Supreme Court dismisses appeal on handwriting and literacy grounds for invalidating a self-written will.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision rejecting the appeal against a will. The lower court found the deceased unable to write or read, rendering the self-written will invalid due to lack of handwriting and literacy. The court upheld this finding, rejecting the appellant's arguments that the will was genuine.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1721 and 1723 of the Civil Code; A self-written will is invalid if the testator could not write the text by hand or read it, as required for its validity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1167 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1167/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Κ. Μ., το γένος Α. Τ., κατοίκου Ιωαννίνων η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Σδούκο, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Τ. του Α. και Β., κατοίκου ... Ιωαννιτών Ιωαννίνων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μυγιάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 139/2020 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-8-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 31-8-2022 αίτηση αναίρεσης (αριθ. εκθ. κατ. 25/31-8-2022) προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 139/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση της εναγομένης (εκκαλούσας - αναιρεσίβλητης) κατά της υπ' αριθ. 70/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 30-9-2015 αγωγή (αριθ. εκθ. κατ. 200/27-10-2015) του ενάγοντος (εφεσιβλήτου -αναιρεσιβλήτου) και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης, που φέρεται ότι συντάχθηκε από την θανούσα αδελφή των διαδίκων. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1 και 3 Β , 552, 553, 556, 558, 564, παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή και, συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003 ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016), δηλαδή, οι ισχυρισμοί, που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005).
Απαραίτητη προϋπόθεση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου είναι ο αυτοτελής ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη, να είχε προταθεί παραδεκτά (ΑΠ 20/2016, ΑΠ 623/2011, ΑΠ 319/2008, ΑΠ 2192/2007). Κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1766/2023, ΑΠ 664/2018, ΑΠ 1290/2017, 786/2014). Κατά τη διάταξη του αριθμού 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Ο λόγος αυτός πλήττει την απόφαση για σφάλματα που αναφέρονται στα αποδεικτικά μέσα, βάσει των οποίων καταρτίζεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι δυνατό να συρρέει με τον λόγο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν προβλήθηκε παραδεκτώς ισχυρισμός περί ανεπιτρέπτου ορισμένου αποδεικτικού μέσου και το δικαστήριο, χωρίς να ερευνήσει τον ισχυρισμό, έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 72/2008).
Εξάλλου, όταν προβάλλεται αιτίαση και εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα όλα τα αναγκαία περιστατικά, ο Άρειος Πάγος εκτιμώντας το δικόγραφο υπάγει αυτεπαγγέλτως αυτά στον προσήκοντα λόγο αναίρεσης, έστω και αν από τον αναιρεσείοντα δεν γίνεται ή γίνεται εσφαλμένα επίκληση της σχετικής διάταξης από το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1252/2017, ΑΠ 301/2013, ΑΠ 648/2009).
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 400 παρ. 3 ΚΠολΔ, που προέβλεπε ότι δεν εξετάζονται ως μάρτυρες πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη, καταργήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 Ν. 4335/2015 (ΑΠ 2118/2017). Η κατάργηση αυτή, σε συνδυασμό με την γενική αρχή διαχρονικού δικονομικού δικαίου που συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 21 εδ.
β ΕισΝΚΠολΔ, κατά την οποία "διαδικαστικές πράξεις απόδειξης που έγιναν κατά τις διατάξεις του δικαίου που ίσχυε πριν από την εισαγωγή ΚΠολΔ, κρίνονται κατά το δίκαιο αυτό", αφορά και τις μαρτυρικές καταθέσεις, που λήφθηκαν μετά την 1-1-2016 οπότε τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 4335/2015, ακόμα και αν οι σχετικές αγωγές (όπως η προκείμενη) ασκήθηκαν πριν την ημερομηνία της έναρξης εφαρμογής του ίδιου νόμου.
Επομένως, σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα, κατά γενική αρχή μεταβατικού δικαίου, το νόμιμο και παραδεκτό αυτών θα κριθεί σύμφωνα με τον χρόνο συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 731/2011). Ακόμα και πριν την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 400 παρ. 3 ΚΠολΔ με το Ν. 4335/2015 και ενόψει του ότι, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ, όπως επίσης ίσχυε πριν την κατάργησή του με τον ίδιο νόμο, είναι δε παρόμοιο, μετά την ισχύ του νόμου αυτού, το άρθρο 340 παρ. 1 εδ.
