Appeal dismissed due to lack of mandatory lawyer representation; second appeal allowed regarding insurance company.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the insurance company due to the appellant's failure to appear with a mandatory lawyer representative. The court upheld the lower court's award of damages for mental suffering against the deceased's family, finding the amounts reasonable. Consequently, the appeal against the insurance company was rejected, while the appeal against the second company was declared inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96 para. 3 and 104 of the Code of Civil Procedure; The absence of a mandatory lawyer representative at the hearing renders the proceedings void, necessitating the dismissal of the appeal against the party that failed to appear.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1167 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1167/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΝΩΣΙΣ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καραΐσκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Σ. του Ε., 2) Σ. Σ. του Δ., συζ. Ι. Κ. και 3) Ε. Σ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάστηκε με την από 16-12-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 218/2012 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 3-9-2013 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 560/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε (ως προς τις ήδη αναιρεσείουσες) την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 40/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29-9-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 6-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη του πρώτου.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και τη διατήρηση αναστολής της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης μέχρι την έκδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 94, 96 παρ. 3 και 104 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο για την υποχρεωτική, πλην των οριζομένων στην παρ. 2 του άρθρου 94 εξαιρέσεων, παράσταση διαδίκου με πληρεξούσιο δικηγόρο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παραστάσεως, ως και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως.
Στην προκειμένη περίπτωση στις επισπεύδουσες τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως περιλαμβάνεται και η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως από το πινάκιο στη σειρά της εκπροσωπήθηκε από τον Δικηγόρο Ευθύμιο Καραΐσκο. Όμως ο εν λόγω Δικηγόρος, που εκπροσώπησε την πρώτη αναιρεσείουσα, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../25.7.2015 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Α., δεν αποδεικνύει με τον τρόπο, που, κατά τα ανωτέρω, προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 96 ΚΠολΔ την προς αυτόν πληρεξουσιότητα για την επίσπευση και εκπροσώπηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως από την δεύτερη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.".
Επομένως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα "... Α.Ε.".
Από τις υπ’ αριθμ. ... /21-12-2015, ... /21-12-2015 και ...21-12-2015 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Γ. Κ. προκύπτει, ότι μετά από γραπτή παραγγελία του επισπεύδοντος τη συζήτηση Ε. Κ., Δικαστικού πληρεξουσίου των αναιρεσειουσών, αντίγραφο της από 29-9-2015 αίτησης για αναίρεση της 40/2015 απόφασης του Εφετείου Κρήτης με πράξη κατάθεσης του Αρμόδιου Γραμματέα του οικείου Εφετείου Κρήτης με αριθμό 21/2015 και πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 13-5-2016 και κλήση να παραστεί σ’ αυτή οπότε και αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από Πληρεξούσιο Δικηγόρο, πρέπει ενόψει του ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, να εξετασθεί η βασιμότητα της ένδικης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. 3 ΚΠολΔ).
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. Β’ , 914 και 932 του ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του Δικαστηρίου, περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το Δικαστήριο δέχεται, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, καθ’ εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Έλλειψη δε νομίμου βάσεως, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, εξέδωσε αρχικά επί της προκειμένης υπόθεσης, την υπ’ αριθμό 218/2012 απόφασή του, η οποία αναιρέθηκε με την υπ’ αριθμό 560/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου) κατά το κεφάλαιό της που αφορούσε τη συντρέχουσα αμέλεια στην επέλευση του ατυχήματος του θανόντος, συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, καθώς και τη συνυπαιτιότητά του στην πρόκληση και την έκταση του θανάσιμου τραυματισμού του, σχετικά με τη χρήση του προστατευτικού κράνους, και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της προς εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Το τελευταίο εξέδωσε την υπ’ αριθμό 40/2015 απόφασή του, η οποία προσβάλλεται με την κρινόμενη από 29-9-2015 αίτηση αναιρέσεως.
Το παραπάνω Εφετείο με την προσβαλλόμενη 40/2015 απόφασή του αναφορικά με το συντρέχον πταίσμα του θανόντος συγγενούς των αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση και την έκταση του θανάσιμου τραυματισμού του σχετικά με τη χρήση του προστατευτικού κράνους, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τη στιγμή, λοιπόν, εκείνη, χωρίς να αντιληφθεί τον οδηγό Κ.
