώ νομιμοτόκως από 19-6-1999, γ) ποσό 79.823 ευρώ νομιμοτόκως με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων από 12-3-1999 πλέον ΕΦΤΕ 3% και δ) ποσό 29.347 ευρώ νομιμοτόκως με εξάμηνο ανατοκισμό από 4-11-1999 πλέον ΕΦΤΕ 3% και Β) στην ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό προκύψει μετά την αφαίρεση από το ανωτέρω ποσό της ασφαλιστικής αποζημίωσης νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Σε εκτέλεση της 5250/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών η ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλε την 20-12-2004 στην ήδη εναγομένη το ποσό των 524.914,89 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση όλων των απαιτήσεων της τελευταίας εναντίον της ενάγουσας κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, ενώ κατέβαλε στην ενάγουσα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το υπόλοιπο ποσό της ασφαλιστικής αποζημίωσης ύψους 127.544,11 ευρώ.

Η ενάγουσα άσκησε αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1543/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω εφετειακή απόφαση μόνο κατά τη διάταξή της με την οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι οι από 14-4-2004 πρόσθετοι λόγοι της έφεσης της αναιρεσείουσας. Ακολούθως εκδόθηκε η 3670/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν κατ’ ουσίαν οι από 14-4-2004 πρόσθετοι λόγοι.

Στη συνέχεια ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης από την ενάγουσα κατά της 3670/ 2009 απόφασης, η οποία αίτηση απορρίφθηκε με τη 1359/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την ενεχύραση μέρους του οφειλομένου στην ενάγουσα από την "ΑΕΕΓΑ Η Εθνική" ασφαλίσματος και συγκεκριμένα ποσού 100.000.000 δραχμών ή 293.470,29 ευρώ, το μέρος αυτό περιήλθε στη διαχείριση της εναγομένης, η οποία...

ήταν η μόνη που μπορούσε να το διεκδικήσει δικαστικά και δη τόσο κατά κεφάλαιο όσο και τους δικονομικούς τόκους αυτού (του κεφαλαίου). Η τελευταία με την από 30-5-2002 κύρια παρέμβασή της ζήτησε την επιδίκαση της ενεχυρασθείσας απαίτησης επί της ασφαλιστικής αποζημίωσης η οποία της είχε μερικώς εκχωρηθεί προς εξασφάλιση των αξιώσεών της από τις συμβάσεις πίστωσης, ζητώντας επιπρόσθετα τους τόκους επί των ποσών που αντιστοιχούσαν στις εν λόγω αξιώσεις της κατά της ενάγουσας από τους αλληλόχρεους λογαριασμούς.

Εν τούτοις δεν ζήτησε ούτε πριν ούτε κατά την άσκηση της κύριας παρέμβασής της τους τόκους επί του ποσού της ενεχυρασθείσας απαίτησης. Αν τους είχε αξιώσει θα επιδικάζονταν από το δικαστήριο και το ποσό που θα υπολειπόταν ύστερα από την αφαίρεση της δικής της απαίτησης και το οποίο θα αποδιδόταν στην ενάγουσα θα ήταν μεγαλύτερο από αυτό που της αποδόθηκε, σε εκτέλεση της 5250/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά το ποσό των τόκων.

Ενώ όμως δεν προέβαινε σε όχληση της ασφαλιστικής εταιρείας, με αποτέλεσμα την απώλεια τόκων υπερημερίας επί της εκχωρηθείσας σ’ αυτήν (την εναγομένη) απαίτησης, ταυτόχρονα χρέωνε την ενάγουσα με τόκους υπερημερίας επί των εναντίον της απαιτήσεων από τους αλληλόχρεους λογαριασμούς και μάλιστα με εξάμηνο ανατοκισμό.

Επειδή δε οι ασφαλιζόμενες με το ενέχυρο απαιτήσεις της τράπεζας ήταν από τη γέννησή τους τοκοφόρες και μάλιστα με εξάμηνο ανατοκισμό, όφειλε ακόμη περισσότερο η εναγομένη ως εκδοχέας, με βάση τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ενεχύρου, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να εξασφαλίσει τα συμφέροντα της εκχωρήτριας ενάγουσας και δη να καταστήσει τοκοφόρα και μάλιστα άμεσα την εκχωρηθείσα απαίτηση με την εκ μέρους της άσκηση κύριας παρέμβασης στην εκκρεμή δίκη που είχε ανοιχθεί με την από 10-5-2000 αγωγή της ενάγουσας κατά της ασφαλιστικής εταιρείας ή τουλάχιστον με την επίδοση εξώδικης όχλησης στην τελευταία.

