Legislator Case Law & Legislation
1168/2007 AI generated

1168/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1168/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1168/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 1117/1986). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 (ΑΠ 1380/2001, 1185/1993).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1168 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1168/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Χατζησταύρου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Ανώνυμης Εταιρίας παραγωγής ετοίμου Σκυροδέματος, με την επωνυμία ΣΤΕΓΑΛ Α.Ε., που εδρεύει στο 25ο χιλιόμετρο της Εθνικής οδού Αθηνών - Θηβών και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) Χ4. Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Αλεύρωντα, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 4-4-2007 δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Ο 2ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Γεωργίου, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 4-4-2007 δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται. Η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Οικονομόπουλο και η 5η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο. Οι 3ος και 6ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 774/2002 μη οριστική, 1806/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 122/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 27-3-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμων των λόγων αναιρέσεως που κρίθηκαν ως τέτοιοι στο σκεπτικό της παρούσας εισηγήσεως και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ΄ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ΄Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες υπ΄ αριθ. 6712 Δ της 13-7-2006 και 6688 Δ της 10-7-2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .... , αντίστοιχα, και τις κάτω από κάθε μία από αυτές αφενός από 13-7-2006 και 10-7-2006 έγγραφες αποδείξεις των αξιωματικών υπηρεσίας των Αστυνομικών Τμημάτων Κορυδαλλού και Ασπροπύργου, αντιστοίχως, και αφετέρου από τις από 14-7-2006 και 11-7-2006, αντίστοιχα, έγγραφες βεβαιώσεις του εν λόγω δικαστικού επιμελητή, που έχουν προσυπογραφεί από τους αρμόδιους ταχυδρομικούς υπαλλήλους, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε σε κάθε έναν από τους τρίτο και έκτο από τους αναιρεσίβλητους (Χ3 και Χ4, αντίστοισα), με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση.

Οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών.-

2.- Επειδή, από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ και 1 και 16 του κ.ν. 551/1915, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποιηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι΄ αυτόν μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ.

ΑΠ 1117/1986). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 (ΑΠ 1380/2001, 1185/1993).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 922 του ΑΚ, "ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος).

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688 - 691 του ΑΚ, προκύπτει ότι γενικώς ο εργολάβος, αφού δεν εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του και συνεπώς είναι ανεύθυνος ο εργοδότης για τις υπαίτιες και άδικες πράξεις του εργολάβου ή των από αυτόν προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου.

Στην περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης έχει επιφυλάξει στον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος, αφού υπακούει στις οδηγίες του, θεωρείται ως προστηθείς (βλ. σχ. ΑΠ 1592/1998). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση. ΄Ετσι "πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως αποτελούν και οι βάσεις της αγωγής, αν είναι ορισμένες.

Στην προκειμένη περίπτωση στην ένδικη από 20-2-2002 αγωγή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ο αναιρεσείων εξέθεσε τα εξής : Αυτός στις 30-11-2000 και περί την 08.30 ώρα, ενώ εργαζόταν, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας με τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ως εργάτης οικοδόμος σε εργασίες ρίψεως έτοιμου σκυροδέματος (μπετόν), στην ανεγειρόμενη επί της οδού ....., αριθ. ...

στον ....., οικοδομή, ιδιοκτησίας του έκτου αναιρεσιβλήτου, την οποία είχε αναλάβει να κατασκευάσει, δυνάμει συμβάσεως έργου, ο πρώτος αναιρεσίβλητος, με επιβλέποντα το έργο μηχανικό το δεύτερο αναιρεσίβλητο, τραυματίστηκε σοβαρά. Η παραγγελία του ως άνω έτοιμου σκυροδέματος είχε γίνει στην τέταρτη αναιρεσίβλητη εταιρεία παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος, που απέστειλε έτοιμο μπετόν σε βυριοφόρο μαζί με ειδικό όχημα (αντλία) έκχυσής του, ιδιοκτησίας της, στην υπό ανέγερση οικοδομή με αριθμό κυκλοφορίας ......

