Legislator Case Law & Legislation
1168/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bus driver dismissal, ruling employer rights override statutory protections when ownership changes.

Case Number 1168/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the bus company against the lower court's decision to uphold the driver's dismissal. The court found that the driver's employer had legally changed due to a new owner acquiring over 40% of the bus, triggering specific statutory grounds for termination. Consequently, the dismissal was deemed valid, and the company was ordered to pay the driver's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 para. 4 and 6 of P.D. 229/1994; When a bus operator's ownership changes such that a new owner holds over 40% and intends to employ the driver, the statutory restrictions on dismissal are satisfied, rendering an otherwise arbitrary termination by the new owner legally valid.

Keywords

AI generated
bus driver dismissal CTEL regulations ownership transfer employment contract termination statutory restrictions employer rights labor law appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 para. 4 and 6 of P.D. 229/1994
Art. 21 para. 2 and 29 of N.D. 102/1973
Art. 14 of P.D. 229/1994
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1168 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1168/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Υπεραστικό ΚΤΕΛ Δράμας Α.Ε.", που εδρεύει στη Δράμα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ανεστόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σπηλιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 750/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-3-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 20-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 2 παρ. 4 και 6 του Π. Δ. 229/1994 "περί Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 21 παρ. 2 και 29 του Ν. Δ. 102/1973, όλο το προσωπικό του ΚΤΕΛ έχει εργοδότη το νομικό πρόσωπο του ΚΤΕΛ, πλην του οδηγού, ο οποίος έχει εργοδότη τον ιδιοκτήτη της ενταγμένης στο ΚΤΕΛ μονάδας εκμεταλλεύσεως, αλλ' όμως ως προς τα δικαιώματα, τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του διέπεται από τον Κανονισμό αυτό.

Η απόλυση των οδηγών των λεωφορείων μπορεί να γίνει μόνο α) για τους λόγους του άρθρου 14 του εν λόγω Κανονισμού, β) εάν μεταβιβασθεί ποσοστό άνω του 40% του λεωφορείου και ο νέος ιδιοκτήτης πρόκειται να καταλάβει τη θέση του οδηγού και γ) όταν πρόκειται τη θέση του οδηγού να καταλάβει τέκνο ή σύζυγος τέκνου ιδιοκτήτη του συγκεκριμένου λεωφορείου, που έχει ποσοστό 40% τουλάχιστον αυτού.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι οδηγοί των ενταγμένων στο ΚΤΕΛ λεωφορείων, που προσλαμβάνονται είτε από τους ιδιοκτήτες είτε από το ΚΤΕΛ, απολύονται μόνο για τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο ως άνω Π. Δ. λόγους και συνεπώς, δεν είναι έγκυρη η αναιτιώδης καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως αυτών, αδιάφορα αν γίνεται από τον ιδιοκτήτη του λεωφορείου, που τους προσέλαβε, ή από το ΚΤΕΛ, όταν αυτό συμβαίνει να είναι ο εργοδότης τους.

Με τις εν λόγω διατάξεις θεσπίζεται περιορισμός του δικαιώματος προς απόλυση των οδηγών λεωφορείων, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες αυτών, που έχουν ενταχθεί στο ΚΤΕΛ, να μη μπορούν να προβούν σε καταγγελία των εργασιακών συμβάσεών τους με μόνη την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, εφόσον δεν συντρέχει και ένας από τους περιοριστικώς προβλεπόμενους στον Κανονισμό ως άνω λόγους.

Τούτο επιβεβαιώνεται και από τη χωρίς διακρίσεις διατύπωση των προαναφερομένων διατάξεων του Κανονισμού και είναι σύμφωνο με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ο οποίος συνίσταται όχι μόνο στην ασφαλή εκτέλεση της μεταφοράς του επιβατικού κοινού και στον περιορισμό της ευθύνης των ιδιοκτητών από τη λειτουργία των λεωφορείων, αλλά συγχρόνως και στην κατοχύρωση της εργασιακής θέσεως των οδηγών και στην αποτροπή των αυθαιρέτων και καταχρηστικών απολύσεων αυτών από μέρους των ιδιοκτητών στα πλαίσια του λειτουργικού και οικονομικού εκσυγχρονισμού των ΚΤΕΛ (Ολ Α.