β ΚΠολΔ, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα και παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 372/2020, ΑΠ 1469/2019, ΑΠ 1423/2012, ΑΠ 1/2011), γινόταν δεκτό ότι λαμβάνονται υπόψη και καταθέσεις εξαιρετέων, κατ` άρθρο 400 παρ. 3 ΚΠολΔ, μαρτύρων (ΑΠ 455/2014).
Στην έννοια, εξάλλου, των αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου εντάσσονται και οι, κατ' άρθρο 400 παρ. 3 ΚΠολΔ εξαιρετέοι μάρτυρες, ήτοι τα πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης, των οποίων τις καταθέσεις μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα το δικαστήριο για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος (ΑΠ 893/2022, ΑΠ 1442/2008).
Κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 400 παρ. 3 ΚΠολΔ, ως συμφέρον του μάρτυρα, υλικό ή και ηθικό, πάντως, άμεσο και βέβαιο, ως αναπόφευκτη συνέπεια της έκβασης της δίκης, νοείται αυτό που συνέχεται με τις κύριες συνέπειες της απόφασης, ιδίως το δεδικασμένο, την εκτελεστότητα, τη διαπλαστική ενέργεια, ως και τις δευτερεύουσες και αντανακλαστικές ενέργειες της δίκης, που επεκτείνονται και στο μάρτυρα, πράγμα, το οποίο δεν συμβαίνει, όταν ο μάρτυρας είναι συγγενής ή σύζυγος του διαδίκου ή και αναγκαίος ομόδικός του, πολλώ δε μάλλον όταν αυτός προσδοκά ωφέλεια από την ευνοϊκή για το διάδικο, ο οποίος τον προσάγει ως μάρτυρα, έκβαση της δίκης (ΑΠ 670/2021, ΑΠ 11/2004).
Εξάλλου, ο λόγος εξαίρεσης του μάρτυρα δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά προβάλλεται κατ' ένσταση του αντιδίκου του διαδίκου, που προσάγει τον μάρτυρα προς εξέταση, την οποία πρέπει να προτείνει πριν ορκιστεί ο μάρτυρας και να επικαλεστεί το συμφέρον, ως λόγο της εξαίρεσης (ΑΠ 925/2020, ΑΠ 1420/2019, ΑΠ 342/2018, ΑΠ 1392/2008, ΑΠ 95/2008).
Αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορρίψει την ένσταση εξαιρέσεως του μάρτυρα, ο ενιστάμενος μπορεί στην κατ' έφεση δίκη να προτείνει την ίδια ένσταση. Σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν λάβει υπόψη την ένσταση αυτή, δημιουργείται ο από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 925/2020, ΑΠ 1420/2019, ΑΠ 2118/2017, ΑΠ 2114/2017, ΑΠ 366/2004).
Επομένως, αν η εξαίρεση δεν προβληθεί κατ' ένσταση, ο μάρτυρας αποτελεί επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο. Διαφορετικό, βεβαίως, είναι το ζήτημα της στάθμισης της αξιοπιστίας τέτοιων μαρτύρων και της αποδεικτικής βαρύτητας των καταθέσεών τους. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από την αναιρεσείουσα, με την επίκληση πλημμελειών, κυρίως από τον αριθμό 8 και επικουρικώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση και από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αιτίαση ότι το Εφετείο που την εξέδωσε συνεκτίμησε την κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης, Ε.
Τ. του Α. συζύγου Ξ. Μ., η οποία, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της διαθέτη, αδελφής αυτής και των διαδίκων, έχει έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης και έτσι έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, παρά το νόμο και παρά τον σχετικό λόγο έφεσης, με την επισήμανση, όμως, στον λόγο αναίρεσης ότι δεν προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις της ή την προσθήκη των προτάσεών της.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων εξετάσθηκε, με πρόταση του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, ως μάρτυρας, η Ε. Τ. του Α. σύζυγος Ξ.
Μ., χωρίς να προβληθεί από την εναγομένη - αναιρεσείουσα, πριν από την όρκισή της, ένσταση για τη μη εξέτασή της. Ακολούθως, με τον πρώτο λόγο της έφεσής της παραπονέθηκε η εναγομένη - εκκαλούσα - αναιρεσείουσα για τη μη ορθή στάθμιση και αξιολόγηση της συγκεκριμένης κατάθεσης χωρίς να προβάλλει κάποιο συγκεκριμένο ισχυρισμό σχετικά με την ιδιότητα της ως άνω μάρτυρα ως εξαιρετέας, λόγω ύπαρξης εννόμου συμφέροντός της από την έκβαση της προκειμένης δίκης.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση της προαναφερόμενης μάρτυρα και την συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος. Ενόψει των ανωτέρω, δεν συντρέχει περίπτωση λήψεως υπόψη μη επιτρεπτού αποδεικτικού μέσου, δεδομένου ότι οι εναγόμενοι δεν προέβαλαν παντάπασι ένσταση εξαιρέσεως της ανωτέρω μάρτυρα..