και χειριστή της επιλογής της και προστηθέντα από την ίδια τον τρίτο αναιρεσίβλητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο από την τέταρτη αναιρεσίβλητη στην πέμπτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία για αποκατάσταση αστικών ζημιών τρίτων. Περί ώρα 08.00 της εν λόγω ημέρας, ειδικότερα, ο χειριστής του οχήματος (πρέσσας, τρίτος αναιρεσίβλητος στήριξε τους τέσσερις βραχίονές του, ώστε να είναι έτοιμο να αντλήσει και να διοχετεύσει το μπετόν στην οικοδομή αυτήν και μάλιστα ενώπιον του συνεργείου του πρώτου αναιρεσιβλήτου, προκειμένου μόλις δοθεί η εντολή από αυτόν να αρχίσει η αποστολή του σκυροδέματος, δια του ειδικού σωλήνος - εξαρτήματος του εν λόγω μηχανήματος έργου, στην πλάκα της οικοδομής.

Όταν ο εν λόγω χειριστής του οχήματος (πρέσσας) τελείωσε τις εργασίες στηρίξεώς του, ανέβηκε στην "ταράτσα" του ισογείου που ήταν καλουπωμένη και σιδερωμένη, έτοιμη να δεχθεί το μπετόν. Κρατούσε το τηλεχειριστήριο της πρέσσας με τη φυσούνα και ήταν έτοιμος με αυτό να κατευθύνει τη φυσούνα στο καλούπι κολώνας και να διοχετεύσει σε αυτήν μπετόν.

Ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ο άλλος εργαζόμενος Ζ1 βρίσκονταν πλησίον του σημείου όπου επρόκειτο να δεχτεί το μπετόν. Ο τελευταίος θα χειριζόταν το εξάρτημα μηχανήματος κτυπήματος και διαμορφώσεως του μπετόν που θα εκχυνόταν από τη φυσούνα, ο αναιρεσείων πιο μακριά, περίπου δύο μέτρα, κρατούσε το σωλήνα - λώρο του μηχανήματος που ξεκινούσε από κάτω όπου ήταν εγκατεστημένο το κυρίως μηχάνημα, προσέχοντας να μην μπλέκει στα σίδερα της πλάκας ο σωλήνας - λώρος κατά τις μετακινήσεις του από το Ζ1 στα διάφορα σημεία της καλουπωμένης οροφής.

Περί ώρα 08.30 ο πρώτος αναιρεσίβλητος (εργολάβος), ενώ απουσίαζε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος επιβλέπων πολιτικός μηχανικός , που όφειλε να παρακολουθεί τις εργασίες και να δίδει οδηγίες και εντολές για την ασφαλή διεξαγωγή τους, και αφού ήδη τους είχε τοποθετήσει στις θέσεις εργασίας, έδωσε εντολή να ξεκινήσει η λειτουργία της αντλίας, δηλαδή να ξεκινήσει η αποστολή του έτοιμου σκυροδέματος μέσω του σωλήνα στην πλάκα της οικοδομής.

Δευτερόλεπτα μετά την εντολή αυτήν και ενώ η αντλία άρχισε να λειτουργεί, με τηλεχειρισμό της από τον τρίτο αναιρεσίβλητο, το άκρο του σωλήνα διοχετεύσεως του υλικού (φυσούνα), εξαιτίας απότομης κλήσεως που πήρε η επίδικη αντλία λόγω καθιζήσεως του εμπρόσθιου δεξιού βραχίονα στηρίξεώς της που είχε τοποθετηθεί πάνω σε εμφανή μπάζα της οικοδομής και όχι σε στερεό έδαφος, και μάλιστα πλησίον ανοίγματος θεμελίων παρακείμενης οικοδομής, και όχι στο δρόμο σε σταθερή επιφάνειά του, όπου κατακρημνίστηκε τελικά σε αυτό σε βάθος 2,5 περίπου μέτρων, τον κτύπησε αρχικά στο κεφάλι μετά στο σώμα προς το δεξί του πόδι και στη συνέχεια τον έριξε στο έδαφος προκαλώντας του ζαλάδα από διάσειση και τελικά βαρύ τραυματισμό στο δεξί πόδι.