Π. 15/2002). Επίσης, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, ως μεταβίβαση του ποσοστού 40% του λεωφορείου νοείται η εμπράγματη σύμβαση, η οποία συντελείται με την καταχώρηση και από το χρόνο αυτής της οικείας μεταβιβαστικής πράξεως στο βιβλιάριο μεταβολών του λεωφορείου. Εξάλλου, οι ανωτέρω υπό τα στοιχεία β' και γ' περιπτώσεις απολύσεως οδηγού λεωφορείου του ΚΤΕΛ αποσκοπούν στην εξασφάλιση θέσεων εργασίας στον έχοντα ποσοστό άνω του 40% ιδιοκτήτη αυτού, στο τέκνο του και το σύζυγο του τέκνου του, ενώ για την ταυτότητα του νομικού λόγου η ίδια ρύθμιση ισχύει και αν ο συνιδιοκτήτης του λεωφορείου, έχοντας ήδη ποσοστό μικρότερο του 40% αυτού, αποκτήσει στη συνέχεια και άλλα ποσοστά, τα οποία στο σύνολό τους υπερβαίνουν το εν λόγω όριο.

Έτσι και ο τελευταίος αυτός συνιδιοκτήτης του λεωφορείου, εφόσον έχει τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, μπορεί να ενταχθεί στο ΚΤΕΛ ως οδηγός του λεωφορείου, οπότε οι συνιδιοκτήτες αυτού μπορούν να καταγγείλουν μία μόνο φορά τη σύμβαση εργασίας, που έχει συναφθεί με τον υπάρχοντα οδηγό, για να καταλάβει τη θέση του ο συνιδιοκτήτης, ο οποίος απέκτησε ήδη ποσοστό του λεωφορείου μεγαλύτερο του 40%.

Ακόμη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, 9 παρ. 1 του Β. Δ. της 16/18-7-1920, 8 του Ν. 3514/1920 και 3 παρ. 2 του Π. Δ. 572/1988, με το οποίο η ελληνική νομοθεσία εναρμονίσθηκε προς την υπ' αριθμ. 77/187/14-2-1977 Οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχειρήσεως και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως, την αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις με τον προηγούμενο εργοδότη, το δε εν λόγω αποτέλεσμα επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (Ολ.

Α. Π. 5/1994). Περαιτέρω, στις προαναφερόμενες υπό τα στοιχεία β' και γ' περιπτώσεις ο απολυόμενος οδηγός εντάσσεται αυτόματα στη δύναμη του ΚΤΕΛ, στο οποίο ανήκει το λεωφορείο, που οδηγούσε μέχρι τότε, μόνο εάν η απόλυσή του έγινε μετά την ως άνω καταχώρηση της μεταβιβάσεως της κυριότητας στο βιβλίο μεταβολών του λεωφορείου και υπό την προϋπόθεση ότι έχει υπερβεί το 45ο έτος της ηλικίας του και έχει προϋπηρεσία τουλάχιστον πέντε ετών συνεχώς στον ίδιο ιδιοκτήτη λεωφορείου, που είναι ενταγμένο στο ΚΤΕΛ ή, ανεξαρτήτως ηλικίας, εάν έχει συμπληρώσει υπηρεσία δέκα πέντε ετών σε ενταγμένα στο ΚΤΕΛ λεωφορεία, όπου πλέον εκτελεί τα καθήκοντα μίας από τις ειδικότητες του προσωπικού κινήσεως με πλήρη απασχόληση ή εφόσον έχει τα απαιτούμενα προσόντα, σε θέσεις προσωπικού διοικήσεως - διαχειρίσεως.

