Supreme Court dismisses appeal for failure to address incidental claim, ruling it was considered and rejected by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Second Instance Court's decision regarding an incidental claim and a counterclaim. The appellants argued the lower court failed to address their specific complaints about inconsistencies and cost allocations. The court ruled that the Second Instance Court had indeed considered these arguments and rejected them, thereby rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a failure to address a specific argument is inadmissible if the court of first instance considered and rejected that argument, whether typologically or substantively.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1168 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1168/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μιχαηλίδη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ..., 8) ..., οι οποίες (7η και 8η) εκπροσωπούνται από τους 5η και 6ο οι οποίοι ασκούν τη γονική τους μέριμνα, 9) ..., 10) ..., 11) ..., 12) ..., 13) ..., 14) ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 15) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίκα Καζιτώρη και κατέθεσε προτάσεις, 16) Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Τσούτσο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18/2/2004 αγωγές των υπό στοιχεία 1-8 και 13-14 αναιρεσιβλήτων και την από 30/5/2004 παρεμπίπτουσα αγωγή του 15ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/9/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου, ανέγνωσε την από 17/3/2008 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Aντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Πετράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτή, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία του κλητευθέντος.
Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από 4-11-2008 δώδεκα εφέσεις επιδόσεως του Γραμματέως του Δήμου ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία είχε ορισθεί αρμοδίως δικάσιμος η 4-4-2008, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε γι'αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με επισημείωση επί του πινακίου, και κλήση για συζήτηση στην τελευταία αυτή δικάσιμο (μετά της υπ'αριθμ. 183/28-5-2008 βεβαιώσεως της αρμοδίας γραμματέως του Αρείου Πάγου, περί της αναβολής και του ορισμού της ανωτέρω δικασίμου), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους δεκατέσσερις πρώτους αναιρεσιβλήτους (των 7ης και 8ης τούτων, ....
και ..., εκπροσωπουμένων από τους ασκούντες την γονική μέριμνα αυτών, 5ης και 6ου τούτων). Επομένως, εφ' όσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν, κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως από το πινάκιο, στη σειρά της, και δεν παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία των.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι σε περίπτωση υποθέσεως, η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η επί της ουσίας οριστική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου όχι δε και η πρωτόδικος απόφαση, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Επί τη βάσει τούτων, ο ισχυρισμός της δεκάτης έκτης αναιρεσιβλήτου, ΑΑΕ "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΕ", που προβάλλεται με τις προτάσεις της, ότι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ίδιας, διότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοδίκου δικαστηρίου, ως προς τις διατάξεις της που αναφέρονται στην απόρριψη της, κατ'αυτής στρεφομένης, υπ'αριθμ. Κατ.72/2004 αγωγής και επομένως με αυτή (αναίρεση) έπρεπε να προσβληθεί η πρωτόδικος απόφασης, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, εφ'όσον η απόφαση του πρωτοδίκου δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην απόφαση του εφετείου, κατά το μέρος που αφορά την έφεση των αναιρεσειόντων, η οποία στρέφεται και κατά της ανωτέρω αναιρεσίβλητης εταιρείας και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία και μόνον, έτσι υπόκειται σε αναίρεση.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας εσωτερικού ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Επομένως, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η διάταξη, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, αλλά πρέπει επιπλέον να εξειδικεύεται και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα, στην τελευταία περίπτωση, πού έγκειται ακριβώς το σφάλμα κατά την εφαρμογή του κανόνα.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, όχι όμως αν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται ανεπάρκεια της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται ποιά περιστατικά λείπουν, τα οποία είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας. Αλλά οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ελέγχονται με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά γεγονότα και όχι με βάση εκείνα, που φέρεται ότι είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων, αλλά το δικαστήριο δεν εξέήτασε ή δεν δέχθηκε.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 2 της Κ4/585/5.4.1978 ΑΥΕ και 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1 και 2 του Ν.489/1976, διότι, αν και περί της αστικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΕ" οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, την έφεση και τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους τις αναφερόμενες νομικές σκέψεις και είχαν αποδείξει τα εκτιθέμενα περιστατικά, κατά κακή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων το Εφετείο δεν δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων συγγενών του θανόντος και την έφεση των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που εστρέφετο κατά της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας, αλλά δέχθηκε ανυπαρξία ασφαλιστικής συμβάσεως μεταξύ της εταιρείας αυτής και της δευτέρας αναιρεσείουσας, χωρίς μάλιστα αιτιολογία και δη επαρκή αιτιολογία.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων, αποδείχθηκαν και όχι σ'αυτά, τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν. Επιπλέον, κατά το μέρος που αφορά στην πρώτη αιτίαση (ευθεία παραβίαση του κανόνα) και την δευτέρα αιτίαση κατά το δεύτερο μέρος της (έλλειψη νομίμου βάσεως για ανεπάρκεια αιτιολογίας), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι δεν εκτίθενται στο αναιτετήριο το, κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως και στην τελευταία περίπτωση, πού ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή των, ως άνω, κανόνων, ούτε αναφέρονται τα ελλείποντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ήσαν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας.
Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του, που αφορά στην έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, αναφορικώς με την ανυπαρξία ασφαλιστικής συμβάσεως μεταξύ της δευτέρας αναιρεσείουσας και της αναιρεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρείας, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, αυτή έχει αιτιολογία, ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 4 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση της ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας. Αν στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συντέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 3 εδ. α' του ΚΟΚ/1999 (Ν.2696/1999) "οι πεζοί που χρησιμοποιούν το οδόστρωμα, υποχρεούνται να βαδίζουν αντίθετα με την κατεύθυνση της κυκλοφορίας και όσο το δυνατόν πλησιέστερα στο άκρο του οδοστρώματος, εκτός αν κατ' αυτόν τον τρόπον κινδυνεύουν ή δεν το επιτρέπουν ειδικές περιστάσεις".
Περαιτέρω, οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού και του εξ αυτού παθόντος για την επέλευση της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της υπαιτιότητας και της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, εν σχέσει με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο αυτοκινητικό ατύχημα, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 20.11.2003 περί ώρα 11.30' π.μ. ο πρώτος των εναγομένων στις συνεκδικαζόμενες αγωγές .... (ήδη πρώτος αναιρεσείων) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εξ αυτών ....(ήδη δεύτερης αναιρεσειούσης) εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ..., στο ..., με κατεύθυνση προς .... Στην ίδια οδό, τη στιγμή εκείνη και στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου βάδιζε ο πεζός Π1, με κατεύθυνση από ... προς ... και στο άκρο του οδοστρώματος, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 3 εδ.
α' του ν.2696/1999. Η ανωτέρω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα κυκλοφορίας σε κάθε κατεύθυνση και έχει εύρος οδοστρώματος 6,40 μ., ήτοι 3,20 μ. η κάθε λωρίδα. Η κυκλοφορία των οχημάτων, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ήταν κανονική, το οδόστρωμα ξηρό και υπήρχε επαρκής φυσικός φωτισμός..... Στο 3° χιλιόμετρο της ανωτέρω οδού ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου επιχειρώντας να προσπεράσει το προπορευόμενο, με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε η αδερφή του ..., εισήλθε και κατέλαβε ολόκληρο το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε, βάδιζε πεζός και στην άκρη του οδοστρώματος, ο Π1, με κατεύθυνση από ...προς ..., με αποτέλεσμα να τον χτυπήσει με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του, προκαλώντας το βαρύτατο τραυματισμό του τελευταίου, ο οποίος μεταφέρθηκε σε κωματώδη κατάσταση στο Κέντρο Υγείας ... .
Εκεί διαπιστώθηκε ότι έφερε εκδορές δεξιού βραχίονος, πλάγιας θωρακικής χώρας (ΔΕ) ως επίσης αριστεράς και δεξιάς ωμικής χώρας, θλαστικά τραύματα τριχωτού της κεφαλής, δεξιού αγκώνος, οπίσθιου θωρακικού τοιχώματος, συμπιεστικό κάταγμα του ινιακού οστού, κάτω γνάθου και αριστερών πλευρών...... Εξαιτίας της σοβαρότητας της κατάστασης του, μεταφέρθηκε με το ΕΚΑΒ στο Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο ..., όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, εξαιτίας των οποίων επήλθε τελικά ο θάνατός του στις 27.11.2003......
Δεν αποδεικνύεται αντίθετα ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το ατύχημα έλαβε χώρα εξ αιτίας του ότι ο θανών επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων. Ως προς αυτό τον ισχυρισμό ουδεμία απόδειξη προσκομίστηκε. Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο κρίνει ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού του αυτοκινήτου....., ο οποίος κατά την οδήγηση του άνω οχήματος δεν κατέβαλε την προσοχή και την επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1, 17, 19 παρ.1 και 2 του ν.2094/1992 (Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας).
Ειδικότερα, ο εναγόμενος οδηγός του αυτοκινήτου δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, καθόσον παρόλο ότι κινούνταν σε ευθεία οδό και με συνθήκες πλήρους φυσικού φωτισμού και μεγάλη ορατότητα, όπου μάλιστα επιτρέπεται το προσπέρασμα, κατά την προσπάθεια του να προσπεράσει το προπορευόμενο όχημα, δεν αντιλήφθηκε τον πεζό που εκινείτο νόμιμα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου και με κατεύθυνση ίδια με αυτή που ακολουθούσε και το ζημιογόνο αυτοκίνητο, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, το οποίο από έλλειψη της προσοχής κατέλαβε ολόκληρο και επέπεσε πάνω στον πεζό τραυματίζοντας τον θανάσιμα.