Ο τραυματισμός του δε αυτός οφειλόταν, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή διαλαμβανόμενα, σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, ενώ για τον τραυματισμό του αυτόν ευθύνονται, κατά την αγωγή, και οι λοιποί αναιρεσίβλητοι και δη α) η τέταρτη από αυτούς ως κυρία του ζημιογόνου μηχανήματος και ως προστήσασα τον τρίτο αναιρεσίβλητο στην υπηρεσία την οποία αυτός, κατά τα πιο πάνω, εκτελούσε, β) η πέμπτη από αυτούς λόγω της ως άνω συμβάσεως ασφαλίσεως και γ) ο έκτος από αυτούς αντικειμενικώς ως ο κύριος του έργου κατά την εκτέλεση του οποίου επήλθε ο τραυματισμός του.

Ζήτησε δε με την αγωγή του αυτήν ο αναιρεσείων να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν σ΄ αυτόν, εις ολόκληρον καθένας, το ποσό των 219.970 (220.000 - 10 ευρώ για παράσταση πολιτικής αγωγής) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της ως άνω αδικοπραξίας, με το νόμιμο τόκο από τις 30-11-2000 (ημέρα του ατυχήματος), άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Σύμφωνα με τα παραπάνω και όσα εκτίθενται στην αγωγή, πράγματι αυτό καθόσον απευθυνόταν κατά του έκτου αναιρεσεσιβλήτου (Χ4) ήταν νομικά αβάσιμη, αφού κατά τα εκτιθέμενα σ΄ αυτήν, ο τελευταίος ήταν μεν κύριος της ανεγειρόμενης οικοδομής, πλην όμως την κατασκευή της είχε αναθέσει, δυνάμει συμβάσεως έργου, στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ως εργολάβο, ο οποίος και την κατασκεύαζε και έτσι δεν βρισκόταν σε σχέση προστήσεως με τον εν λόγω κύριο της οικοδομής (έκτο αναιρεσίβλητο), ο οποίος, πάντοτε κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ούτε είχε προσλάβει τον αναιρεσείοντα, αλλ΄ ούτε είχε επιφυλάξει στον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου με υποχρέωση του αντισυμβαλλομένου του (εργολάβου) να υπακούει στις οδηγίες του και έτσι να θεωρείται ως προστηθείς (δεδομένου ότι κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στην αγωγή).

Και ναι μεν, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951 και εκείνης του άρθρου 26 παρ. 9 του ίδιου νόμου, στις οικοδομικές εργασίες, ως εργοδότης, από την άποψη εφαρμογής του εν λόγω νόμου περί κοινωνικών ασφαλίσεων θεωρείται όχι μόνο ο εργολάβος ή υπεργολάβος, που προσλαμβάνει και αμείβει τους ασφαλισμένους, αλλά και ο κύριος του έργου (πλασματικός εργοδότης), πλην όμως ο τελευταίος θεωρείται ως "πλασματικός εργοδότης" αποκλειστικά και μόνο αναφορικά με την εφαρμογή του αμέσως πιο πάνω νόμου και όχι ως πρόσωπο που αντικειμενικώς ευθύνεται για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας τραυματισμού του με τον εργολάβο με σύμβαση εργασίας συνδεόμενου παθόντος (πρβλ.

Ολ. ΑΠ 1117/1986, ΑΠ 1417/1991). Επομένως το Εφετείο με το να κρίνει και αυτό (όπως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ως άνω ένδικη αγωγή καθόσον απευθυνόταν κατά του έκτου αναιρεσιβλήτου ήταν νομικά αβάσιμη δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 5 και 26 παρ. 9 του α.ν. 1846/1951 και 914, 922 και 932 του ΑΚ και γι΄ αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Εξάλλου, με βάση όσα εκτίθενται στην αγωγή, υφίσταται πράγματι ευθύνη και της τέταρτης αναιρεσίβλητης για την εις βάρος του αναιρεσείοντος τελεσθείσα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αδικοπραξία, αφού αυτή είχε προστήσει τον τρίτο αναιρεσίβλητο στην υπηρεσία εκχύσεως του έτοιμου σκυροδέματος, κατά την οποία από αμέλεια και του τελευταίου ο αναιρεσείων τραυματίστηκε.

Επομένως, η ως άνω ένδικη αγωγή καθόσον απευθυνόταν κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης ήταν κατά το κύριο αίτημά της, καθώς και κατά το επικουρικό παρεπόμενο περί επιδικάσεως τόκων (από την επίδοση της αγωγής και εφεξής) αίτημά της νομικά βάσιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 299, 932 και 346 του ΑΚ.