Σ., απέκλεισε την πορεία της προαναφερόμενης δίκυκλης μοτοσικλέτας του, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να επιπέσει με το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσικλέτας του, στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Γάλλος υπήκοος. Η σύγκρουση αυτή, που ήταν σφοδρή, συνέβη εντός του ρεύματος πορείας προς Κίσσαμο, 2,80 μέτρα από τη διαχωριστική επί του εδάφους νησίδας των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας.
Συγκρούσθηκαν ειδικότερα, το εμπρός μέρος της μοτοσικλέτας με την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου, ιδίως ο εμπρόσθιος αριστερός τροχός, ο οποίος είχε δεχθεί ισχυρή καταπόνηση και το εμπρόσθιο αριστερό φτερό. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο τάσι του εμπρόσθιου αριστερού τροχού εντοπίστηκε ίχνος μπλε χρώματος από τη μοτοσικλέτα και τεμάχια κρυστάλλων που σφηνώθηκαν στη ζάντα.
Το σημείο αυτό σύγκρουσης των δύο ως άνω οχημάτων αναφέρεται στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας ως σημείο σύγκρουσης "πρώτο". Περαιτέρω, το ως άνω οδικό συμβάν δεν τελείωσε εκεί, αλλά εκτυλίχθηκε στη συνέχεια, αφού ο οδηγός της μοτοσικλέτας εκτινάχθηκε από το όχημά του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ενώ η μοτοσικλέτα του, ανεξάρτητα από αυτόν, εξετράπηκε της πορείας της προς τα αριστερά και εισήλθε κι αυτή στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου διήνυσε μία απόσταση 9 περίπου μέτρων αποτυπώνοντας στο έδαφος χαραγή 5 μέτρων.
Μετά την εκτίναξη αυτή, το σώμα του Κ. Σ. επέπεσε επί του οδοστρώματος και συρόμενο, όχι για μεγάλη απόσταση, ενόψει του ότι διαπιστώθηκαν περιορισμένες εκδορές μόνο στα άνω άκρα και όχι στο πρόσωπο, θώρακα και τράχηλο... προσέκρουσε εν τέλει, σε απόσταση 15 περίπου μέτρων από το προαναφερθέν "πρώτο" σημείο σύγκρουσης με το όχημα του Γάλλου υπηκόου, στην κανονικά κινούμενη στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προς Χανιά, με αριθμό κυκλοφορίας ..., δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Ξ.
Γ. και συγκεκριμένα στο κάτω αριστερό μέρος της και ακινητοποιήθηκε στο σημείο αυτό, το οποίο απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας ως τελική θέση οδηγού της μοτοσικλέτας. Η σύγκρουση της κεφαλής του παθόντος έγινε με τα σιδερένια μέρη της χαμηλής αριστερής πλευράς της ως άνω κινούμενης δίκυκλης μοτοσικλέτας και δη η κεφαλή του πλήχθηκε με δύναμη με τον σκελετό, την πατητήρα, τη στέκα και το χαμηλό μέρος του κινητήρα.
Στη συνέχεια, η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε, ο αιφνιδιασθείς και μη δυνάμενος να αντιδράσει στο εν λόγω ατύχημα, Ξ. Γ., ανετράπη λόγω της σύγκρουσης και αφού, σύρθηκε στο οδόστρωμα σε απόσταση 10 μέτρων κατά μήκος του ρεύματος κυκλοφορίας της (προς Χανιά), προσέκρουσε εν τέλει στη μοτοσικλέτα του Κ. Σ., που είχε στο μεταξύ εισέλθει στο ρεύμα του (η μηχανή αυτή κινήθηκε σε μικρότερη απόσταση, λόγω του ότι μέρος της ταχύτητάς της απορροφήθηκε από τη σύγκρουση με το βαρύτερο όχημα του Γάλλου οδηγού).