Η τελευταία αυτή προϋπηρεσία μπορεί να έχει διανυθεί και σε προηγούμενους από τον απολύσαντα ιδιοκτήτες του αυτού λεωφορείου, τους οποίους διαδέχθηκε αυτός με τη μεταβίβαση του λεωφορείου, ως διάδοχος εργοδότης. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652, 653 και 656 Α. Κ. προκύπτει ότι το ΚΤΕΛ, σε περίπτωση που αρνηθεί να αποδεχθεί την εργασία απολυομένου οδηγού ενταγμένου στη δύναμη αυτού λεωφορείου, ο οποίος, έχοντας τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα , εντάχθηκε αυτόματα στη δύναμή του, λόγω της νομότυπης καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από ένα συνιδιοκτήτη του λεωφορείου με ποσοστό άνω του 40% επ' αυτού, προκειμένου να καταλάβει τη θέση του οδηγού ο ίδιος, καθίσταται υπερήμερο και υποχρεούται να καταβάλει στο μισθωτό - οδηγό τις αποδοχές, που ο τελευταίος θα έπαιρνε σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο (ΣΣΕ ή ΔΑ), αν δεν μεσολαβούσε η άρνηση αυτού (ΚΤΕΛ), το οποίο κατέστη πλέον εργοδότης, να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο Γ1 και η Γ2 (σύζυγος του αναιρεσιβλήτου) ήταν συγκύριοι, κατά ποσοστό 50% έκαστος, του υπ' αριθ. ..... λεωφορείου, το οποίο από το έτος 1987 ήταν ενταγμένο στο "ΚΤΕΛ Ν. Δράμας" και στη διάδοχο αυτού αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Υπεραστικό ΚΤΕΛ Ν.

Δράμας Α. Ε.". Οι εν λόγω συνιδιοκτήτες τη .... κατάρτισαν με τον αναιρεσίβλητο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με την οποία προσέλαβαν αυτόν ως οδηγό του άνω λεωφορείου, αντί των προβλεπομένων από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ νομίμων αποδοχών. Ο ανωτέρω, εις εκτέλεση της συμβάσεως αυτής, παρείχε κανονικά τις υπηρεσίες του ως οδηγός του ως άνω λεωφορείου με πλήρη απασχόληση μέχρι τις 31-5-2004, ενώ στη συνέχεια εξακολούθησε να εργάζεται με την ίδια ειδικότητα, δυνάμει της εν λόγω συμβάσεως εργασίας και με τους αυτούς όρους και μετά την αντικατάσταση του λεωφορείου από το υπ' αριθ. ......

λεωφορείο, στο οποίο οι προαναφερόμενοι συγκύριοι - εργοδότες αυτού είχαν τα ίδια ποσοστά συγκυριότητας. Ακολούθως συνέχισε το Εφετείο ότι στις 28-3-2005 η συνιδιοκτήτρια του λεωφορείου αυτού Γ2 μεταβίβασε νομότυπα με την καταχώρηση της σχετικής μεταβιβαστικής πράξεως στο οικείο βιβλιάριο μεταβολών του λεωφορείου το ποσοστό συγκυριότητάς της επ' αυτού κατά 10 % στον έτερο αρχικό συγκύριο Γ1 και κατά 40% στο Ζ1, ενώ την ίδια ημέρα οι αρχικοί εργοδότες - συγκύριοι του λεωφορείου κατήγγειλαν εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσίβλητου, προκειμένου να καταλάβει τη θέση του οδηγού λεωφορείου ο ανωτέρω νέος συνιδιοκτήτης.

Όμως, ο αναιρεσίβλητος, ενόψει του ότι η καταγγελία αυτή ήταν άκυρη λόγω μη συνδρομής των προβλεπομένων στο Π. Δ. 229/1994 προϋποθέσεων, συνέχισε να παρέχει κανονικά τις υπηρεσίες του ως οδηγός του ως άνω λεωφορείου, δυνάμει της ανωτέρω συμβάσεως εργασίας και με τους ίδιους όρους, έχοντας σ' αυτό πλήρη απασχόληση, ενώ ο νέος συγκύριος - εργοδότης υπεισήλθε αυτοδικαίως στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις αυτού με τους προηγούμενους εργοδότες του, αφού το εν λόγω λεωφορείο, στο οποίο εργαζόταν, εξακολούθησε να είναι ενταγμένο στο ΚΤΕΛ και να εξυπηρετεί τις ανάγκες του.

Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι στις 21-4-2005 ο αρχικός συνιδιοκτήτης Γ1, ο οποίος είχε ποσοστό συγκυριότητας 60% επί του εν λόγω λεωφορείου, μεταβίβασε νομότυπα ποσοστό συγκυριότητας 5% επ' αυτού στο Ζ1, καταχωρώντας τη σχετική μεταβιβαστική πράξη στο οικείο βιβλιάριο μεταβολών του λεωφορείου. Έτσι, ο τελευταίος απέκτησε συνολικά ποσοστό συγκυριότητας επί του εν λόγω λεωφορείου ανώτερο του 40% και από το χρόνο της καταχωρήσεως στο ως άνω βιβλιάριο και της μεταβιβαστικής αυτής πράξεως θεωρείται νέος συνιδιοκτήτης του λεωφορείου.

