1168/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1168/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πρόσθετη αμοιβή καταβάλλεται και στο προσωπικό που υπηρετεί με τοποθέτηση ή απόσπαση στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων, εφόσον συμβάλλει στον ανωτέρω σκοπό. Το προϊόν του ανωτέρω ποσοστού κατατίθεται σε ειδικό έντοκο λογαριασμό, που ανοίγεται σε οποιαδήποτε τράπεζα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, ύστερα από σχετικό διαγωνισμό.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1168 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1168/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Μ. του Γ., 2) Α. Μ. του Χ., 3) Α. Δ. του Δ., 4) Σ. Μ. του Ν., 5) Α. Γ. του Τ., 6) Ν. Κ. του Κ., 7) Α. Γ. του Κ., 8) Γ. Σ. του Π., 9) Α. Ρ. του Γ., 10) Ι. Β. του Α., 11) Κ. Σ. του Α., 12) Δ. Π. του Α., 13) Κ. Μ. του Ι., 14) Μ. Π. του Π., 15) Χ. Σ. του Κ., 16) Ε. Κ. του Π., 17) Ε. Λ. του Α., 18) Μ. Γ. του Κ., 19) Σ. Γ. του Α., 20) Α. Χ. του Γ., 21) Γ. Τ. του Β., 22) Ι. Π. του Β., 23) Α. Π. του Γ., 24) Π. Μ. του Π. και 25) Γ. Π. του Χ., κατοίκων όλων ως εκ της εργασίας τους ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Πετρόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1402/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-5-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 24-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η ισότητα όσον αφορά τη μισθολογική μεταχείριση και τη διασφάλιση ίσης αμοιβής στους εργαζομένους, που επιβάλλεται στον κοινό νομοθέτη από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, αναφέρεται σε εργαζόμενους, οι οποίοι παρέχουν όμοια εργασία και εργάζονται υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες.
Επομένως, δεν είναι συνταγματικώς ανεπίτρεπτη η από το νόμο ευνοϊκότερη μισθολογική μεταχείριση ορισμένης κατηγορίας μισθωτών που παρέχει διαφορετική κατά περιεχόμενο και προϋποθέσεις ή συνθήκες εργασία. Κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4 του Ν. 2229/ 1994 (ΦΕΚ 138 Α'), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 του Ν. 2300/1995 (ΦΕΚ Α' 69) "Στους μόνιμους και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλους του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του αυτού Υπουργείου, καθώς και στους υπαλλήλους των Ν.Π.Δ.Δ.
των εποπτευομένων από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων, που ασχολούνται με σχεδιασμό, προγραμματισμό, μελέτες, έργα, προστασία περιβάλλοντος, έλεγχο πολεοδομικής νομοθεσίας, διαχείριση, προμήθειες, διοικητική - τεχνική και οικονομική υποστήριξη στην εκπόνηση μελετών, κατασκευή και συντήρηση έργων, οργάνωση και στελέχωση υπηρεσιών και τήρηση των μητρώων ΜΕΚ και ΜΕΕΠ και μελετητών και που συμβάλλουν στην προώθηση του έργου των υπηρεσιών και ιδίως στην εκτέλεση των έργων (μελέτη - κατασκευή) από απόψεως τεχνικής, λειτουργικής, νομικής και οικονομικής, μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, εξασφαλίζοντας πλήρως τα συμφέροντα του Δημοσίου, καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή από το σύνολο των πιστώσεων που διατίθενται για την εκπόνηση των μελετών, την κατασκευή και συντήρηση των έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων και τα οποιαδήποτε πρόστιμα επιβάλλονται από τις υπηρεσίες αυτών, καθώς και από το σύνολο των πιστώσεων του προϋπολογισμού του Ε.Τ.Ε.Ρ.Π.Σ., και που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι ανώτερη του ποσοστού δύο τοις εκατό (2%) του προϋπολογισμού των ανωτέρω διατεθησομένων πιστώσεων και προστίμων.