΄Ετσι το Εφετείο, το οποίο, κατόπιν παραδοχής ως βασίμου σχετικού λόγου της εφέσεως της τέταρτης αναιρεσίβλητης, δέχτηκε κατ΄ ουσίαν την έφεση αυτήν κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, εξαφάνισε την απόφαση αυτήν κατά το μέρος της που αφορούσε την εν λόγω (τέταρτη) αναιρεσίβλητη και στη συνέχεια, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την ένδικη από 20-2-2002 αγωγή καθόσον αυτή απευθυνόταν κατά της ίδιας αναιρεσίβλητης, παρέλειψε να λάβει υπόψη τη βάση της ένδικης αγωγής που στηριζόταν στην ύπαρξη σχέσεως προστήσεως μεταξύ της τέταρτης αναιρεσίβλητης και του τρίτου αναριεσιβλήτου.

Γι΄ αυτό ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, από το άρθρο 8 περ. β΄ ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη της βάσεως της αγωγής που στηριζόταν στην ύπαρξη σχέσεως προστήσεως μεταξύ της τέταρτης αναιρεσίβλητης και του τρίτου αναιρεσιβλήτου, είναι βάσιμος. Τέλος, τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση της υπαιτιότητας του δεύτερου αναιρεσιβλήτου για την πρόκληση της εις βάρος του αναιρεσείοντος αδικοπραξίας στηρίζουν τη νομική βασιμότητα της αγωγής αυτής καθόσον ευθύνεται κατά του εν λόγω (δεύτερου) αναιρεσιβλήτου, αφού αναφέρεται στην αγωγή ότι ο αναιρεσίβλητος αυτός, μολονότι είχε την ιδιότητα του επιβλέποντος μηχανικού, απουσίαζε κατά την εκτέλεση της εργασίας εκχύσεως του έτοιμου σκυροδέματος, αλλά και, σε κάθε περίπτωση, παρέλειψε να υποδείξει το κατάλληλο σημείο επί του εδάφους επί του οποίου θα έπρεπε να τοποθετηθούν σταθερώς οι βραχίονες της αντλίας σκυροδέματος, έτσι ώστε να αποφευχθούν η μετακίνηση του μηχανήματος αυτού και περαιτέρω ο τραυματισμός του αναιρεσείοντος.

Επομένως, η ως άνω ένδικη αγωγή καθόσον απευθυνόταν κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου ήταν κατά το κύριο αίτημά της, καθώς και κατά το επικουρικό παρεπόμενο περί επιδικάσεως τόκων (από την επίδοση της αγωγής και εφεξής) αίτημά της νομικά βάσιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 299, 932 και 346 του ΑΚ.

Έτσι το Εφετείο, το οποίο, κατόπιν παραδοχής ως βασίμου σχετικού λόγου της εφέσεως του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, δέχτηκε κατ΄ ουσίαν την έφεση αυτήν κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, εξαφάνισε την απόφαση αυτήν κατά το μέρος της που αφορούσε τον εν λόγω (δεύτερο) αναιρεσίβλητο και στη συνέχεια, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την ως άνω ένδικη αγωγή καθόσον αυτή απευθυνόταν κατά του ίδιου αναιρεσιβλήτου με την αιτιολογία ότι ο τελευταίος, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής "δεν έφερε την ιδιότητα του προστηθέντος του εργολάβου - εργοδότη του ενάγοντος" ( αναιρεσείοντος), παρέλειψε να λάβει υπόψη τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηριζόταν η αγωγή καθόσον απευθυνόταν κατά του εν λόγω (δεύτερου) αναιρεσιβλήτου.

Γι΄ αυτό ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, από το άρθρο 8 περ. β΄ ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη των αμέσως πιο πάνω πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηριζόταν η αγωγή καθόσον απευθυνόταν κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, είναι βάσιμος.-

3.- Επειδή, κατά μεν το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 489/1976 "ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος", κατά δε το άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου νόμου "επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 3, απαγορεύεται η κυκλοφορία αυτοκινήτου στην Ελλάδα, αν δεν υπάρχει κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 ασφαλιστική κάλυψη", ενώ, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου, "το πρόσωπο που ζημιώθηκε, έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής, ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 του ν. ΓπΝ/1911, "δια πάσαν υπό του αυτοκινήτου κατά τη λειτουργίαν του ζημίαν προς τρίτους ενέχεται εις αποζημιώσεις ο τε οδηγός και ο κατά το άρθρο 2 κάτοχος". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη θεμελίωση ευθύνης με βάση το ν. ΓπΝ/1911, καθώς και για τη θεμελίωση ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρείας, σε περίπτωση τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, είτε με βάση τον αμέσως πιο πάνω νόμο είτε με βάση το κοινό δίκαιο (άρθρ. 914 επ.

