Supreme Court partially allowed appeal regarding interest on awarded damages and court costs allocation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had dismissed the appellant's claim for interest on awarded damages. The court found the lower court erred in its reasoning regarding the calculation of interest but upheld the main judgment on unjust enrichment. Consequently, the case was remitted for further proceedings on the specific issue of interest, while the respondent was ordered to pay a portion of the litigation costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495 and 564 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court commits an error in reasoning or application of law regarding specific aspects, such as the calculation of interest on awarded sums, while upholding the substantive outcome of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1167 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1167/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού , Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αργυρίου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Ι. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τουλούπα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/3/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 2921/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ο ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 7/5/2007 ανακοπή ερημοδικίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4570/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 727/2011 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/7/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 24/12/2048 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 1.7.2011 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 727/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση έγινε δεκτή η έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 4570/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή ερημοδικίας κατά της 2921/2006 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, εκδοθείσας επί της από 29.3.2004 αγωγής του αναιρεσίβλητου. Ακολούθως, μετά την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε την ανακοπή ερημοδικίας και εξαφάνισε την ερήμην εκδοθείσα ως άνω απόφαση, δικάζοντας, δε, στη συνέχεια κατ' ουσία την προαναφερόμενη αγωγή, δέχθηκε αυτήν και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το εν αυτή χρηματικό ποσό, κατά το οποίο έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας του τελευταίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκε από τον αναιρεσίβλητο η από 29-3-2004 αγωγή κατά του αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε, μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι ο τελευταίος οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 21071,16 ευρώ, ως καταβληθέν από τον αναιρεσίβλητο χωρίς νόμιμη αιτία και κατά το οποίο έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του.
Επί της αγωγής εκδόθηκε, ερήμην του εναγομένου-αναιρεσείοντος, η 2921/2006 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, που δέχθηκε κατ' ουσίαν αυτήν, ύστερα από εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής ο ερήμην δικασθείς εναγόμενος άσκησε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου την από 7-5-2007 ανακοπή ερημοδικίας, επικαλούμενος προς θεμελίωσή της ότι η ερημοδικία ήταν άκυρη καθόσον δεν είχε κλητευθεί για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αγωγής, αφού η κατοικία και διαμονή του δεν ήταν στον τόπο που επιδόθηκε η αγωγή με την κλήση για τη συζήτησή της.
Επί της ανακοπής εκδόθηκε η 4570/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως αβάσιμη. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, ο ηττηθείς ανακόπτων, άσκησε έφεση, αιτούμενος να γίνει δεκτή η ανακοπή ερημοδικίας. Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 727/2011 απόφαση, δικάζοντας την έφεση, δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δίκασε την ανακοπή ερημοδικίας, την οποία δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ακολούθως εξαφάνισε την ανακοπτόμενη απόφαση, διέταξε την επιστροφή του παραβόλου στον ανακόπτοντα και δικάζοντας πλέον την αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη.
Αναίρεση κατά τελεσίδικης απόφασης επιτρέπεται, κατά, μεν, τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, κατά, δε, τον αρ. 19, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι δημιουργούνται μόνο αν πρόκειται για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου. Δικονομικού δικαίου είναι οι κανόνες που καθορίζουν τη διαδικασία, τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 894/2018, ΑΠ 1687/2013, ΑΠ 1186/2012).
Δικονομικού δικαίου είναι και η διάταξη του άρθρου 509 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, αν η ανακοπή ερημοδικίας, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις και το δικαστήριο πιθανολογεί ότι είναι βάσιμοι οι λόγοι που προτάθηκαν, εξαφανίζει την απόφαση που ανακόπηκε και τις πράξεις που ενεργήθηκαν μετά την απόφαση αυτή, διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο και αμέσως προχωρεί στην εξέταση της διαφοράς.