Η πρόσθετη αμοιβή καταβάλλεται και στο προσωπικό που υπηρετεί με τοποθέτηση ή απόσπαση στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων, εφόσον συμβάλλει στον ανωτέρω σκοπό. Το προϊόν του ανωτέρω ποσοστού κατατίθεται σε ειδικό έντοκο λογαριασμό, που ανοίγεται σε οποιαδήποτε τράπεζα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, ύστερα από σχετικό διαγωνισμό.
Η διαχείριση του ειδικού λογαριασμού γίνεται από τη Διεύθυνση Οικονομικού της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων. Οι προϋποθέσεις, τα ειδικότερα κριτήρια ποιοτικής και ποσοτικής απόδοσης, η υποχρέωση παροχής υπηρεσιών πέραν του κανονικού ωραρίου, το ύψος, οι εγκρίσεις των ποσών από τις σχετικές πιστώσεις που κατατίθενται σε ειδικό λογαριασμό και γενικά η διαδικασία καταβολής της αμοιβής και ο τρόπος διαχείρισης του λογαριασμού αυτού καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Οικονομικών.
Η ανωτέρω πρόσθετη αμοιβή δεν μπορεί μηνιαίως να υπερβαίνει τα τρία πέμπτα (3/5) του συνόλου των αποδοχών της οργανικής θέσης του υπαλλήλου". Σύμφωνα με την εξουσιοδότηση της παραπάνω διατάξεως της παρ. 4 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 του Ν. 2300/1995, εκδόθηκε η Δ16/07/635/Β/10-8-1995 (ΦΕΚ Β' 8/1996) Κ.Υ.Α.
των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με την οποία ορίστηκαν τα ακόλουθα: Έχοντας υπόψη την ανάγκη αυξήσεως της παραγωγικότητας των υπηρεσιών του ΥΠΕΧΩΔΕ, της Γενικής Γραμματείας Δημ. Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ και των εποπτευομένων από αυτά Ν.Π.Δ.Δ., για την άρτια εκτέλεση των έργων από απόψεως τεχνικής, λειτουργικής και οικονομικής, μέσα στις συμβατικές προθεσμίες και την πλήρη εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, εγκρίνουμε την καταβολή ειδικής πρόσθετης υπερωριακής αποζημιώσεως στους μόνιμους και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους όλων των κατηγοριών και κλάδων του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ, της Γενικής Γραμματείας Δημ.
Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ και των εποπτευομένων από αυτά Ν.Π.Δ.Δ., για αύξηση της παραγωγικότητας εντός του κανονικού ωραρίου και παροχή υπηρεσιών πέραν του κανονικού ωραρίου, προκειμένου να προωθηθεί το έργο των υπηρεσιών και ιδίως η εκτέλεση των έργων (μελέτη - κατασκευή) από απόψεως τεχνικής, λειτουργικής και πλέον οικονομικής μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, εξασφαλίζοντας πλήρως τα συμφέροντα του Δημοσίου.
Ειδικότερα στους υπαλλήλους που ασχολούνται με το σχεδιασμό, προγραμματισμό, μελέτες, έργα, προστασία του περιβάλλοντος, έλεγχο της πολεοδομικής νομοθεσίας, διαχείριση, προμήθειες, διοικητική - τεχνική και οικονομική υποστήριξη στην εκπόνηση μελετών, κατασκευή και συντήρηση έργων, οργάνωση και στελέχωση υπηρεσιών, την εκπαίδευση των υπαλλήλων, την τήρηση των μητρώων τεχνικών επαγγελμάτων, τον έλεγχο, την εκκαθάριση και ενταλματοποίηση των δαπανών και θεώρηση αυτών και γενικά συμβάλλουν στην προώθηση του έργου των υπηρεσιών και ιδίως στην εκτέλεση των έργων και στην αύξηση της παραγωγικότητας.
