Legislator Case Law & Legislation
1167/2012 AI generated

1167/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1167/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό καταθέσεως 6675/12-2-2008 πράξη ορισμού δικασίμου για ανασύσταση δικογραφίας αυτεπαγγέλτως του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11347/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2635/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-6-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 14-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Legislator headnote

AI generated

1167/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν γίνει δεκτό το αντίθετο, θα υπάρχει κενό που δεν ανέχεται η έννομη τάξη, αφού ούτε νέα απόφαση επί της υπόθεσης μπορεί να εκδοθεί, ούτε θα μπορεί, κατά την αντίθετη άποψη, να βεβαιωθεί η απώλεια. Αναφορικά με το αρμόδιο δικαστήριο και τη διαδικασία εκδίκασης της σχετικής αγωγής ή αίτησης υπάρχει κενό στο νόμο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1167 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1167/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Κουτράκη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. χας Α. Θ., 2. Κ. Θ. του Α., 3. Γ. Θ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίες οι μεν 1η και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Χαραλαμπέα η δε 3η παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της, 4. Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, νόμιμα εκπροσωπούμενου και 5. Προϊσταμένης του Τμήματος Ασφαλιστικών Μέτρων-Διαταγών Πληρωμής της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, νόμιμα εκπροσωπούμενης, οι οποίοι 4ος και 5η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό καταθέσεως 6675/12-2-2008 πράξη ορισμού δικασίμου για ανασύσταση δικογραφίας αυτεπαγγέλτως του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11347/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2635/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-6-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 14-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 9 του ν. 3400/1927 περί ανασυστάσεως του εκ πυρκαϊάς καταστραφέντος αρχείου του Πρωτοδικείου Ηλείας και της Εισαγγελίας του, που, σύμφωνα με το άρθρο 23 του νόμου αυτού, έχουν εφαρμογή και σε κάθε περίπτωση μελλοντικής μερικής ή ολικής καταστροφής από πυρκαϊά ή οποιοδήποτε άλλο λόγο αρχείων οποιουδήποτε δικαστηρίου, ορίζεται ότι σε περίπτωση καταστροφής του πρωτοτύπου πολιτικής απόφασης γίνεται ανασύνταξή της με απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών, μετά από προηγούμενη κλήση και ακρόαση των διαδίκων ή των πληρεξουσίων τους κατά μεν το ιστορικό της με βάση τα αντίγραφα των εγγράφων προτάσεων, κυρωμένων ή μη, των διαδίκων ή άλλων σχετικών εγγράφων, που είναι υποχρεωμένοι οι κάτοχοί τους να προσκομίσουν, κατά δε το αιτιολογικό και το διατακτικό με βάση το σχέδιο που βρίσκεται στα χέρια του Εισηγητή της απόφασης, που είναι επίσης υποχρεωμένος να αποστείλει ή προσκομίσει στον πρόεδρο του δικαστηρίου μέσα στην αναφερόμενη στο νόμο αυτό προθεσμία.

Η απόφαση που καταρτίζεται με αυτόν τον τρόπο αποτελεί πρωτότυπο που κατατίθεται στο αρχείο του δικαστηρίου. Στην περίπτωση όμως που εκ των πραγμάτων είναι αδύνατη η ανασύνταξη του πρωτοτύπου της απόφασης, κατά την ως άνω διαδικασία, λόγω έλλειψης στοιχείων, υπάρχει δικαιοδοσία των τακτικών δικαστηρίων να βεβαιώσουν την ύπαρξη της απόφασης που χάθηκε, η δικαιοδοσία δε αυτή ευρίσκει έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 1 και 70 ΚΠολΔ, αφού τα δικαστήρια αυτά έχουν δικαιοδοσία να επιλύσουν τις διαφορές ιδιωτικού δικαίου που ο νόμος δεν έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια (άρθρο 1) και να αναγνωρίζουν την ύπαρξη ή μη έννομων σχέσεων (άρθρο 7).

Αν γίνει δεκτό το αντίθετο, θα υπάρχει κενό που δεν ανέχεται η έννομη τάξη, αφού ούτε νέα απόφαση επί της υπόθεσης μπορεί να εκδοθεί, ούτε θα μπορεί, κατά την αντίθετη άποψη, να βεβαιωθεί η απώλεια. Αναφορικά με το αρμόδιο δικαστήριο και τη διαδικασία εκδίκασης της σχετικής αγωγής ή αίτησης υπάρχει κενό στο νόμο.