Επίσης, το Εφετείο δεν παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό, αφού δεν προτάθηκε ότι ήταν εξαιρετέα η μάρτυρας, ούτε παρέλειψε να κηρύξει άκυρη την κατάθεσή της. Πρωτίστως, όμως, κατά τον χρόνο συζήτησης της από 24-1-2018 έφεσης (υπ' αριθ. κατ. 28/20-2-2018), επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι την 6-11-2019 (από προφανή παραδρομή αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η δικάσιμος της 6-11-2015 ως ημέρα συζήτησης της έφεσης), ίσχυε τόσο η νέα διάταξη του άρθρου 400 ΚΠολΔ, που δεν περιλαμβάνει, λόγω κατάργησής της, την προϊσχύσασα παρ. 3, που όριζε ως εξαιρετέους μάρτυρες πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη, όσο και η νέα διάταξη του άρθρου 340 παρ. 1 εδ.
β ΚΠολΔ, παρόμοια με την προϊσχύσασα του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται (συμπληρωματικά) και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (μεταξύ αυτών και οι μάρτυρες που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη), Με την συνεκτίμηση της κατάθεσης της ανωτέρω μάρτυρα, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 11α, 8α και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν προβλήθηκε ισχυρισμός περί ανεπίτρεπτης εξέτασης της ανωτέρω μάρτυρα και παρά το νόμο το δικαστήριο δεν τον ερεύνησε και δεν κήρυξε απαράδεκτη την εξέτασή της.
Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι ως προς όλες τις αιτιάσεις αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ,, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008).
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1208/2019, 779/2019, 222/2008, 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019).
Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν.
Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 500/2019). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 242/2023, ΑΠ ΑΠ793/2015, ΑΠ 1535/1995, 567/1996).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 569/2017, ΑΠ 188/2017).
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, που προσκόμισε με επίκληση, από τα οποία αποδεικνύεται ότι η διαθέτης μπορούσε να υπογράφει και συγκεκριμένα, α) το υπ' αριθ. ...
συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Ι. Ι. Π., β) το υπ' αριθ. 17.719/2014 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Ι. Ι. Π., γ) το υπ' αριθ. 17.817/12-12-2014 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Ι. Ι. Π. και δ) την υπ' αριθ. 216/29-12-2017 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων, με την οποία απορρίφθηκε η έγκληση του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας για πλαστογραφία της επίδικης διαθήκης.
Όμως τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, όσο και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο μάλιστα γίνεται ρητή αναφορά στα δύο πρώτα έγγραφα (υπ' αριθ. ...
συμβόλαιο και υπ' αριθ. 17.719/2014 πληρεξούσιο ), όχι στο τρίτο (υπ' αριθ. 17.817/12-12-2014 συμβόλαιο), του οποίου δεν γίνεται επίκληση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (αλλά μόνο στο πρωτοβάθμιο), ούτε στο τέταρτο (Διάταξη Εισαγγελέα), που όμως δεν άσκησε επιρροή στην έκβαση της δίκης, επειδή η αναγνώριση της ακυρότητας της επίδικης διαθήκης δεν στηρίχθηκε σε πλαστογραφία αυτής, καθίσταται βέβαιο ότι για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα ως αγνοηθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα.
Εξάλλου, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, που υποστηρίζει το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού, δηλ.
στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 312/2021, ΑΠ 37/2021).
Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλαδή ποία στοιχεία αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών λείπουν, ποία είναι η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποία μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 1599/2022, ΑΠ 109/2020).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης (απαριθμούμενο ως υπό στοιχείο 2Α) η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αιτιάται ότι το Εφετείο που την εξέδωσε παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1721 εδ. α και 1723 ΑΚ ως προς το ζήτημα της δυνατότητας γραφής, υπογραφής και ανάγνωσης από την διαθέτη, διότι διαλαμβάνει ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με τις παραδοχές ότι ενώ δεν γνώριζε η αποβιώσασα να γράφει και να διαβάζει συμβλήθηκε και υπέγραψε έγγραφα ενώπιον Αρχών συμβολαιογράφων κατά τον ίδιο χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τις παραδοχές της ότι είναι πλήρως αναλφάβητη.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, ως προς το ζήτημα της δυνατότητας γραφής, υπογραφής και ανάγνωσης από την διαθέτη, τα εξής: " ... Την 29-05-2015 απεβίωσε στα ... η Π. (Π.) Τ. του Α. και Β. ... Με αίτηση της εναγομένης εδημοσιεύθη ... η από 8-12-2014 ιδιόγραφη διαθήκη της, σύμφωνα με την οποία ''ΔΙΑΘΗΚΗ Στα Μάρμαρα σήμερα 8/12/2014 εγώ η Π.
