1168/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ: προς τον κ. Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως εποπτεύοντος το "ΑΣΥΛΟ ΑΝΙΑΤΩΝ" και παρεμβαίνοντος υπέρ αυτού.
Legislator headnote
AI generated1168/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαστήριο θεωρείται ότι επιδικάζει περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και όταν παρά το γενόμενο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, δέχεται εν όλω ή εν μέρει αυτήν (αγωγή) σαν να ήταν στο σύνολό της καταψηφιστική.
Full text
Απόφαση 1168 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1168/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Φιλανθρωπικού Σωματείου με την επωνυμία "ΑΣΥΛΟΝ ΑΝΙΑΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη, ο οποίος ανακάλεσε την από 16-5-2011 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Της αναιρεσίβλητης-καλούσας: Μ. συζ. Ι. Π., το γένος Χ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιλτιάδη Νικολόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 13-5-2011 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ: προς τον κ. Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως εποπτεύοντος το "ΑΣΥΛΟ ΑΝΙΑΤΩΝ" και παρεμβαίνοντος υπέρ αυτού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-1981 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4627/1984, 9032/1987 μη οριστικές, 7355/1991 του ίδιου Δικαστηρίου και 2853/1995 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1761/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 6023/2007 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αναιρεσείων με την από 27-8-2008 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1437/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 30-12-2010 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 12-3-2010 έκθεση του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομεπάκου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 27-8-2008 αιτήσεως, αναιρέσεως της 6023/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαστήριο θεωρείται ότι επιδικάζει περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και όταν παρά το γενόμενο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, δέχεται εν όλω ή εν μέρει αυτήν (αγωγή) σαν να ήταν στο σύνολό της καταψηφιστική.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή αντίστοιχα, (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη από 10-7-1981 αγωγή της αναιρεσίβλητης, η τελευταία ιστορούσε, ότι ο πατέρας της Χ. Σ., ο οποίος απεβίωσε την 31-7-1959, δυνάμει της με αριθμό .../1958 δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Γιαννίτση, που δημοσιεύθηκε με το 5291/1959 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, την εγκατέστησε κληρονόμο του κατά ποσοστό 7/8 εξ αδιαιρέτου, εφ' ολοκλήρου της περιουσίας του, ότι μεταξύ των κληρονομιαίων πραγμάτων περιλαμβανόταν και το % εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου στην Αθήνα, επί της οδούς ...
αρ. 60, των υπολοίπων ποσοστών ανηκόντων ισομερώς στους τρεις αδελφούς του, ότι το 1963 απεβίωσε ο αδελφός του πατέρα της Ι. Σ., ο οποίος με την υπ'αριθμ.... δημόσια διαθήκη του του συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρέα Παρασκευόπουλου, που νόμιμα δημοσιεύθηκε με το 8305/1963 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε ως μοναδικούς κληρονόμους του στο σύνολο της περιουσίας του τους δύο επιζώντες αδελφούς του Θ.
και Ν., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστον, ότι την 16-7-1965 απεβίωσε και ο Θ. Σ., ο οποίος με την .../1963 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Επαμεινώνδα Τριάντου, που νόμιμα δησιεύθηκε με το 5060/1965 πρακτικό του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, εγκατέστησε ως μοναδικό κληρονόμο του τον αδελφό του Ν., ο οποίος απεβίωσε την 14-7-1980 και με την από 27-1-1976 μυστική διαθήκη του, που νόμιμα δημοσιεύθηκε με το 1919/1980 πρακτικό του ίδιου, ως άνω, Δικαστηρίου, εγκατέστησε ως κληρονόμους του αφενός με την εξαδέλφη του Ε.
Π. επί της επικαρπίας του περιγραφομένου σ' αυτήν ακινήτου (διαμερίσματος πολυκατοικίας επί της οδού ... αρ. 36 στην Αθήνα), αφετέρου δε το αναιρεσείον ίδρυμα επί της υπόλοιπης περιουσίας του, στην οποία περιλαμβάνεται και το προαναφερόμενο επί της οδού ... ακίνητο, κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, ότι οι ως άνω διαθήκες του Θ.
και Ν. Σ. είναι άκυρες, διότι κατά το χρόνο της καταρτίσεως τους οι συντάκτες αυτών δεν είχαν τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής και ψυχικής νόσου, αντίστοιχα, ότι ακυρούμενης της διαθήκης του Θ. Σ. επέρχεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή και αυτή (ενάγουσα) καθίσταται μαζί με τον Ν. Σ., εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Θ.
Σ., ως τέκνο του προαποβιώσαντος αδελφού του Χ. Σ., κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου έκαστος και, έτσι, περιέρχονται σ' αυτήν τα 6/32 εξ αδιαιρέτου του προαναφερομένου ακινήτου, ενώ ακυρούμενης της δεύτερης διαθήκης του Ν. Σ. ισχύει η προγενέστερη δημόσια διαθήκη του -διαθέτη- με αριθ. .../1963 ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Επαμ.