Παρότι λοιπόν η εναγομένη έλαβε γνώση της εκκρεμούς δίκης επί της από 10-5-2000 αγωγής καταβολής του ασφαλίσματος στις 25-10-2000, οπότε η ασφαλιστική εταιρεία "ΑΕΕΓΑ Η Εθνική" επέδωσε στην εναγομένη την από 20-10-2000 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, η τελευταία ολιγώρησε και δεν μερίμνησε να οχλήσει την ασφαλιστική εταιρεία προκειμένου να της καταβάλει εντόκως την ενεχυρασθείσα απαίτηση...

Ως εκ τούτου από το τέλος Οκτωβρίου 2000 όφειλε να οχλήσει την "ΑΕΕΓΑ Η Εθνική", η δε παράλειψή της αυτή οφείλεται σε αμέλεια των εκπροσώπων της, οι οποίοι δεν κατέβαλαν την οφειλόμενη επιμέλεια για την εξασφάλιση του δικαιώματος της ενάγουσας για την επιστροφή του υπολοίπου ύστερα από την αφαίρεση της απαίτησης της εναγομένης, με αποτέλεσμα να απολεσθούν δικονομικοί τόκοι για το από 1-11-2000 έως 20-12-2004 χρονικό διάστημα...

Περαιτέρω στην υπό κρίση υπόθεση δεν συντρέχει περίπτωση κοινής εκχώρησης των άρθρων 455 επ. του Α.Κ. αλλά πρόκειται για καταπιστευτική εκχώρηση της απαίτησης της ενάγουσας συνεπεία του ενεχύρου με βάση τις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. 17-7/13-8-1923, σύμφωνα με τις οποίες υπάρχει υποχρέωση του εκδοχέα να αποδώσει στον εκχωρητή οποιοδήποτε ποσό μετά την ολοσχερή εξόφληση της δικής του απαίτησης, της οποίας είναι ενεχυρούχος δανειστής...

Η ζημία που υπέστη η ενάγουσα εξαιτίας της υπό κρίση αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης ανέρχεται στα ακόλουθα ποσά απολεσθέντων τόκων επί του κεφαλαίου των 293.470,29 ευρώ κατά το από 1-11-2000 έως 20-12-2004 χρονικό διάστημα [ακολουθεί υπολογισμός του ποσού των οφειλόμενων τόκων] και συνολικά για το από 1-11-2000 έως 20-12-2004 χρονικό διάστημα σε 134.537,35 ευρώ...".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την έφεση και την αντέφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση (με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και είχε αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 77.460,48 ευρώ), αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε εν μέρει και αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 134.537,35 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", 288, 297, 298, 330, 1224 εδ.α, 1235 αριθ.1, 1243 αριθ.1 και 1256 Α.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατ’ ορθή ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων:

α) δέχθηκε ότι κατά τις διατάξεις αυτές η ένδικη σύμβαση ενεχύρου απαιτήσεως είχε το χαρακτήρα καταπιστευτικής εκχωρήσεως της απαιτήσεως και β) δεν δέχθηκε ότι για τη γέννηση της επίδικης αξιώσεως της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας ήταν αναγκαία η προηγούμενη όχληση της πρώτης προς τη δεύτερη προκειμένου να προβεί σε διασφαλιστικές της τοκογονίας ενέργειες, αφού οι ενέργειες αυτές (που κατέτειναν στη διαφύλαξη της ενοχικής απαιτήσεως της ενεχυράστριας στην οποία είχε συσταθεί το ενέχυρο) περιλαμβάνονταν κατά τα προεκτεθέντα στα καθήκοντα της αναιρεσείουσας ως ενεχυρούχου δανείστριας.

Εξάλλου το εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ευθύνης της αναιρεσείουσας από την υπαίτια μη τήρηση των ανωτέρω υποχρεώσεών της που απέρρεαν από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ενεχύρου.

Συνεπώς οι από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α και 19 Κ.Πολ.Δ. πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος της, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (η οποία κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4 Σεπτεμβρίου 2014 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Ανώνυμη Εταιρεία" για αναίρεση της 1518/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και τον από 27 Μαρτίου 2015 πρόσθετο λόγο της.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 7 Σεπτεμβρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