ΑΚ) βασική προϋπόθεση είναι ότι το ατύχημα προκαλείται "κατά τη λειτουργία" του αυτοκινήτου. Πάντως δεν αποτελεί ατύχημα κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου αυτό που προέρχεται από μηχάνημα, όπως είναι η πρέσσα (αντλία) εκχύσεως έτοιμου σκυροδέματος (μπετόν), που είναι σταθερά τοποθετημένο σε ειδικά διασκευασμένο αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της.

Και αυτό γιατί η ζημία δεν συνδέεται με τους ειδικούς τυπικούς κινδύνους του αυτοκινήτου, αφού το προέχον εδώ είναι η λειτουργία της αντλίας, η οποία είναι τοποθετημένη στο αυτοκίνητο, ο χαρακτηρισμός του οποίου ως τέτοιου δεν παίζει ρόλο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Σύμφωνα με τα παραπάνω και όσα εκτίθενται στην αγωγή, κατά τα στη δεύτερη σκέψη της παρούσας αποφάσεως σχετικώς αναφερόμενα, πράγματι η αγωγή καθόσον απευθυνόταν κατά της πέμπτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας ήταν νομικά αβάσιμη, αφού, κατά τα εκτιθέμενα σ΄ αυτήν, η ασφάλιση του βυτιοφόρου αυτοκινήτου, στο οποίο ήταν τοποθετημένη η αντλία εκχύσεως του έτοιμου σκυροδέματος (μπετόν), δεν κάλυπτε και το ένδικο ατύχημα, δεδομένου ότι η εν λόγω αγωγή, όπως από αυτήν προκύπτει, δεν έχει ως βάση ούτε ζημία από τη λειτουργία αυτού του ίδιου του προαναφερόμενου βυτιοφόρου αυτοκινήτου, αλλ΄ ούτε και το ότι η σύμβαση ασφαλίσεως κάλυπτε και τις τυχόν ζημίες που θα προκαλούσε η προαναφερόμενη αντλία κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της, δεδομένου ότι προς θεμελίωση της αγωγής καθόσον αυτή απευθύνεται κατά της πέμπτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας απλώς και μόνο αναφέρεται σ΄ αυτήν ότι το ως άνω βυτιοφόρο αυτοκίνητο μαζί με ειδικό όχημα (αντλία) έκχυσης του μπετόν ήταν ασφαλισμένο στην εν λόγω (πέμπτη) αναιρεσίβλητη "για αποκατάσταση αστικών ζημιών τρίτων".

Επομένως το Εφετείο με το να κρίνει, όπως εκτιμάται, ότι η ως άνω ένδικη αγωγή καθόσον απευθυνόταν κατά της πέμπτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας ήταν νομικά αβάσιμη και να την απορρίψει ως τέτοια δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ν. 489/1976, καθώς και του άρθρου 4 του ν.

ΓπΝ/1911 και γι΄ αυτό ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η με το ίδιο μέρος του λόγους αναιρέσεως περαιτέρω προβαλλόμενη αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 489/1976, όπως η παράγραφος αυτή ήδη ισχύει μετά την αντικατάσταση του εν λόγω άρθρου με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 2170/1993, κατά το οποίο ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου που το θέτει σε κυκλοφορία ή ανέχεται να το κυκλοφορεί άλλος χωρίς να είναι τούτο ασφαλισμένο κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού τιμωρείται με τις αναφερόμενες ποινές, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, γιατί η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη είναι ποινική και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή κάποιο ιδιωτικό δικαίωμα.