Αλλιώς απορρίπτει την ανακοπή και διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι: α) παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τη διάταξη του άρθρου 509 ΚΠολΔ, καθόσον μη νόμιμα προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης δικάζοντας την αγωγή του αναιρεσίβλητου, ενώ έπρεπε να επαναπέμψει αυτήν προς εκδίκαση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε εκδώσει την ερήμην απόφαση, καθόσον αφενός στερήθηκε τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και αφετέρου δεν είχε δυνατότητα προβολής των ισχυρισμών του επί της ουσίας της διαφοράς, αφού αντικείμενο της δίκης ήταν μόνο η προσβολή της ερημοδικίας και όχι η αντίκρουση της εναντίον του αγωγής και β) δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων της ως άνω διάταξης.
Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο λόγος αυτός, κατ' αμφότερα τα μέρη του, είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι η διάταξη του άρθρου 509 ΚΠολΔ, είναι δικονομικού δικαίου, δεδομένου ότι με αυτή προσδιορίζεται η διαδικασία που ακολουθείται από το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας αφενός στην περίπτωση που γίνει δεκτή η ανακοπή, αφετέρου στην περίπτωση που αυτή απορριφθεί.
Συνεπώς, αφού ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας, δεν είναι ουσιαστικού δικαίου, δεν ιδρύεται ο προτεινόμενος ως άνω λόγος από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ.1 εδ. α' και 221 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, επί ασκήσεως αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαίτησης, η επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο, έχει το διαδικαστικό χαρακτήρα του στοιχείου ασκήσεως της αγωγής και μέσου ενάρξεως της δίκης, επιφέρει δε και τις ουσιαστικές συνέπειες, μεταξύ των οποίων και η υποχρέωση του οφειλέτη της χρηματικής οφειλής να καταβάλει τόκους (δικαστικούς τόκους) για την καθυστέρηση.
Ανεξάρτητα δε από τον παραπάνω χαρακτήρα της, η επίδοση της αγωγής αποτελεί και οιονεί δικαιοπραξία οχλήσεως του δανειστή προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του, με αποτέλεσμα να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο και υπόχρεο να πληρώσει τον νόμιμο τόκο υπερημερίας. Αν δεν ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής επειδή δεν θα γίνει επίδοση αυτής στον εναγόμενο, δεν επέρχονται ούτε οι δικονομικές, ούτε οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο συνέπειες αυτής.
Έτσι, δεν επέρχονται οι κατά το άρθρο 345 ΑΚ έννομες συνέπειες της υπερημερίας του εναγόμενου οφειλέτη, ούτε οι κατά το άρθρο 346 ΑΚ συνέπειες και συνεπώς δεν οφείλονται τόκοι που προβλέπονται από τις παραπάνω διατάξεις. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι δεν υπήρξε επίδοση της από 29-3-2004 ένδικης αγωγής στον εναγόμενο αναιρεσείοντα και για το λόγο αυτό δέχθηκε ως βάσιμη την ανακοπή ερημοδικίας και εξαφάνισε την ερήμην αυτού εκδοθείσα 2921/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παρά την ως άνω παραδοχή της και ενώ δεν υπάρχει παραδοχή για επίδοση της αγωγής σε οποιοδήποτε χρόνο, η προσβαλλόμενη υποχρέωσε τον εναγόμενο οφειλέτη της κύριας οφειλής για την οποία αναγνώρισε υποχρέωση καταβολής της στον ενάγοντα αναιρεσίβλητο, να καταβάλει νόμιμους τόκους επί του ποσού αυτού από την κριθείσα από αυτήν μη νόμιμη επίδοσή της αγωγής.