Ο τελευταίος, προκειμένου να εργασθεί ως οδηγός αυτού, κατήγγειλε εγγράφως στις 27-4-2005 την ανωτέρω σύμβαση εργασίας του αναιρεσίβλητου, ενώ στο έγγραφο της καταγγελίας γινόταν ρητή επίκληση του λόγου της καταγγελίας, που προβλέπεται από το άρθρο 2 παρ. 6β του Π.Δ. 229/1994 και συνίσταται στην κατάληψη της θέσεως του οδηγού από τον ίδιο.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά έκρινε το Εφετείο ότι η αιτιώδης αυτή καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι έγκυρη και παράγει τα έννομα αποτελέσματά της, γιατί έγινε για πρώτη φορά, αφού η προηγούμενη άκυρη καταγγελία θεωρείται ως μη γενόμενη, ενώ οι ανωτέρω εργοδότες του αναιρεσίβλητου και συνιδιοκτήτες του λεωφορείου κατέθεσαν αυθημερόν στο συμβολαιογράφο Δράμας Ματθαίο Δομνίδη το αναφερόμενο γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, ποσού 17.947,02 ευρώ, που αντιστοιχούσε στη δικαιούμενη από τον απολυόμενο οδηγό αποζημίωση απολύσεως του Ν. 2112/1920.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος στις 30-5-2005 ενημέρωσε εγγράφως την αναιρεσείουσα για τη γενόμενη νόμιμη απόλυσή του και τη συνδρομή στο πρόσωπό του των προβλεπομένων στο άρθρο 2 παρ. 6 του Π. Δ. 229/1994 προϋποθέσεων της συμπληρώσεως 15ετούς υπηρεσίας ως οδηγού του ενταγμένου σ' αυτή ως άνω λεωφορείου, πλήρους απασχολήσεως και της απολύσεώς του για τον προεκτιθέμενο λόγο και στη συνέχεια ζήτησε να ενταχθεί αυτόματα στη δύναμη αυτής και να αναλάβει σχετικά καθήκοντα, πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε να αποδεχθεί την εργασία του, μολονότι συνέτρεχαν οι ως άνω νόμιμες προϋποθέσεις της αυτόματης εντάξεως αυτού στο εργατικό δυναμικό της.

Έτσι, η αναιρεσείουσα κατέστη υπερήμερη από 30-5-2005, που ο αναιρεσίβλητος προσέφερε πραγματικώς και προσηκόντως τις υπηρεσίες του και υποχρεούται έκτοτε και μέχρι την άρση της υπερημερίας της να καταβάλει σ' αυτόν τις αναφερόμενες αποδοχές, που θα έπαιρνε αν δεν μεσολαβούσε η άρνηση αυτής να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη από 18-7-2005 αγωγή του αναιρεσίβλητου, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού ο ανωτέρω συνιδιοκτήτης του συγκεκριμένου λεωφορείου, στο οποίο ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν ως οδηγός πλέον της 15ετίας, μετά την αύξηση του ποσοστού της συγκυριότητάς του επ' αυτού από 40% σε 45% και την καταχώρηση της σχετικής μεταβιβαστικής πράξεως στο οικείο βιβλιάριο μεταβολών του λεωφορείου θεωρείται νέος συνιδιοκτήτης αυτού και, εκδηλώνοντας την πρόθεσή τους να ενταχθεί στη δύναμη του ΚΤΕΛ ως οδηγός του εν λόγω λεωφορείου, άσκησε νόμιμο δικαίωμά του, κάνοντας χρήση για πρώτη φορά του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που τον συνέδεε με τον αναιρεσίβλητο οδηγό του λεωφορείου, ο δε τελευταίος, που είχε τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, εντάχθηκε αυτόματα στη δύναμη του ΚΤΕΛ, το οποίο, αρνούμενο να αποδεχθεί την εργασία αυτού, κατέστη υπερήμερο.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ. Πολ. Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-3-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Υπεραστικό ΚΤΕΛ Ν. Δράμας Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 750/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