Η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται και στο προσωπικό που υπηρετεί με τοποθέτηση ή απόσπαση σε υπηρεσίες του ΥΠΕΧΩΔΕ και της Γ.Γ.Δ.Ε. του ΥΠΕΧΩΔΕ, εφόσον συμβάλλουν στον ανωτέρω σκοπό. Για την αντιμετώπιση της δαπάνης της ειδικής αυτής υπερωριακής αποζημιώσεως εγγράφεται κατ' έτος ειδική πίστωση στον τακτικό προϋπολογισμό και στον προϋπολογισμό Δημοσίων Επενδύσεων του ΥΠΕΧΩΔΕ και της Γ.Γ.Δ.Ε., καθώς και στον προϋπολογισμό του ΕΤΕΡΠΣ.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την καταβολή της αποζημιώσεως αυτής είναι η συμβολή στην προώθηση του έργου των υπηρεσιών και η παροχή πρόσθετης εργασίας, η οποία θα ανατίθεται στους υπαλλήλους κάθε οργανικής μονάδας από τον προϊστάμενο αυτής, ο οποίος έχει και την ευθύνη για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού και την αύξηση της παραγωγικότητας της υπηρεσίας της οποίας προΐσταται, αφού λάβει υπόψη του την επαγγελματική ικανότητα, τη δυνατότητα ανάληψης πρωτοβουλιών, την οργανωτικότητα, το ζήλο και την προθυμία στην εκτέλεση των καθηκόντων, την τήρηση του ωραρίου και την παροχή υπηρεσιών πέραν του ωραρίου, καθώς και την εκδήλωση ενδιαφέροντος για την προώθηση και αποτελεσματική διεκπεραίωση του έργου των υπηρεσιών και γενικά την ευχέρεια και ικανότητα ανταπόκρισης στα ανατιθέμενα καθήκοντα κάθε υπαλλήλου, από απόψεως ποιοτικής και ποσοτικής απόδοσης.
Το πρόσθετο αυτό έργο θα ανατίθεται με έγγραφη απόφασή του, με την οποία θα προσδιορίζονται οι στόχοι, ο τρόπος, ο χρόνος παροχής του, οι συμμετέχοντες σ' αυτό υπάλληλοι, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της κάθε υπηρεσίας. Η συμμετοχή του υπαλλήλου στην πρόσθετη εργασία εξαρτάται και από την όλη απόδοσή του κατά το κανονικό ωράριο και τη δυνατότητα και προθυμία του να συμβάλλει στην αύξηση της παραγωγικότητας.
Η παροχή της πρόσθετης εργασίας θα πιστοποιείται με πράξη του προϊσταμένου της οργανικής μονάδας στην κατάσταση πληρωμής, στην οποία θα συμπράττουν και οι προϊστάμενοι των υποκείμενων οργανικών μονάδων (τμηματάρχες), οι οποίοι έχουν επίσης την ευθύνη, κατά το λόγο της αρμοδιότητάς τους, για την παροχή της πρόσθετης αυτής εργασίας.
Την εν λόγω αποζημίωση δεν δικαιούνται: α) Οι υπάλληλοι του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ, της Γενικής Γραμματείας Δημ. Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ και των εποπτευομένων από αυτά Ν.Π.Δ.Δ., που είναι αποσπασμένοι σε άλλα υπουργεία ή Ν.Π.Δ.Δ. άλλου υπουργείου κ.λπ., πλην των αποσπασμένων στην Υπηρεσία Εντελλομένων Εξόδων και στο Ταμείο Αρωγής του ΥΠΕΧΩΔΕ, οι οποίοι αποδεδειγμένα συμβάλλουν στην προώθηση του έργου του ΥΠΕΧΩΔΕ, της Γ.Γ.Δ.Ε.
και των εποπτευομένων από αυτά Ν.Π.Δ.Δ. β) Οι υπάλληλοι των ΕΥΔΕ, που συστήθηκαν ή συστήνονται κατά το άρθρο 5 του Ν. 679/1977 και οι Επιθεωρητές Δημοσίων Έργων, εφόσον λαμβάνουν την πρόσθετη αμοιβή που προβλέπεται στην παρ. 3 του άρθρου 8 του ανωτέρω νόμου, η οποία προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994.