Έτσι, όμως, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτήν των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο δεύτερος, κατά το οικείο μέρος του από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, παρελκούσης, εντεύθεν, της έρευνας του ίδιου λόγου με τον οποίο προσάπτονται στην απόφαση, ως προς τη διάταξη αυτή περί της επιδίκασης τόκων από την επίδοση της αγωγής, πλημμέλειες από τους αρ. 19 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των άρθρων 535, 176, 178 και 183 ΚΠολΔ και 177 του Κώδικα περί Δικηγόρων, προκύπτει ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων εφαρμόζεται η αρχή της ήττας η οποία καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ και η οποία ισχύει και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Η διάταξη αυτή είναι ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Δηλαδή στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων καταδικάζεται ο ηττώμενος διάδικος, ανήκουν, δε, τα δικαστικά έξοδα στον νικήσαντα διάδικο για τις δαπάνες στις οποίες εν γένει αυτός υποβλήθηκε για τη διεξαγωγή της δίκης. Σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ύστερα από παραδοχή του ένδικου μέσου της έφεσης, εξαφανίζει ολικά ή μερικά την πρωτόδικη απόφαση, εκδικάζει την υποβληθείσα αίτηση παροχής έννομης προστασίας και αποφασίζει οριστικά επί της υποθέσεως, εξαφανίζει και την περί δικαστικής δαπάνης διάταξη της πρωτόδικης απόφασης και προσδιορίζει την καταβλητέα δικαστική δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, εφόσον υποβάλλεται σχετικό αίτημα διαδίκου (ΑΠ 1489/2017, ΑΠ 10/2013), εκτός εάν η εξαφάνιση της εκκαλούμενης αφορά μόνο παρεπόμενα αιτήματα, διότι στην περίπτωση αυτή η περί δικαστικής δαπάνης διάταξη συνέχεται αναγκαίως, με το γενόμενο δεκτό κύριο αίτημα της αγωγής, ως προς το οποίο όμως, η εκκαλουμένη δεν εξαφανίζεται (ΑΠ 192/1998).
Ως ηττηθείς δε διάδικος που βαρύνεται με την πληρωμή των εξόδων του αντιδίκου του, αμφοτέρων των βαθμών, λογίζεται εκείνος ως προς τον οποίο αποβαίνει δυσμενής η κατάληξη της δίκης με την παραδοχή ή την απόρριψη της αίτησης, αδιαφόρως αν το ένδικο μέσο άσκησε αυτός ή ο αντίδικός του. Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε στο σύνολό της κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την ανακοπή ερημοδικίας, δέχθηκε ακολούθως την ανακοπή, εξαφάνισε την ερήμην απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της, συμπεριλαμβανομένης και της διάταξης για την επιδίκαση δικαστικής δαπάνης, και τέλος, δέχθηκε στην ουσία της την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγόμενου αναιρεσείοντος να καταβάλει το αναφερόμενο σ' αυτή ποσό στον ενάγοντα αναιρεσίβλητο και επίσης καταδίκασε τον εναγόμενο στη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Από δε το δικόγραφο των προτάσεων του αναιρεσίβλητου ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου, προκύπτει ότι αυτός είχε υποβάλει και αίτημα καταδίκης του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη. Επομένως, με το να επιδικάσει η προσβαλλόμενη απόφαση τη δικαστική δαπάνη σε βάρος του εναγόμενου αναιρεσείοντος για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας της υπόθεσης, μολονότι είχε κάνει δεκτή κατ' ουσίαν την έφεση αυτού, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ο δε τρίτος, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σχετικός λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχο σφάλμα, είναι αβάσιμος.
Επομένως, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου τούτου της αναίρεσης, κατά την προαναφερόμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά το σχετικό μέρος της, ήτοι περί της επιδίκασης τόκων επί του επιδικασθέντος ποσού από της επιδόσεως της αγωγής, να αναιρεθεί η απόφαση ως προς τη σχετική της διάταξη και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος της για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Ο αναιρεσίβλητος που εν μέρει ηττάται, πρέπει να καταδικαστεί στην καταβολή ενός μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ανάλογου με την έκταση της νίκης και ήττας κάθε διαδίκου, σύμφωνα με τα άρθρα 178 παρ. 1, 191, 183 ΚΠολΔ, και κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματος του αναιρεσείοντος, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 727/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία,
η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)