Ο ίδιος (τέταρτος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο (δεύτερο) μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, επειδή κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση αυτή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες στο μέρος της που αφορά την ένδικη αγωγή καθόσον αυτή απευθυνεται κατά της πέμπτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας (άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο απλώς έκρινε, όπως εκτιμάται, ως νομικά αβάσιμη την αγωγή αυτήν καθόσον απευθύνεται κατά της αμέσως πιο πάνω (πέμπτης) αναιρεσίβλητης, χωρίς να εισέλθει σε περαιτέρω κατ΄ ουσίαν έρευνά της και στη συνέχεια να διατυπώσει οποιοδήποτε αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με το μέρος αυτό της αγωγής.-

4.- Επειδή, κατά το άρθρο 283 ΚΠολΔ, "1. η παρεμπίπτουσα αγωγή ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους στο ίδιο δικαστήριο πρέπει να περιέχει μεταγενέστερη αίτηση του ενός ή του άλλου διαδίκου. 2. Οι παρεμπίπτουσες αγωγές μπορούν να ασκηθούν σε κάθε στάση της δίκης και κατ΄ έφεση, εκτός αν περιέχουν αυτοτελή αίτηση".

Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς τις διατάξεις των άρθρων 223 και 224 του ίδιου Κώδικα, κατά τις οποίες είναι απαράδεκτη η μεταβολή, αντίστοιχα, του αιτήματος και της βάσεως της αγωγής, σαφώς συνάγεται ότι απαραδέκτως ασκείται για πρώτη φορά παρεμπίπτουσα αγωγή που περιέχει αυτοτελή αίτηση μετά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της κύριας αγωγής (βλ.

σχ. ΑΠ 1305/1983). Μη αυτοτελής αίτηση είναι εκείνη που κατατείνει απλώς σε ενίσχυση της κύριας αιτήσεως, προστιθέμενη σ΄ αυτήν. Κάθε άλλη αίτηση που μπορεί να ερευνηθεί και ανεξάρτητα από την κύρια δίκη είναι αυτοτελής. Τέτοια αυτοτελής αίτηση είναι από τη φύση της και εκείνη με την οποία επαυξάνεται το αρχικό αίτημα της αγωγής, εφόσον δεν πρόκειται για παρεπόμενα του κύριου αντικειμένου της αγωγής, τα οποία μπορούν να ζητηθούν εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό ή για οψιγενείς παρεπόμενες απαιτήσεις, που μπορούν να ζητηθούν και κατ΄ έφεση (άρθρα 223, 224, 525 παρ. 2-3 και 526 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, μετά την έκδοση της προεκδοθείσας υπ΄ αριθ. 774/2003 μη οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), με την οποία διατάχθηκε η διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, με την από 28-9-2003 κλήση του επανέφερε προς συζήτηση ενώπιον του εν λόγω (πρωτοβαθμίου) δικαστηρίου την κύρια ένδικη αγωγή του, στο δικόγραφο δε της κλήσεώς του αυτής ένωσε και παρεμπίπτουσα αγωγή με την οποία, επαυξάνοντας το αρχικό αίτημα της κύριας αγωγής, ζήτησε την επιδίκαση του μεγαλύτερου χρηματικού ποσού των 299.990 ευρώ (300.000 - 10 ευρώ για παράσταση πολιτικής αγωγής) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας του επίδικου τραυματισμού του, επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στην παρεμπίπτουσα αυτήν αγωγή, μετά την άσκηση της κύριας αγωγής του πληροφορήθηκε από τους θεράποντες ιατρούς του ότι εξαιτίας του ως άνω τραυματισμού του επήλθε βράχυνση του ποδιού του και ως εκ τούτου η σωματική βλάβη που είχε υποστεί ήταν πολύ βαρύτερη.

Το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η με την παρεμπίπτουσα αγωγή επαύξηση του αιτηθέντος ποσού για χρηματική ικανοποίηση απαραδέκτως είχε γίνει και κατόπιν τούτου απέρριψε το σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός παραπονούνταν ότι εσφαλμένως είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκληθείσα υπ΄ αριθ. 1806/2004 οριστική απόφασή του η προαναφερόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή του.