Το σημείο αυτό σύγκρουσης των δύο μοτοσικλετών αναφέρεται στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας ως σημείο σύγκρουσης "δεύτερο" και απεικονίζεται σε απόσταση 10 μέτρων από την τελική θέση του οδηγού Κ. Σ. και σε απόσταση 9 μέτρων διαγώνια από το σημείο σύγκρουσης της μηχανής του με το παραπάνω αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γάλλος υπήκοος (σημείο σύγκρουσης πρώτο).
Αποτέλεσμα αυτού του τροχαίου οδικού ατυχήματος ήταν να υποστεί ο Κ. Σ., κυρίως βαριές κακώσεις στην κεφαλή και δη πολλαπλά κατάγματα βρεγματικής χώρας κεφαλής έως σχεδόν και την ινιακή χώρα με συνοδό έλλειψη οστικών τεμαχίων από την ανατομική περιοχή και με απουσία ευμεγέθους τεμαχίου δέρματος μετωποβρεγματικά λόγω ανώμαλης και βίαιης απόσπασης αυτού συμβατής με τις συνθήκες του τροχαίου, θλάσεις εγκεφαλικού παρεγχύματος, αιμορραγίες και κακώσεις στους πρώτους αυχενικούς σπονδύλους.
Βλάβες, δηλαδή, απότοκες της εκσφενδόνισης του οδηγού και της βίαιης πρόσκρουσης της κεφαλής σε ανένδοτες επιφάνειες, εξαιτίας των οποίων επήλθε ακαριαία ο θάνατος...... Συνακόλουθα, υπαίτιος για την επέλευση του ως άνω οδικού τροχαίου ατυχήματος κρίνεται, κατ’ αρχήν, ο Γάλλος υπήκοος οδηγός (το πταίσμα του οποίου καταλογίζεται στους εναγόμενους), ο οποίος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κατά την οδήγηση του πιο πάνω αυτοκινήτου, προσοχή την οποία, κάτω από τις ίδιες οδικές συνθήκες και περιστάσεις θα κατέβαλε οποιοσδήποτε μέσος συνετός οδηγός, αυτός προκειμένου να εξέλθει από το δεξιό άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας προς Κίσσαμο, όπου είχε σταθμεύσει, παρά ταύτα πραγματοποίησε ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει επαρκώς την κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα κυκλοφορίας όπου εισερχόταν και χωρίς πρώτα να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο των λοιπών οδηγών, που κινούνταν πίσω του, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους, με αποτέλεσμα να αποκλείσει το ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο Κ.
Σ. με την ίδια κατεύθυνση και να συγκρουστούν μεταξύ τους, ο δε τελευταίος να εκτιναχθεί στο αντίθετο ρεύμα πορείας όπου συγκρούστηκε εν τέλει με το προαναφερθέν όχημα (άρθρα 12 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του Ν. 2696/ 1999). Η ως άνω απρονοησία του κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα και το θάνατο του θανόντος οδηγού, δεδομένου ότι, εάν ο ως άνω οδηγός φερόταν επιμελώς, θα απεφεύγετο η σύγκρουση και εν τέλει η είσοδος του θανόντος στο αντίθετο ρεύμα πορείας και η σύγκρουσή του εκεί με άλλο όχημα.
Ευθύνη κατ’ αρχήν για την πρώτη ως άνω σύγκρουση του προαναφερόμενου οδικού ατυχήματος δεν βαρύνει τον θανόντα οδηγό, αφού αυτός κατά τα προαναφερθέντα, άσχετα με την ταχύτητά του, δεν είχε τη δυνατότητα εκ των πραγμάτων να αντιδράσει και να αποφύγει τη σύγκρουση αυτή, πλην όμως, υφίσταται συνευθύνη του για το ως άνω οδικό ατύχημα και δη για τη δεύτερη σύγκρουση αυτού του ατυχήματος και τα αποτελέσματα τούτης, συνιστάμενη στην αυξημένη ταχύτητά του με βάση την οποία κρίνεται ότι συνέβαλε και αυτός στην πρόκληση της ζημίας του, δεδομένου ότι εάν και αυτός οδηγούσε το όχημά του με τη νόμιμη ταχύτητα των 50 χιλιομέτρων, η πρώτη σύγκρουση και πάλι μεν δεν θα αποφευγόταν, πλην όμως, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αυτή δεν θα ήταν τόσο σφοδρή, θα είχε τη μορφή των συνήθων συγκρούσεων οχημάτων εντός πόλης, ο θανών δεν θα εκτινασσόταν σε τόση μεγάλη απόσταση στο αντίθετο ρεύμα πορείας όπου εκινείτο κανονικά η μοτοσικλέτα του Ξ.
