Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring order due to lack of admissibility and misapplication of law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by debtors against a first-instance judgment ordering debt restructuring under the Over-indebtedness Law. The appellants argued that the court erred in calculating monthly payments and failed to consider the full factual context regarding the third party's benefits. The court rejected these claims as inadmissible for citing only fragmented facts and ruled that the lower court correctly applied the statutory cap on payments based on the debtor's assets.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure; Article 9 of Law 3869/2010: An appeal is inadmissible if it relies solely on fragmented assertions of the contested judgment rather than the complete set of facts accepted by the court, and the lower court has correctly interpreted and applied the substantive legal provisions governing the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1167 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1167/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Ε. του Δ. και 2) Α. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάριο Ζούλφο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." (....), που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 17-3-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, το 3ο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-2014 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7581/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10853/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-1-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και οι 1η και 3ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 11-1-2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 166/33/11-1-2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 10853/2020 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην: 1.
της πρώτης των εφεσιβλήτων και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "..." και 2. της δεύτερης των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", ως ειδικής διαδόχου της "..." και οιονεί καθολικής διαδόχου της "...". Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 508/2020).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες με αριθμ. 283Δ'/11-5-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Κ. Σ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης από 11-1-2021 αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...", ως ειδικής διαδόχου της "..." και οιονεί καθολικής διαδόχου της "...".
Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες(άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α'του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/..., Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 109/2020).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020).
Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020).
Συνακόλουθα η ευθεία παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 601/2021, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 109/2020).
Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 601/2021, ΑΠ 349/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 259/2019).
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 52/2019). Εξάλλου, η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ.
ΑΠ 27/1998, Ολ. ΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 601/2021, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 233/2021). Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ.
ΚΠολΔ), την από 18-12-2017 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 7581/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την υπαγωγή των αναιρεσειόντων στην ρύθμιση του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 των υφισταμένων, έναντι των αναιρεσιβλήτων χρεών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''.........
ο πρώτος αιτών και ήδη εκκαλών, γεννηθείς το έτος 1972, εργάζεται ως αξιωματικός του ... με μηνιαίες αποδοχές ύψους 1. 679,91 ευρώ (βλ. φορολογική δήλωση έτους ... με ετήσιες αποδοχές ποσού 20.158,89 ευρώ), ενώ λαμβάνει επίδομα πολυτέκνων (4 τέκνα), το οποίο ανέρχεται μηνιαίως στο ποσό των 214 ευρώ (βλ. βεβαίωση οικογενειακών επιδομάτων έτους ...
ύψους 2.567,96 ευρώ). Η δεύτερη αιτούσα - σύζυγος του πρώτου και ήδη εκκαλούσα, γεννηθείσα το έτος ..., είναι ... αποκερδαίνοντας από την εργασία της το ποσό των 1.068,07 ευρώ μηνιαίως (βλ. φορολογική δήλωση έτους ... με ετήσιες αποδοχές ύψους 12.792,86 ευρώ). Τα ετήσια εισοδήματα των ανωτέρω μειώνονταν διαρκώς από το έτος 2010, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά τους (για το έτος 2010 ετήσιες αποδοχές 23.885,41 ευρώ για τον πρώτο και 17.667,20 ευρώ για τη δεύτερη, για το έτος 2011 21.131,36 ευρώ για τον πρώτο και 17.375,13 ευρώ για τη δεύτερη, για το έτος 2012 20.598,12 ευρώ για τον πρώτο και 15,319,36 ευρώ για τη δεύτερη, για το έτος 2013 20.427.35 ευρώ νια τον πρώτο και 12.413,97 ευρώ για τη δεύτερη, για το έτος 2014 17.778,29 ευρώ για τον πρώτο και 12.430 78 ευρώ για τη δεύτερη, για το έτος 2015 20.143,68 ευρώ για τον πρώτο και 12.704,24 ευρώ για τη δεύτερη, σε αντίθεση με το κόστος διαβίωσης, το οποίο συνεχώς αυξανόταν, με βάση την τότε τρέχουσα οικονομική συγκυρία.