Αντιθέτως, τον θανατωθέντα δεν βαρύνει καμία υπαιτιότητα, καθόσον εκινείτο νόμιμα, ήτοι αντίθετα με την κατεύθυνση της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, σε σχέση με τη δική του πορεία, και στο άκρο του οδοστρώματος, λαμβανομένου υπόψη ότι στο σημείο εκείνο δεν υπήρχε πεζοδρόμιο (αρθ. 38 παρ. 3 εδ. α' Κ.Ο.Κ.), μη έχοντας συνεπώς τη δυνατότητα να αντιληφθεί τον κίνδυνο, καθόσον το ζημιογόνο όχημα εκινείτο προς την ίδια με αυτόν κατεύθυνση, με συνέπεια ο θανών, ο οποίος βάδιζε με τα νώτα του στραμμένα προς αυτό (αυτοκίνητο) να μην έχει σχετική οπτική επαφή.
Επομένως, η προβληθείσα εκ μέρους των εναγομένων ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος στην επέλευση του ατυχήματος, την οποία επαναφέρουν με λόγους των εφέσεών τους, πρέπει να απορριφθεί και κατά συνέπεια οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων των εναγομένων...". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, όσον αφορά στο ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, πρώτου αναιρεσείοντος, και της ελλείψεως συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος συγγενούς των αναιρεσιβλήτων φυσικών προσώπων, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις του Ν.ΓΠΝ/1911, του ΑΚ και του ΚΟΚ/1999.
Και τούτο, διότι τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, που αφορούν στην οδηγική συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντος συγκροτούν την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος, ενώ εκείνα τα περιστατικά, που αναφέρονται στο βάδισμα του θανόντος πεζού επί της οδού κατά το χρόνο της παρασύρσεώς του θεμελιώνουν έλλειψη υπαιτιότητας αυτού για την πρόκληση του ατυχήματος.
Περαιτέρω, με όσα δέχθηκε το Εφετείο αναφορικώς με τα προεκτεθέντα ουσιώδη ζητήματα δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμου βάσεως, αλλά διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, αναφέρεται σαφώς στην απόφαση το σημείο του ρεύματος της οδού, στο οποίο βάδιζε ο θανών πεζός, κατά το χρόνο της παρασύρσεώς του από το αυτοκίνητο (άκρο δεξιό του οδοστρώματος του αντίθετου από το ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου ρεύματος της οδού), και το μέρος του αυτοκινήτου, με το οποίο ο ίδιος κτυπήθηκε (εμπρόσθιο αριστερό).
Διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι δεν υπήρχε πεζοδρόμιο στο ρεύμα της οδού, όπου βάδιζε ο θανών, γι' αυτό και βάδιζε στο άκρο του οδοστρώματος, ενώ αποκρούεται, ως αβάσιμος, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ότι ο θανών εισήλθε αιφνιδιαστικά στο οδόστρωμα και παρεμβλήθηκε στην πορεία του αυτοκινήτου. Η προβαλλομένη αιτίαση, ότι δεν αναφέρεται στην απόφαση η ταχύτητα του αυτοκινήτου και αν αυτή υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, είναι αλυσιτελής, αφού δεν αποδίδεται στον αναιρεσείοντα οδηγό του αυτοκινήτου πταίσμα, αναγόμενο σε υπερβολική ταχύτητα αυτού,? ενώ οι άλλες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι αφορούν ελλείψεις, που ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά συνέπεια, οι δεύτερος και έκτος λόγοι της αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν, κατά ένα μέρος, ως αβάσιμοι, και κατά το άλλο μέρος, ως απαράδεκτοι. Ο ίδιος έκτος λόγος, από τις πλημμέλειες των αριθμών 8, 10 και 12 του ίδιου άνω άρθρου, καθώς και ο τρίτος λόγος από την τελευταία αυτή διάταξη (αριθ. 12) είναι απορριπτέοι ο πρώτος, ως προς την πρώτη αιτίαση ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν προβάλλονται περιστατικά, που να τον θεμελιώνουν, και ως προς τη δεύτερη αιτίαση, ως αβάσιμος, διότι στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρονται τα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα, από το οποία το Εφετείο άντλησε το αποδεικτικό του πόρισμα, αμφότεροι δε οι λόγοι ως προς την τρίτη αιτίαση, αφορώσα σε παραβίαση από το δικαστήριο των ορισμών του νόμου σχετικώς με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ως απαράδεκτοι, διότι η πλημμέλεια αυτή δεν ιδρύεται στην ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ, κατά την οποία δικάστηκε η υπόθεση.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Για να είναι παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, η ακυρότητα, η έκπτωση ή το απαράδεκτο να είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στην τελευταία αυτή διάταξη εξαιρέσεις, το στοιχείο δε αυτό (προβολή ακυρότητας κ.λ.π.) πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος.