Γ. και επομένως, βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής και με βάση τις περιστάσεις της ως άνω σύγκρουσης, θα αποφευγόταν η δεύτερη αυτή σύγκρουση και τα επιζήμια αυτής αποτελέσματα... Συνακόλουθα, το ως άνω οδικό τροχαίο ατύχημα και ο συνεπεία αυτού θανάσιμος τραυματισμός του Κ. Σ., οφείλεται σε συνυπαιτιότητα και των δύο οδηγών των παραπάνω οχημάτων και ειδικότερα στην επέλευσή του συνετέλεσε κατά ποσοστό 70% η αμέλεια του αλλοδαπού οδηγού και κατά ποσοστό 30% του ίδιου του θανόντος, συμπεριφορές που συνδέονται αιτιωδώς, τόσο με τη σύγκρουση των οδηγούμενων από αυτούς οχημάτων, όσο και με την επακολουθήσασα δεύτερη σύγκρουση στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, διότι αυτές, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ήταν ικανές και μπορούσαν αντικειμενικά να επιφέρουν το θανάσιμο τραυματισμό και πράγματι τον επέφεραν στη συγκεκριμένη περίπτωση, υφιστάμενης μεταξύ τους αιτιώδους συνάφειας...
απορριπτόμενου, έτσι, του ισχυρισμού των δύο πρώτων εναγομένων, περί διακοπής μετά την πρώτη σύγκρουση του αιτιώδους συνδέσμου ως προς τη δεύτερη σύγκρουση και το θανατηφόρο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών κατά το χρόνο που έγινε η πρώτη σύγκρουση, φορούσε μεν το κράνος του, πλην όμως, δεν το είχε ασφαλίσει, με αποτέλεσμα αυτό να φύγει κατά την πτώση του από τη μοτοσικλέτα (βλ.
την από 4-7-2007 έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας Χανίων) και στη συνέχεια να πληγεί με τα σιδερένια μέρη της χαμηλής αριστερής πλευράς της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας του Ξ. Γ. κατά τη δεύτερη σύγκρουση και δη η κεφαλή του πλήγηκε με δύναμη με τον σκελετό, την πατητήρα, τη στέκα και το χαμηλό μέρος του κινητήρα.
Είναι χαρακτηριστικό πως οι μάρτυρες στον τόπο του ατυχήματος ανέφεραν πως το κεφάλι του θανόντος άνοιξε στα δύο. Ενόψει, λοιπόν, του τρόπου, του μέσου επέλευσης και του είδους των ως άνω κακώσεων της κεφαλής του οδηγού της μοτοσικλέτας (πολλαπλά κατάγματα βρεγματικής χώρας κεφαλής έως σχεδόν και την ινιακή χώρα με συνοδό έλλειψη οστικών τεμαχίων από την ανατομική περιοχή και με απουσία ευμεγέθους τεμαχίου δέρματος μετωποβρεγματικά λόγω ανώμαλης και βίαιης απόσπασης αυτού συμβατής με τις συνθήκες του τροχαίου, θλάσεις εγκεφαλικού παρεγχύματος, αιμορραγίες και κακώσεις στους πρώτους αυχενικούς σπονδύλους) συνεπεία των οποίων επήλθε ο ακαριαίος θάνατος τούτου, το Δικαστήριο κρίνει, ότι το κράνος δεν θα προστάτευε τούτον από το επελθόν αποτέλεσμα και επομένως η έλλειψή του, λόγω μη ασφαλούς πρόσδεσης δεν συνετέλεσε σ’ αυτό.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Γάλλου οδηγού και για το λόγο αυτό απέρριψε την προταθείσα από τους εναγόμενους ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός λόγος της ως άνω υπό στοιχείο β’ έφεσης είναι βάσιμος κατ’ ουσίαν.