Και τούτο, γιατί, ενώ ορίζεται ποια δικαστήρια έχουν αρμοδιότητα να βεβαιώσουν την ανυπαρξία δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 313 παρ.3 ΚΠολΔ) και να διορθώσουν και να ερμηνεύσουν τις δικαστικές αποφάσεις (άρθρο 315 ΚΠολΔ) και δίδεται η δυνατότητα να αποδειχθεί η ύπαρξη και το περιεχόμενο εγγράφου που χάθηκε ή είναι δυσανάγνωστο ή άχρηστο (άρθρο 435 ΚΠολΔ), δεν ορίζεται ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την απώλεια δικαστικής απόφασης και το περιεχόμενό της.

Πρέπει να γίνει δεκτό ότι αρμόδιο δικαστήριο για τη βεβαίωση αυτή είναι το δικαστήριο που έχει εκδώσει την απόφασή του που χάθηκε κατά τη διαδικασία που εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 315 επόμ. ΚΠολΔ περί διορθώσεως και ερμηνείας των δικαστικών αποφάσεων γιατί η βεβαίωση της απώλειας προσομοιάζει με τη διόρθωση και την ερμηνεία των αποφάσεων.

Έτσι, αν η απόφαση που χάθηκε εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (των άρθρων 683 έως 703 ΚΠολΔ), διότι αφορά σε ασφαλιστικό μέτρο, αρμόδιο για τη βεβαίωση της απώλειας και του περιεχομένου της είναι το δικαστήριο που την εξέδωσε κατά την ίδια ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 318 παρ.1 ΚΠολΔ) και η απόφαση που εκδίδεται δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο, κατ' άρθρο 699 ίδιου Κώδικα.

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, με την 6675/12-2-2008 πράξη ορισμού δικασίμου του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζητήθηκε να βεβαιωθεί η απώλεια του πρωτοτύπου της 2172/1993 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία διατάχτηκε το ασφαλιστικό μέτρο της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, προς εξασφάλιση απαίτησης του τότε αιτούντος και ήδη αποβιώσαντος Α. Θ., συζύγου της πρώτης των ήδη αναιρεσιβλήτων και πατέρα των λοιπών, σε βάρος του τότε καθ' ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος, σε ακίνητο του τελευταίου, με τη συναίνεσή του (άρθρο 706 ΚΠολΔ), καθώς και το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 11347/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία βεβαιώθηκε η απώλεια του πρωτοτύπου της άνω 2172/1993 απόφασης, καθώς και το περιεχόμενό της. Κατά της απόφασης αυτής, ο ήδη αναιρεσείων άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζήτησε την εξαφάνισή της και την απόρριψη της προαναφερόμενης πράξης του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (2635/2009), απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, διότι δέχτηκε, ότι "αυτή (έφεση) στρέφεται κατά απόφασης που εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της έφεσης, όπως άλλωστε και η απωλεσθείσα δικαστική απόφαση, για τη βεβαίωση απώλειας της οποίας και του περιεχομένου της αρμόδιο είναι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση".

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες ούτε του αριθμού 14 ούτε του αριθμού 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού πρόκειται, μάλιστα, για ιδιωτικού δικαίου διαφορά, η οποία ανήκει στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων (άρθρο 1α ΚΠολΔ) και, συνεπώς, ο πρώτος - και μοναδικός - κατά της προσβαλλόμενης απόφασης λόγος της αναίρεσης, από τους αριθμούς 4 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο, από την επίκληση των αναιρετικών αυτών πλημμελειών, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Καθ' όσον δε η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε κατά της 11347/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και βεβαίωσε την απώλεια του πρωτοτύπου της ως άνω 2172/1993 απόφασης και το περιεχόμενό της (η οποία - ένδικη αίτηση αναίρεσης - ως εκ περισσού στρέφεται και κατά του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της Προϊσταμένης του Τμήματος Ασφαλιστικών Μέτρων - Διαταγών Πληρωμής της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δεν είναι διάδικοι και δεν εμφανίσθηκαν), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού, σύμφωνα με τα παραπάνω, η εν λόγω 11347/2008 απόφαση δεν υπόκειται - κατά την ΚΠολΔ 699 - σε ένδικα μέσα.