γ) Οι υπάλληλοι που για οιονδήποτε λόγο βρίσκονται εκτός υπηρεσίας (λόγω αναρρωτικής ή εκπαιδευτικής άδειας κ.λπ.) καθ' όλο το χρονικό διάστημα της πρόσθετης απασχόλησης, πλην της περιπτώσεως απουσίας λόγω κανονικής άδειας και δ) Όσοι υπηρετούν με σχέση έμμισθης εντολής, ανεξάρτητα από τις υπηρεσίες που προσφέρουν.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 του Ν. 2300/1995, και της Δ16/07/635/Β/10-8-1995 Κ.Υ.Α. προκύπτει σαφώς, ότι η προβλεπόμενη από αυτές ειδική πρόσθετη αμοιβή (αποζημίωση) χορηγείται σε συγκεκριμένους υπαλλήλους του ΥΠΕΧΩΔΕ, της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ και των εποπτευομένων από αυτά Ν.Π.Δ.Δ., ως οικονομικό κίνητρο, προκειμένου να συμβάλλουν ουσιαστικά, με την παροχή συγκεκριμένων εργασιών (σχεδιασμό, προγραμματισμό έργων, εκπόνηση μελετών, κατασκευή και συντήρηση έργων κ.λπ.) και πέραν του κανονικού ωραρίου, στην προγραμματισμένη προσπάθεια αυξήσεως της παραγωγικότητας των υπηρεσιών του ΥΠΕΧΩΔΕ, της Γ.Γ.Δ.Ε.
του ΥΠΕΧΩΔΕ και των εποπτευομένων από αυτά Ν.Π.Δ.Δ., για την άρτια εκτέλεση (μελέτη - κατασκευή) και την περαίωση, μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, των έργων που εκτελούνται από τις υπηρεσίες αυτές. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2938/2001 (ΦΕΚ Α' 178/6-2-2001) "Το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία Ταμείο Εθνικής Οδοποιίας, που ιδρύθηκε και λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 25/28 Νοεμβρίου 1929 "Περί Κωδικοποιήσεως των περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών κειμένων διατάξεων" (ΦΕΚ 421 Α'), όπως τροποποιήθηκαν, συμπληρώθηκαν και ισχύουν σήμερα, και η ανώνυμη εταιρεία "Ελληνικοί Αυτοκινητόδρομοι Α.Ε.", που συστάθηκε με την υπ' αριθμ. 6252/3.4.1985 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών (ΦΕΚ Τ.Α.Ε.
και Ε.Π.Ε. 794/10.4.1985), συγχωνεύονται σε ένα νομικό πρόσωπο, που συνιστάται με το νόμο αυτόν και λειτουργεί με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Εκμετάλλευσης και Διαχείρισης Ελληνικών Αυτοκινητοδρόμων" και τον διακριτικό τίτλο "Τ.Ε.Ο. Α.Ε.". Για τη συγχώνευση του Ταμείου Εθνικής Οδοποιίας και της εταιρείας Ελληνικοί Αυτοκινητόδρομοι Α.Ε.
και την μετατροπή τους στην εταιρεία Τ.Ε.Ο. Α.Ε., συμπληρωματικά, προς τις διατάξεις του νόμου αυτού (2938/2001), ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 για τη συγχώνευση ανωνύμων εταιρειών και των παραγράφων 1 - 2 του άρθρου 2 του Ν. 2166/ 1993. Η Τ.Ε.Ο. Α.Ε. αποτελεί δημόσια επιχείρηση, η οποία εποπτεύεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων.
Με το άρθρο 12 του ως άνω Ν. 2938/2001 ορίζονται τα εξής: "1. Το μόνιμο προσωπικό του Ταμείου Εθνικής Οδοποιίας, που υπηρετεί με σχέση δημοσίου δικαίου κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, εντάσσεται σε αντίστοιχες μόνιμες προσωποπαγείς θέσεις, που συνιστώνται με τον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού της Τ.Ε.Ο. Α.Ε.