΄Ηδη με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να κρίνει όπως πιο πάνω αναφέρεται παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και έτσι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού πράγματι ορθά είχε κριθεί ως απαράδεκτη η ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή, εφόσον αυτή, περιέχουσα, σύμφωνα με τα παραπάνω, αυτοτελή αίτηση, δεν μπορούσε να ασκηθεί για πρώτη φορά μετά την πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.-

5.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, ενώ εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία, κατά μερική παραδοχή σχετικού αιτήματος που περιεχόταν στην ένδικη κύρια αγωγή, είχε διαταχθεί προσωπική κράτηση διάρκειας μέχρι τριών μηνών εις βάρος και των πρώτου και τρίτου αναιρεσιβλήτων, ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως, στη συνέχεια, δεχόμενο την εν λόγω αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος, δηλαδή για το ποσό των 73.500 ευρώ, καθόσον αυτή απευθυνόταν κατά των 1ου και 3ου αναιρεσιβλήτων, ουδέν διέλαβε για το αν θα έπρεπε ή όχι να διαταχθεί και προσωπική κράτηση κατά των αναιρεσιβλήτων αυτών ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της ήδη προσβαλλόμενης αποφάσεώς του. ΄Ετσι άφησε αδίκαστο το σχετικό αγωγικό αίτημα και υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ΄ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι΄ αυτό ο σχετικός έκτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή του Εφετείου είναι βάσιμος.-

6.- Επειδή, κατ΄ ακολουθίαν όλων των παραπάνω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει : Α) καθόσον απευθύνεται κατά των πέμπτης και έκτου αναιρεσιβλήτων (ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" και Χ4, αντίστοιχα) να απορριφθεί, εφόσον οι τέταρτος καθ΄ όλα τα μέρη του και πρώτος, αντίστοιχα, λόγοι αναιρέσεως που τους αφορούν κρίθηκαν απορριπτέοι και Β) α) καθόσον απευθύνεται κατά των πρώτου και τρίτου αναιρεσιβλήτων (Χ1 και Χ3, αντίστοιχα) να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί μερικώς ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνο κατά το μέρος της κατά το οποίο παρέλειψε να αποφανθεί επί του για προσωπική κράτηση των εν λόγω αναιρεσιβλήτων αγωγικού αιτήματος, κατά το έκτο λόγο αναιρέσεως που κρίθηκε βάσιμος και β) καθόσον απευθύνεται κατά των δεύτερου και τέταρτης αναιρεσιβλήτων (Χ2 και ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤΕΓΑΛ Α.Ε.", αντίστοιχα) να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τους τρίτο και δεύτερο, αντίστοιχα, λόγους αναιρέσεως που τους αφορούν και οι οποίοι κρίθηκαν βάσιμοι, και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος έναντι της πέμπτης αναιρεσίβλητης, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης αυτής κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Ζήτημα επιδικάσεως ή μη δικαστικής δαπάνης υπέρ του έκτου αναιρεσιβλήτου δεν τίθεται, εφόσον δεν υποβλήθηκε από αυτόν, ο οποίος δεν παραστάθηκε, σχετικό αίτημα.

Οι λοιποί (1ος, 2ος, 3ος και 4η) αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό αίτημα αυτού (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1 Μαΐου 2006 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 122/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών καθόσον η αίτηση αυτή απευθύνεται κατά των πέμπτης και έκτου των αναιρεσιβλήτων (ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" και Χ4, αντίστοιχα).- Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της πέμπτης αναιρεσίβλητης (ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ"), την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-

Αναιρεί την αμέσως πιο πάνω υπ΄ αριθ. 122/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μερικώς μεν ως προς τους πρώτο και τρίτο αναιρεσιβλήτους (Χ1 και Χ3, αντίστοιχα) και δη μόνο κατά το μέρος της κατά το οποίο παρέλειψε να αποφανθεί επί του για προσωπική κράτηση των εν λόγω αναιρεσιβλήτων αγωγικού αιτήματος, ολικά δε ως προς τους δεύτερο και τέταρτη αναιρεσιβλήτους (Χ2 και ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΤΕΓΑΛ Α.Ε.", αντίστοιχα).-

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος ως προς το οποίο χώρησε η αναίρεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και

Καταδικάζει τους αμέσως πιο πάνω πρώτο, δεύτερο, τρίτο, και τέταρτη αναριεσιβλήτου (Χ1, Χ2, Χ3 και ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΤΕΓΑΛ Α.Ε.", αντίστοιχα) στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2007.

O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