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, η οποία αφορά ακυρότητα ή απαράδεκτο, που αναφέρεται στη διακοπή της δίκης, λόγω θανάτου της εναγούσης ... και τη συνέχιση αυτής από τους φερομένους κληρονόμους της, ήδη 9η έως και 12ο αναιρεσιβλήτους.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η προβαλλομένη ακυρότητα ή το απαράδεκτο είχε προταθεί ενώπιον του Εφετείου, δεδομένου ότι δεν συντρέχει καμιά από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις, κατά τις οποίες δεν απαιτείται ο σχετικός ισχυρισμός να είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
Ο ίδιος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον μεν αφορά στην παράβαση του άρθρου 62 ΚΠολΔ στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση κι επομένως είναι αβάσιμος, διότι η αιτίαση αφορά στην νομιμοποίηση των φερομένων ως κληρονόμων της θανούσης και όχι στην έλλειψη ικανότητας αυτών να είναι διάδικοι, καθόσον δε αφορά την παράβαση των άρθρων 67 και 159 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι οι διατάξεις αυτές είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου.
IV. O αναιρετικός λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση. Υπό την έννοια αυτή, πράγματα είναι και οι λόγοι εφέσεως, κύριοι ή πρόσθετοι, δυνάμενοι στην ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο ή τη σύμβαση ασφαλίσεώς του, όπως η ένδικη, να ασκηθούν και με τις προτάσεις (άρθρα 674 παρ. 1 και 681Α ΚΠολΔ), με τους οποίους προβάλλονται αυτοτελείς ισχυρισμοί ή παράπονα κατά της πρωτόδικης αποφάσεως. Αλλά ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό ή τον λόγο εφέσεως και τον απέρριψε, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν απάντησε στον προβληθέντα ενώπιόν του ισχυρισμό για απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής και της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου, λόγω αντιφάσεων, αφού με αυτές το τελευταίο από το ένα μέρος ισχυρίζεται, ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο των αναιρεσειόντων ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία και ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του ατυχήματος και του θανάτου ήταν ο πεζός συγγενής των άλλων αναιρεσιβλήτων και από το άλλο μέρος ζητά να του καταβάλουν οι αναιρεσείοντες τα ποσά, που αυτό θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους τελευταίους αυτούς αναιρεσιβλήτους, ενάγοντες της κύριας αγωγής.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπ'όψη τον ανωτέρω ισχυρισμό και τον απέρριψε, με την παραδοχή του, ότι νομίμως έχουν ασκηθεί η παρεμπίπτουσα αγωγή και η έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου, για την περίπτωση, που γίνει δεκτή η κύρια αγωγή και η έφεση των αναιρεσιβλήτων, που στρέφονται και εναντίον του (όπως πράγματι στα δικόγραφα αυτά διαλαμβάνεται) ήτοι επικουρικώς, υπό την αίρεση ευδοκιμήσεως της εναντίον του αγωγής και της εφέσεως, εφ'όσον άλλως η παρεμπίπτουσα αγωγή του δεν θα αποτελούσε αντικείμενο της δευτεροβαθμίου δίκης.
Εξάλλου, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από την ίδια πιο πάνω πλημμέλεια, ψέγεται το Εφετείο διότι δεν έλαβε υπόψη τον λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων, με τον οποίον παραπονούνταν για την επιδίκαση με την πρωτόδικη απόφαση σε βάρος των και υπέρ του αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου, για τη μερική παραδοχή της παρεμπίπτουσας αγωγής του, δικαστικών εξόδων διπλάσιου ποσού από εκείνο, που επιδικάστηκε στους ενάγοντες της κύριας αγωγής.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, διότι το Εφετείο, μετά την παραδοχή της εφέσεως των εναγόντων της κύριας αγωγής, και της παρεμπίπτουσας αγωγής εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ως προς όλες τις διατάξεις της, που αφορούν και στην παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου, ήτοι και ως προς εκείνη, που αφορά στα δικαστικά έξοδα της αγωγής αυτής και, μετά την εκδίκασή της, επιδίκασε δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσιβλήτου και σε βάρος των αναιρεσειόντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Κατόπιν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-9-2007 αίτηση των ... και..., περί αναιρέσεως της 130/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκάστου των παραστάντων δεκάτου πέμπτου (Ν.Π.Ι.Δ. "Επικουρικό Κεφάλαιο..") και δεκάτης έκτης (Α.Α.Ε. "Υδρόγειος ΑΕ") των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ για κάθε ένα από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