Τριάντη, που νόμιμα, επίσης, δεσμεύθηκε με το 2083/1980 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία τιμάται και αυτή (ενάγουσα). Με βάση το ιστορικό αυτό η αναιρεσίβλητη, μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής της, με τις προτάσεις της της πρώτης συζήτησης της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ζήτησε, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί η ακυρότητα των ως άνω δύο διαθηκών, ότι αυτή είναι κληρονόμος του Θ.
Σ. κατά το ήμισυ εξ αδιαίρετου και να αναγνωριστεί, επίσης, ότι το αναιρεσείον, το οποίο, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, είχε εγκατασταθεί ως κληρονόμος εκ διαθήκης του Ν. Σ. και κατακρατούσε το ως άνω επίδικο κληρονομιαίο ακίνητο κατά ποσοστό 24/32 εξ αδιαιρέτου, είναι υπόχρεο να της αποδώσει το τελευταίο κατά ποσοστό 6/32 εξ αδιαιρέτου.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 4627/1984 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού την δέχθηκε ως προς τους ερήμην δικασθέντες λοιπούς εναγομένους που δεν ενδιαφέρουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, διέταζε τη διεξαγωγή αποδείξεων σε βάρος της ενάγουσας. Στη συνέχεια, εκδόθηκαν: α) η 9032/1987 παρεμπίπτουσα απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία έταξε συμπληρωματικές αποδείξεις του εναγομένου "Άσυλο Ανιάτων" επί της καταλυτικής ενστάσεως αυτού περί αναγνωρίσεως του κύρους της διαθήκης του Θ.
Σ. και παραιτήσεως του δικαιώματος προσβολής αυτού και β) η 7355/1991 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε την ακυρότητα της διαθήκης του Θ. Σ., γιατί ο διαθέτης δεν είχε τη χρήση του λογικού κατά τη σύνταξη αυτής και υποχρέωσε το πρώτο εναγόμενο "Άσυλο Ανιάτων" να αποδώσει στην ενάγουσα τα 6/32 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου.
Η ίδια απόφαση δέχθηκε, επίσης, ότι η διαθήκη του Ν. Σ. είναι έγκυρη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονέθηκαν α) η μεν ενάγουσα με την από 15-5-1993 έφεσή της, κατά το μέρος της που είχε κρίνει ως έγκυρη τη διαθήκη του Ν. Σ., β) το εναγόμενο "Άσυλο Ανιάτων", με την από 4-1-1993 έφεση του, κατά το μέρος της που είχε κρίνει άκυρη τη διαθήκη του Θ.
Σ. και είχε απορρίψει την ένσταση του περί αναγνωρίσεως αυτής ως έγκυρης και γ) ο προσθέτως υπέρ του παραπάνω παρεμβάς Υπουργός των Οικονομικών για τους ίδιους παραπάνω λόγους. Επί, των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η 2853/1995 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας, δέχθηκε ως βάσιμες και κατ' ουσίαν τις εφέσεις του ιδρύματος "Άσυλο Ανιάτων" και του Υπουργού των Οικονομικών και, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς τη διαθήκη του Θ.
Σ., δεχόμενο ότι η διαθήκη αυτού είναι άκυρη, αλλά η ενάγουσα "αναγνώρισε το κύρος αυτής". Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης η ενάγουσα - εκκαλούσα άσκησε αίτηση αναίρεσης, το παρόν δε Δικαστήριο, με την 1761/2005 απόφασή του, ανήρεσε την προσβληθείσα απόφαση, στο σύνολό της, για πλημμέλειες προσβαλλόμενης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικά με την εγκυρότητα των ενδίκων διαθηκών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (6063/2007), απέρριψε την έφεση μεν του Υπουργού Οικονομικών ως εκπρόθεσμη, τις αντίθετες δε εφέσεις των ήδη διαδίκων ως ουσιαστικά αβάσιμες. Έτσι, όμως, το Εφετείο, επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία, όπως προειπώθηκε, υποχρεώθηκε το αναιρεσείον να αποδώσει στον αντίδικό του τα 6/32 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, μολονότι η τελευταία είχε νομότυπα περιορίσει με τις προτάσεις της, της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτηση της ένδικης αγωγής το σχετικό αγωγικό αίτημα σε αναγνωριστικό.
Με την κρίση του όμως, αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της επιδίκασης περισσοτέρων από όσα ζητήθηκαν. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 9 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και το παραπάνω μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από, εκείνης που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/ 2012, αφού η ρύθμιση που εισάγεται στην περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης, όπως στην προκείμενη περίπτωση, ισχύει για τις υποθέσεις που συζητήθηκαν από τις 2.4.2012 και εφεξής, η ένδικη όμως συζητήθηκε στις 18.5.2011.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6023/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο, όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