Οι θέσεις αυτές καταργούνται με την αποχώρηση των ανωτέρω υπαλλήλων με οποιονδήποτε τρόπο. Το προσωπικό αυτό διατηρεί το υφιστάμενο μισθολογικό καθεστώς, καθώς και την πρόσθετη αμοιβή που προβλέπεται από την διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994 (ΦΕΚ 138 Α'), όπως αντικαταστάθηκε από την διάταξη του άρθρου 24 του Ν. 2300/1995 (ΦΕΚ 69 Α') και ως προς την λύση των εργασιακών σχέσεων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα, όπως ισχύουν κάθε φορά.
Ως προς όλες τις υπηρεσιακές του μεταβολές, δικαιώματα και υποχρεώσεις, καθώς και για θέματα πειθαρχικών διαδικασιών, διέπεται από τον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού και τον Κανονισμό Εσωτερικής Οργάνωσης και Λειτουργίας της Τ.Ε.Ο. Α.Ε., που προβλέπονται στο άρθρο 13. Οι Κανονισμοί αυτοί ρυθμίζουν τα ανωτέρω θέματα σύμφωνα με τα ισχύοντα στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Επίσης, το προσωπικό αυτό εξακολουθεί να διέπεται από το συνταξιοδοτικό και ασφαλιστικό καθεστώς, κύριας και επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης, που ίσχυε πριν από την με το νόμο αυτόν μετατροπή και συγχώνευση του "Ταμείου Εθνικής Οδοποιίας" στην ανώνυμη εταιρεία "Τ.Ε.Ο. Α.Ε.". 2.
Το προσωπικό που κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού υπηρετεί στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Εθνικής Οδοποιίας" και στην εταιρεία "Ελληνικοί Αυτοκινητόδρομοι Α.Ε.", με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, διατηρείται στην Τ.Ε.Ο. Α.Ε. με την ίδια αντίστοιχη εργασιακή σχέση.
Το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή με πάγια αντιμισθία, εντάσσεται σε αντίστοιχες θέσεις, που συνιστώνται με τον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού. Η υπηρεσία που έχει διανυθεί στο "Ταμείο Εθνικής Οδοποιίας" ή στην εταιρεία "Ελληνικοί Αυτοκινητόδρομοι Α.Ε.", με σχέση ιδιωτικού δικαίου, αναγνωρίζεται ως πραγματική στην Τ.Ε.Ο.
Α.Ε. για κάθε συνέπεια". Από τις ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις σαφώς συνάγεται, ότι μόνο το μόνιμο προσωπικό του Ταμείου Εθνικής Οδοποιίας (Ν.Π.Δ.Δ.), που υπηρετούσε με σχέση δημοσίου δικαίου κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 2938/2001 (6-2-2001), το οποίο εντάχθηκε στην ανώνυμη εταιρεία Τ.Ε.Ο. Α.Ε. σε αντίστοιχες μόνιμες προσωποπαγείς θέσεις και διατήρησε το υφιστάμενο μισθολογικό καθεστώς, δικαιούται την (επίδικη) πρόσθετη αμοιβή, που προβλέπεται από την διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994, όπως αντικαταστάθηκε από την διάταξη του άρθρου 24 του Ν. 2300/ 1995, και όχι το προσωπικό, που κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 2938/2001 υπηρετούσε στο Ταμείο Εθνικής Οδοποιίας (ή στην εταιρεία Ελληνικοί Αυτοκινητόδρομοι Α.Ε.) με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και εντάχθηκε στην ανώνυμη εταιρεία Τ.Ε.Ο.
Α.Ε. σε αντίστοιχες θέσεις, με την ίδια εργασιακή σχέση. Η ρύθμιση αυτή δεν είναι αντίθετη προς την δεσμεύουσα και το νομοθέτη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), ειδικότερη μορφή της οποίας αποτελεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος αρχή της ίσης, σε σχέση με την αμοιβή, μεταχείρισης των εργαζομένων, διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, διαφορετικής προελεύσεως, ενόψει του ότι το μόνιμο προσωπικό του Ταμείου Εθνικής Οδοποιίας (Ν.Π.Δ.Δ.), που παρείχε την εργασία του με σχέση δημοσίου δικαίου, τελούσε υπό διαφορετικό νομικό καθεστώς, ως προς τη ρύθμιση των όρων της εργασιακής του σχέσεως, της αμοιβής, της υπηρεσιακής εξέλιξης, της κοινωνικής ασφάλισης κ.λπ., από εκείνο υπό το οποίο τελούσε το προσωπικό του παραπάνω Ταμείου που παρείχε την εργασία του με σχέση ιδιωτικού δικαίου, το δε παρέχον την εργασία του με σχέση δημοσίου δικαίου μόνιμο προσωπικό του εν λόγω Ταμείου Εθνικής Οδοποιίας (Ν.Π.Δ.Δ.) και μετά την μετατροπή αυτού σε ανώνυμη εταιρεία (Τ.Ε.Ο.