Ο πρώτος αιτών - εκκαλών έχει οφειλές στη δεύτερη εφεσίβλητη τράπεζα ύψους 4.383,39 ευρώ (από μία σύμβαση καταναλωτικού δανείου με την τότε ... και δύο συμβάσεις πιστωτικής κάρτας με την τότε ...), καθώς και στο τρίτο εφεσίβλητο ΝΠΔΔ, ύψους 132.881,74 ευρώ (από μία σύμβαση στεγαστικού δανείου, εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με υποθήκη επί ακινήτου της αιτούσας-εκκαλούσας) και συνολικά 137.265.13 ευρώ.
Η δεύτερη αιτούσα-εκκαλούσα έχει οφειλές στην πρώτη εφεσίβλητη τράπεζα ύψους 5.891,97 ευρώ (από μία σύμβαση στεγαστικού/επισκευαστικού δανείου), στη δεύτερη εφεσίβλητη τράπεζα ύψους 3.969,32 ευρώ (από μία σύμβαση καταναλωτικού δανείου) και στο τρίτο εφεσίβλητο ….., ύψους 17.344,69 ευρώ (από μία σύμβαση δανείου μικροεπισκευών) και συνολικά 27.205,98 ευρώ.
Ενόψει των ανωτέρω, οι αιτούντες και ήδη εκκαλούντες βρίσκονταν πράγματι σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, καθώς δεν ήταν σε θέση να ανταπεξέλθουν στις δανειακές τους υποχρεώσεις, οι οποίες αναλήφθηκαν κατά το μεγαλύτερο μέρος για την οικία τους. Περαιτέρω, για τον προσδιορισμό των βιοτικών αναγκών των αιτούντων-εκκαλούντων λαμβάνονται υπόψη ιδίως οι ανάγκες τους για τροφή, ένδυση, θέρμανση κατά τους χειμερινούς μήνες και κοινόχρηστες δαπάνες, οι αναγκαίες μηνιαίες δαπάνες για υδροδότηση, ηλεκτροδότηση, τηλεφωνική σύνδεση και μετακινήσεις, καθώς και το γεγονός ότι οι εκκαλούντες ως οφειλέτες οφείλουν να μειώσουν στο ελάχιστο τις δαπάνες τους και δη μόνο στις απολύτως απαραίτητες (...).
Για τον προσδιορισμό, δηλαδή, των βιοτικών αναγκών του εκάστοτε οφειλέτη, αφενός δεν λαμβάνεται υπόψη ένα γενικό, μέσο πρότυπο, αλλά οι συνήθεις συνθήκες ζωής του συγκεκριμένου, αφετέρου λαμβάνεται υπόψη ότι δια της παρούσας διαδικασίας σκοπείτε και εν τέλει επιτυγχάνεται (δυνητικά) η απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του, εξαιτίας των οποίων περιήλθε σε κατάσταση υπερχρέωσης και τα οποία αδυνατεί να αποπληρώσει, γεγονός το οποίο κατά την καλή πίστη λειτουργεί ως αντίβαρο στην ενσωμάτωση στις βιοτικές ανάγκες υπερβολικών απαιτήσεων (...).
Στο πλαίσιο αυτό, οι βιοτικές ανάγκες των αιτούντων και ήδη εκκαλούντων υπολογίζονται στο ποσό των 2.200 ευρώ μηνιαίως, δεδομένου άλλωστε ότι πρόκειται για μια εξαμελή οικογένεια, με αποτέλεσμα το ποσό που υπολείπεται για την ικανοποίηση των πιστωτών τους να ανέρχεται σε ύψος 759,98 ευρώ μηνιαίως. Επομένως, η ρύθμιση των χρεών των αιτούντων-εκκαλούντων πρέπει να γίνει με μηνιαίες καταβολές ποσού 759,98 ευρώ μηνιαίως στους πιστωτές, επί τριετία, εντός ταυ πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής, συμμέτρως διανεμόμενο μεταξύ των πιστωτών και ειδικότερα ποσό 26.52 ευρώ για την πρώτη εφεσίβλητη, 37,59 ευρώ για την δεύτερη εφεσίβλητη και 695,87 ευρώ για το τρίτο εφεσίβλητο ΝΠΔΔ.
Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της τριετίας, οι ως άνω πιστωτές θα έχουν λάβει το ποσό των 27.359,28 ευρώ, στο οποίο βέβαια θα συνυπολογιστεί το ποσό που έχουν καταβάλει οι αιτούντες δυνάμει προσωρινής διαταγής από τον Μάρτιο του 2015 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2017, ύψους 300 ευρώ μηνιαίως για τον πρώτο και 80 ευρώ για τη δεύτερη.
Εφόσον, λοιπόν, με τις ανωτέρω επί τριετία καταβολές της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται η πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών, ερευνητέα καθίσταται η κατ' άρθρο 9 του ν. 3869/2010 δυνατότητα ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων των αιτούντων- εκκαλούντων. Ο αιτών και ήδη εκκαλών, διαθέτει το με αριθμό κυκλοφορίας ...
όχημα, τύπου ..., 1600 κ. εκ., έτους ….. και η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα διαθέτει το με αριθμό κυκλοφορίας ... όχημα, τύπου ..., 1400 κ.εκ., έτους ….., τα οποία χρησιμοποιούν οι ανωτέρω για τις εργασίες τους και για τις ανάγκες μεταφοράς των μελών της οικογένειάς τους, συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρέπει να εκποιηθούν.
Η αιτούσα διαθέτει, επίσης, ως κύρια κατοικία της οικογένειάς της, μία μεζονέτα, αποτελούμενη από υπόγειο αποθηκευτικό χώρο εμβαδού 79,25 τ.μ., ισόγειο εμβαδού 59,715 τ.μ. και πρώτο όροφο εμβαδού 59,175 τ.μ., στο ..., αντικειμενικής αξίας 97.377,94 (βλ. τα προσκομιζόμενα φύλλα υπολογισμού αξίας ακινήτου), η οποία δεν υπερβαίνει το όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας για έγγαμο φορολογούμενο με προστατευόμενα τέκνα.
Δεδομένου, μάλιστα, ότι η αιτούσα - εκκαλούσα υπέβαλε πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση το ακίνητό της αυτό, θα πρέπει να ρυθμιστεί η ικανοποίηση της απαίτησης του μοναδικού ενυπόθηκου πιστωτή, τρίτου εφεσίβλητου ….., μέχρι το συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας της κύριος κατοικίας της.
Έτσι. θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της δεύτερης αιτούσας-εκκαλούσας, για την οποία θα πρέπει να καταβληθεί το 80% της αντικειμενικής της αξίας, δηλαδή το ποσό των 77.902,35 ευρώ (97.377,84 ευρώ χ 80%). Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με τα στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των ....
Κάθε μηνιαία τοκοχρεολυτική δόση είναι καταβλητέα εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός. Ως περίοδος τοκοχρεολυτικής εξόφλησης του συνόλου της οφειλής ορίζονται δεκαπέντε έτη, σε 180 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ύψους εκάστης 432,79 ευρώ, ενώ κρίνεται ότι πρέπει να προβλεφθεί και περίοδος χάριτος τριών (3) ετών, αρχομένη από της δημοσιεύσεως της απόφασης αυτής.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση και ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και δικασθεί εκ νέου η ως άνω αίτηση, κατά την ίδια διαδικασία, να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να ρυθμιστούν οι αναφερόμενες στην αίτηση οφειλές των αιτούντων και ήδη εκκαλούντων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.....''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την από 18-12-2017 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης 7581/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο έκρινε διαφορετικά και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, την διακράτηση της υποθέσεως και την εκδίκαση αυτής κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αίτηση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, ρύθμισε τα χρέη των αναιρεσειόντων και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της δεύτερης από αυτούς.
Οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο και δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια, ότι: Α] κατά τη διάταξη του διατακτικού της με την οποία "Ρυθμίζει τα χρέη των αιτούντων με μηνιαίες καταβολές ύψους 759,98 ευρώ στους πιστωτές επί τριετία .....", κατ' ακριβή λεκτική διατύπωση ''εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, διότι στο από 13-6-2014 δικόγραφο της αίτησής μας σωρεύονταν οι δύο αιτήσεις μας και λόγω του προσωποπαγούς χαρακτήρα της αιτήσεως, θα έπρεπε να οριστεί ξεχωριστά μηνιαία δόση για τον καθένα από εμάς τους αιτούντες, στα πλαίσια του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, ανάλογη της οικονομικής δυνατότητας εκάστου από εμάς ......'' και Β] κατά τη διάταξη του διατακτικού της με την οποία " Επιβάλλει στους αιτούντες την υποχρέωση να καταβάλουν προς το τρίτο εφεσίβλητο ΝΠΔΔ και μοναδικό ενυπόθηκο πιστωτή τους, για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας της δεύτερης .....", κατ' ακριβή λεκτική διατύπωση ''εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπου ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του ....., από τη στιγμή δε που αποκλειστική κυρία κατά πλήρη κυριότητα της κύριας κατοικίας, είναι η δεύτερη αιτούσα, δεν είναι νόμιμη η εφαρμογή αυτής της διάταξης νόμου στη περίπτωση του πρώτου αναιρεσείοντος''.
Με το περιεχόμενο αυτό, οι ανωτέρω πρώτος και δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι στο αναιρετήριο, πλέον της παράθεσης των ως άνω διατάξεων, δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση των φερόμενων ως παραβιασθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με την επισήμανση ότι δεν εκτίθεται ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ως προς το ζήτημα τούτο, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του και α]ρύθμισε τα χρέη των αιτούντων με μηνιαίες καταβολές στους πιστωτές τους, ύψους 759,98 ευρώ, επί τριετία και β] επέβαλλε στους αιτούντες την υποχρέωση να καταβάλουν το ορισθέν ποσό προς το τρίτο αναιρεσίβλητο ….
με την επωνυμία "..." και μοναδικό ενυπόθηκο πιστωτή τους, για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας της δεύτερης αναιρεσείουσας, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πρώτου και δεύτερου λόγων αναιρέσεως.
Επομένως οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως απαράδεκτοι. Κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ορίζεται ότι "...εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών... ορίζεται εκκαθαριστής". Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου παρ. 2 ν. 3869/2010, όπως ίσχυε, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 1 ν. 4161/2013 και ισχύει από 14-6-2013, ορίζεται ότι "...
ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Η περίοδος τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης ...
πάντως δεν μπορεί να υπερβεί τα είκοσι έτη....". Από τη σαφή έννοια της ανωτέρω διάταξης συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρημένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται κατ` αρχήν από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε έκαστο υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής - συναλλακτικής κοινωνίας.
Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού, συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Από τη γραμματική και μόνο διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου, όπως ίσχυε κατά τη 2η έκδοση αυτού (καθόσον η αίτηση κατατέθηκε στις 13-6-2014), συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας.
Περαιτέρω ο νόμος δεν παραθέτει κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών, για το χρέος αυτό, που επιβάλλεται στον οφειλέτη, ως πρόσθετο, ώστε να επωφεληθεί από τη εξαίρεση της εκποιήσεως της κύριας κατοικίας, όπως αντίθετα συμβαίνει στη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 5 αυτού. Και τούτο, διότι η ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 9 ν. 3869/2010 είναι ανεξάρτητη της προβλεπόμενης από την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 8 ν. 3869/2010.
Πράγματι, τα κριτήρια της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010 (συμβατική διάρκεια των δανείων, αξία του ακινήτου που αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος), δεν σχετίζονται με την εισοδηματική κατάσταση του οφειλέτη, καθώς, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του, επιβάλλεται σε αυτόν ένα πρόσθετο βάρος, ασχέτως των μηνιαίων απολαβών του, η δε ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 9 ν. 3869/2010 δεν συναρτάται με τα πάσης φύσεως εισοδήματα και τις βιοτικές ανάγκες του δανειολήπτη, όπως αντίθετα συμβαίνει με τη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010.
Εξάλλου, ο οφειλέτης δεν είναι υποχρεωμένος να επιλέξει τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010, αν δεν δύναται να καταβάλλει τις αντίστοιχες μηνιαίες δόσεις, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του, και μπορεί να αρκεστεί στην εκποίηση του ανωτέρω ακινήτου του κατά την παρ. 1 του άρθρου 9 ν. 3869/2010, ώστε να απαλλαγεί από τα χρέη του.