Επίσης, το ίδιο ως άνω ο Δικαστήριο που έκρινε αντίθετα ότι υπήρξε συντρέχον πταίσμα του θανόντος στην πρόκληση βαρύτατων κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων για τον παραπάνω λόγο μη αφαλούς πρόσδεσης του κράνους, εσφαλμένα τις αποδείξεις εξετίμησε και για αυτό πρέπει να γίνει δεκτός και ο σχετικός λόγος της υπό στοιχ.
β’ έφεσης των εναγόντων...". Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με την χρήση του προστατευτικού κράνους και την αιτιώδη συνάφεια αυτής με το επελθόν αποτέλεσμα, το οποίο κατά την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ως βέβαιο, λόγω και του τρόπου, του είδους και της έντασης των σωματικών κακώσεων και το οποίο δεν θα τον προστάτευε από το εν λόγω αποτέλεσμα.
Περαιτέρω από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις αναφορικά με το συντρέχον πταίσμα του θανόντος στην πρόκληση και την έκταση του τραυματισμού του και τον αιτιώδη σύνδεσμο αυτού προς το επελθόν αποτέλεσμα.
Επομένως ο πρώτος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τοπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το Δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων ης διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Το Εφετείο, αναφορικά με το αγωγικό κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Συνακόλουθα, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο θανών, ηλικίας τότε, όπως προαναφέρθηκε, 38 ετών, κάτοικος ... ήταν υιός του πρώτου ενάγοντος, ηλικίας τότε 70 ετών, συνταξιούχου στο επάγγελμα και αδερφός των δύο άλλων εναγομένων, ήτοι της Σ.
Σ., δημοσίου υπαλλήλου, ηλικίας τότε 43 ετών και της Ε. Σ., εκπαιδευτικού, ηλικίας τότε 36 ετών. Όλοι περιλαμβάνονται, στην "οικογένειά" του κατά την έννοια του άρθρου 932 εδάφ. 3 ΑΚ, έστω και αν, αυτοί, δεν συγκατοικούσαν μαζί του (ο πατέρας του και η αδερφή του Σ. κατοικούσαν στον ... και η αδερφή του Ε. στα ...), διότι συνδέονταν μαζί του με μεγάλο δεσμό αγάπης και πράγματι υπέστησαν ψυχική οδύνη από την απώλειά του.
Ο ξαφνικός θάνατός του τους συγκλόνισε και τους προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, έντονα συναισθήματα θλίψης και πόνου. Πρέπει λοιπόν να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη: α) την ηλικία του θύματος και των δικαιούχων, αλλά και το επάγγελμά τους, β) την καλή κατάσταση της υγείας του θανόντος, γ) το βαθμό συναισθηματικής σύνδεσης των εναγόντων με το θύμα, που ήταν ανάλογος και με τη συγγένειά τους και της μη κοινής διαβίωσής τους, δ) την ένταση και τη διάρκεια του ψυχικού τους άλγους, ε) το βαθμό της συντρέχουσας αμέλειας του θύματος και στ) την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (εκτός της ασφαλιστικής εταιρίας), κρίνει ότι δικαιούνται να λάβουν τα κατωτέρω εύλογα και ανάλογα ποσά:
Ο πατέρας του το ποσό των 60.000 ευρώ και οι αδερφές του το ποσό των 45.000 ευρώ η κάθε μία...". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων του πρώτου εξ αυτών, πατέρα του θανόντος στο ποσό των 60.000 ευρώ και κάθε μιας των λοιπών, αδελφών του θανόντος στο ποσό των 45.000 ευρώ, δεν υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά δεν είναι υπέρμετρα μεγάλα και κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση δεν υπολείπονται (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζόμενου σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", ν’ απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε. - Ασφάλειαι ..." και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος της πρώτης αναιρεσείουσας, επειδή δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο κατά την συζήτηση της προκειμένης υπόθεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 29.9.2015 αιτήσεως αναιρέσεως της 40/2015 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.".
Απορρίπτει την ως άνω αναίρεση ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε. - Ασφάλειαι ...".
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