Αντίθετα, δύο μέλη του παρόντος Δικαστηρίου και, ειδικότερα, η Αντιπρόεδρος Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη και ο Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης έχουν τη γνώμη, ότι ναι μεν στο άρθρο 699 του ΚΠολΔ, οι αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις για ανάκληση ή μεταρρύθμιση αυτών δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, ο αποκλεισμός όμως ούτος επεκτείνεται και στις διαφορές οι οποίες δεν αποτελούν αληθώς ασφαλιστικό μέτρο, με την έννοια του άρθρου 682 του ΚΠολΔ, αλλά παραπέμπονται προς εκδίκαση στη διαδικασία αυτή απλώς και μόνο λόγω ταχύτητας, οπότε δεν παράγεται δεδικασμένο με μόνη την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, αφού με αυτήν δεν διατάσσεται ασφαλιστικό μέτρο, ούτε ανακαλείται ή μεταρρυθμίζεται τέτοιο, αλλά τέμνεται οριστικώς η διαφορά. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, μόνη η παραπομπή στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν αφορά και τη διάταξη του άρθρου 699 ΚΠολΔ. (Ολομ.ΑΠ 754/86), ώστε, στην προκειμένη περίπτωση, η απόφαση που εκδίδεται, υπόκειται στα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 754/1986, πρβλ ΑΠ 1331/2008, 1527/2007, 1475/2002, 21-22/2002 κά).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη (2635/2009) απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκη εκδόθηκε σε έφεση του και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 11347/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και βεβαίωσε την απώλεια του πρωτοτύπου της 2172/1993 απόφασης του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατά την ίδια, επίσης, ειδική διαδικασία και διέταξε την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των δρχ. 4.000.000 στο σ' αυτή περιγραφόμενο ακίνητο του τότε καθ'ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντα - κει με τη συναίνεσή του - προς εξασφάλιση απαίτησης του τότε αιτούντος και ήδη θανόντα Α.

Θ., συζύγου της πρώτης αναιρεσίβλητης και πατέρα των λοιπών, ύψους δρχ. 3.000.000, καθώς και το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης. Με την εν λόγω (προσβαλλόμενη) απόφαση δεν έγινε δεκτή, ούτε απορρίφθηκε αίτηση για ασφαλιστικά μέτρα ή αίτηση για ανάκληση ή μεταρρύθμιση απόφασης, περί αυτών, υπό την έννοια των άρθρων 696 και 697 ΚΠολΔ, δηλαδή δεν έχει αυτή χαρακτήρα προσωρινού, εξασφαλιστικού ή ρυθμιστικού μέτρου με προσωρινή ισχύ, επηρεάζουσα την κύρια υπόθεση (άρθρο 695 ΚΠολΔ), αλλά τέμνει οριστικά την ένδικη διαφορά αφού αυτή δεν αποτελεί αληθώς ασφαλιστικό μέτρο, με την έννοια του άρθρου 682 επ.

ΚΠολΔ, όπως είναι τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 704-738 ΚΠολΔ ή τα εξομοιούμενα προς αυτά ρυθμιστικά κατάστασης μέτρα (άρθρα 682 επ. ΚΠολΔ, 644 παρ.2, 912 παρ.2, 918 παρ.5, 99 παρ.3, 938 παρ.3, 994, 1019 παρ.1 ΚΠολΔ), αλλά όπως ήδη εκτέθηκε στη νομική σκέψη της πλειοψηφίας, παραπέμπεται προς εκδίκαση στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατ' απόλυτη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 315 επ.

ΚΠολΔ. Επομένως, παραδεκτά ασκήθηκε κατά της 11347/2008 απόφασης που προπαρατέθηκε, το ένδικο μέσο της έφεσης, το δε Εφετείο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την έφεση αυτή ως απαράδεκτη, γιατί, όπως δέχθηκε, "αυτή (έφεση) στρέφεται κατά απόφασης που εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της έφεσης, όπως άλλωστε και η απωλεσθείσα δικαστική απόφαση, για τη βεβαίωση απώλειας της οποίας και του περιεχομένου της αρμόδιο είναι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση", παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, γι' αυτό και ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί παρά το νόμο απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη είναι βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Εφόσον, επομένως, η παρούσα απόφαση ελήφθη με διαφορά δύο ψήφων, πρέπει να παραπεμφθεί ο πρώτος -και μοναδικός- κατά της 2635/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης λόγος της αναίρεσης στην τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ.2 στοιχ. β' του ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον εις το αιτιολογικό, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 και 4 ΚΠολΔ, λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