Ως εκ τούτου, τυχόν μεταβολές στην εισοδηματική του κατάσταση δεν ασκούν εν προκειμένω έννομη επιρροή. Κατόπιν τούτου, συμπερασματικά, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να υποβάλει πρόταση στο Δικαστήριο για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από την εκποίηση (ΑΠ 632/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1226/2014).
Τέλος, στη διαδικασία της ρύθμισης των οφειλών κατά την εφαρμογή του ν. 3869/2010, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 12 του ως άνω νόμου, κατά την οποία τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι συνοφειλετών ή εγγυητών του οφειλέτη, καθώς και τα δικαιώματα των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών επί του υπέγγυου αντικειμένου, δεν θίγονται.
Κατά την αληθή έννοια επομένως της διάταξης αυτής, οι πιστωτές διατηρούν τα δικαιώματά τους κατά του συνοφειλέτη (ή του εγγυητή), ακόμα και μετά τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη, γι' αυτό άλλωστε και ζητούν προστασία αυτόνομα εκείνοι, εφόσον πληρούνται στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις υπαγωγής στις διατάξεις του νόμου.
Το άρθρο 12 του ν. 3869/2010 επιδιώκει τη διατήρηση της προστασίας και του δικαιώματος ικανοποίησης του πιστωτή από τον συνοφειλέτη ή τον εγγυητή, με ρητή αναφορά μάλιστα στα δικαιώματα των εμπραγμάτως εξασφαλισμένων πιστωτών, τα οποία δεν θίγονται. Ακριβώς αυτό είναι και το νόημα της διατύπωσης της διάταξης, η διατήρηση των εμπράγματων εξασφαλίσεων επί περιουσιακών στοιχείων τρίτων προσώπων και όχι μόνο επί περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, με την έννοια ότι πρέπει και ο συνοφειλέτης αυτοτελώς να ακολουθήσει τη διαδικασία του ν. 3869/2010.
Στη προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, η δεύτερη αναιρεσείουσα, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, με την ειδικότερη αιτίαση ότι, προκειμένου να διασωθεί η κύρια κατοικία αυτής, επέβαλε σε αυτήν την υποχρέωση να καταβάλει προς το τρίτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." ποσό που ισούται με το 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας της (77.902,35) ευρώ, ποσό υπέρτερο από αυτό που ορίζεται στο νόμο, από τη στιγμή που το σύνολο των οφειλών της εν λόγω αναιρεσείουσας προς τους πιστωτές (27.205,98 ευρώ), υπολείπεται του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας της και κατά συνέπεια θα έπρεπε αυτή να καταβάλει μέχρι αυτό το ποσό.
Ο λόγος αυτός, πλέον του ότι κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος καθόσον αναφέρονται μόνο αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως κατ' επιλογή της εν λόγω αναιρεσείουσας και όχι το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά ως προς τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών για το χρέος των αιτούντων ως προς το τρίτο των αναιρεσιβλήτων ΝΠΔΔ ώστε να επωφεληθούν από την εξαίρεση εκποίησης της κύριας κατοικίας της δεύτερης αναιρεσείουσας, κρίνεται απορριπτέος και ως αβάσιμος καθόσον το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, με ορθή υπαγωγή σε αυτήν των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ανωτέρω διατάξεως, την οποία επομένως δεν παραβίασε ευθέως.
Ειδικότερα, κατά τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, από τη στιγμή που υπέγγυο έχει καταστεί το ακίνητο της δεύτερης αιτούσας-αναιρεσείουσας για οφειλές όμως του συζύγου της- πρώτου των αιτούντων και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, ύψους, προς το τρίτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, 132.881,74 ευρώ [από μια σύμβαση στεγαστικού δανείου εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με υποθήκη επί του ακινήτου της δεύτερης αιτούσας], ορθά ορίστηκαν μηνιαίες καταβολές στο 80% [κατ' ανώτατο όριο] της αντικειμενικής αξίας του διασωζόμενου ακινήτου της.
Επομένως, το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 με ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό της διάταξης αυτής και συνακόλουθα ο τρίτος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί και ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).
Διάταξη για τα δικαστικά έξοδα δεν θα περιληφθεί, κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.
β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1400/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-1-2021 (αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 166/33/2021) αίτηση για αναίρεση της 10853/2020 αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