Τ. θελω ολη περιουσια μου να παει στην αδελφη μου ειρηνη που με προσεχει και με φροντιζει στα γεραματα μου και της εχω μεγαλη υποχρεωση ΤΠ''. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η αποβιώσασα, γεννηθείσα την 18-01-1944, έπασχε εκ γενετής από κωφαλαλία ... η δε συνεννόηση μαζί της ελάμβανε χώρα μόνο δια νοημάτων, τα οποία αναγνώριζαν μόνο οι στενοί συγγενείς της (αδελφοί, γονείς).
Πέραν τούτου η αποβιώσασα ήταν παντελώς αναλφάβητη. Συγκεκριμένα ενώ είχε εγγραφεί την 2-10-1950 στο Δημοτικό Σχολείο Μαρμάρων, δεν φοίτησε. Το αυτό επαναλήφθηκε τα έτη 1951-1952, 1952-1953, 1953-1954, 1955-1956. Τα έτη 1954-1955 εφοίτησε ένα έτος και απερρίφθη με τον Γενικό Βαθμό τέσσερα (4) (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ. 145/6-12-2016 βεβαίωση του 1ου Δημοτικού Σχολείου Μαρμάρων με την ένδειξη μάλιστα ''κωφάλαλος'', βλ.
επίσης το υπ' αριθ. Δ 089578/1963 Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητάς της με την ένδειξη ''Αγράμματος''. Όχι μόνο δεν ήταν ικανή να γράφει δια χειρός, αλλά και δεν ήταν ικανή να διαβάζει ... Η εναγομένη επικαλείται και προσκομίζει α) το υπ' αριθ. 36.555/20-01-2009 πληρεξούσιο συστάσεως δωρεάς της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Α. Π., β) το υπ' αριθ. ...
συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ι. Π., γ) το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο πωλήσεως του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Π. Κ., δ) το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Α. Π., ε) το υπ' αριθ. 17.719 /2014 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ι. Π. και στ) την υπ' αριθ. ... απόδειξη πληρωμής του Δήμου Ιωαννιτών.
Σε όλα τα ανωτέρω έγγραφα η αποβιώσασα υπογράφει με την ένδειξη ''ΤΠ'' ή ''ΠΤ'', μόνο δε στο υπ' αριθ. 9106/15-07-1986 συμβόλαιο υπογράφει με την ένδειξη .... Η ένδειξη υπογραφής ''ΤΠ'', όπως προελέχθη, υπάρχει και επί του κειμένου της ιδιόγραφης διαθήκης. Πλην όμως τούτου, αποδεικνύεται ότι η αποβιώσασα αδυνατούσε να γράφει κείμενο δια χειρός της, πολλώ μάλλον ένα κείμενο διαθήκης χωρίς το παραμικρό λάθος. ...
Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα η επικαλούμενη την εγκυρότητα της διαθήκης εναγομένη δεν απέδειξε (βλ. ανωτέρω νομολογία) την γνησιότητα του κειμένου της επίμαχης διαθήκης και συνεπώς πρέπει να αναγνωριστεί η ακυρότητα αυτής για δύο (2) λόγους και συγκεκριμένα α) επειδή δεν αποδεικνύεται η εγκυρότητα του κειμένου αυτής ως προς ην γραφή, ότι δηλαδή εγράφη καθ' ολοκληρία δια χειρός της διαθέτιδος (άρθρο 1721 εδ.
α ΑΚ ) και β) επειδή η διαθέτης αδυνατούσε να διαβάζει (άρθρο 1723 ΑΚ) ...". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση, κρίνοντας ομοίως με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε την ακυρότητα της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης (όχι και την πλαστότητα αυτής). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αποβιώσασα ήταν αναλφάβητη, ότι δεν ήταν ικανή να γράφει και να διαβάζει και ότι υπέγραφε με τα κεφαλαία αρχικά γράμματα του ονόματος και επωνύμου της.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το σαφώς επίσης διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής υπαγωγής των ως άνω πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες και δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης, με τον οποίου υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-8-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 139/2020 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