Α.Ε.) διατήρησε το υφιστάμενο, κατά τον χρόνο της μετατροπής, μισθολογικό καθεστώς, καθώς και κεκτημένα δικαιώματά του (όπως την επίδικη πρόσθετη αμοιβή, ασφαλιστικά δικαιώματα κ.λπ.). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες είναι υπάλληλοι της Ανώνυμης Εταιρείας Εκμετάλλευσης και Διαχείρισης Ελληνικών Αυτοκινητοδρόμων (Τ.Ε.Ο.
Α.Ε.), που είναι δημόσια επιχείρηση, εποπτευομένη από τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ, προσληφθέντες, η 1η (αναιρεσείουσα) στις 15-7-2002 ως υπάλληλος γραφείου, η 2η έως και η 22η στις 10-7-2002 ως εισπράκτορες τελών διοδίων, ο 23ος στις 17-7-2002 ως εισπράκτορας τελών διοδίων, ο 24ος στις 17-7-2002 ως κηπουρός και η 25η στις 17-7-2002 ως καθαρίστρια, όλοι τους με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δυνάμει των οποίων προσφέρουν έκτοτε την ως άνω εργασία, για την οποία προσλήφθηκαν, η φύση και οι συνθήκες παροχής της οποίας (εργασίας) διαφέρουν από το είδος, τις προϋποθέσεις και τις συνθήκες εργασίας των υπαλλήλων του ΥΠΕΧΩΔΕ, της Γενικής Γραμματείας Δημ.
Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ και των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ. των εποπτευομένων από το ΥΠΕΧΩΔΕ και την Γ.Γ.Δ.Ε. αυτού, στους οποίους χορηγήθηκε η προβλεπόμενη από την παρ. 4 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 24 του Ν. 2300/1995, πρόσθετη αμοιβή, η οποία δεν αποτελεί μισθολογική παροχή, αλλά οικονομικό κίνητρο για την συμμετοχή και την συμβολή των υπαλλήλων αυτών, με συγκεκριμένη εργασία, στην αύξηση της παραγωγικότητας, των υπηρεσιών του ΥΠΕΧΩΔΕ, της Γενικής Γραμματείας Δημ.
Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ και των εποπτευομένων από αυτά Ν.Π.Δ.Δ. Ενόψει των ανωτέρω, το Εφετείο έκρινε, ότι η μη χορήγηση της εν λόγω οικονομικής παροχής και στους αναιρεσείοντες δεν συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος τους και δεν αντιβαίνει στην συνταγματική αρχή της ισότητας, ούτε στην αρχή της ίσης, σε σχέση με την αμοιβή, μεταχείρισης των εργαζομένων.
Ακολούθως δε, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί (εν μέρει) την αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν να καταβληθεί και σ' αυτούς, με βάση την συνταγματική αρχή της ισότητας, η ως άνω πρόσθετη αμοιβή, για τα έτη 2002 έως 2007, και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, ούτε τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 του Ν. 2300/1995, και του άρθρου 12 του Ν. 2938/2001, αλλά ούτε και καμία άλλη διάταξη και δη εκείνη του άρθρου 288 του ΑΚ. Γι' αυτό ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση πλημμελειών της προσβαλλόμενης αποφάσεως εκ των αριθμ. 8, 10, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται πράγματι, αποκλειστικά, η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-5-2012 αίτηση των αναιρεσειόντων (συνολικά 25) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 71/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