Legislator Case Law & Legislation
1167/2011 AI generated

1167/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1167/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1167/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά δε την κατά τον τρόπο αυτό αναγνώριση της κυριότητος του Δημοσίου σε κάθε εδαφική έκταση, η οποία πριν από την έναρξη ισχύος του άνω β.δ/τος είχε δασικό χαρακτήρα, αρκεί η υπό του Δημοσίου επίκληση και απόδειξη, προς θεμελίωση της ιστορικής βάσεως αγωγής ή ενστάσεως ιδίας κυριότητος, της υπάρξεως της ιδιότητος του δάσους προ της ενάρξεως ισχύος του άνω διατάγματος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1167 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1167/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Δημάδη,, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Ι. Γ. Ψ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωστάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-1983 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 206/2008 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-3-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 30-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εισάγεται προς συζήτηση, μετά την εμπρόθεσμη κατάθεση της υπ' αριθμ. 889/2009 θετικής γνωμοδοτήσεως του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και το βάσιμο των περιεχομένων στην αίτηση αυτή λόγων αναιρέσεως , σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1, 2 του ν. 2298/1995, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και ακολούθως με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999 και ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009, αφού η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε πριν την έναρξη ισχύος αυτού (ν. 3790/2009).

ΙΙ. Επειδή, για την κτήση κυριότητος επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται κατά μεν τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 και 1 παρ.1 Κωδ.(7.39), 9 παρ.1 (βασ.50 . 14), αδιάλειπτος νομή του πράγματος με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, την οποία (καλή πίστη), όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.8),27 πανδ. (18.1), 10, 17 και 48 πανδ. (41.3), 3 πανδ.(41.10) και 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση, ότι δια της κτήσεως της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητος άλλου, κατά δε την διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ, ο χρόνος αυτός περιωρίσθη στην εικοσαετία, συνυπολογιζομένου, κατ' αμφότερα τα δίκαια, και του χρόνου νομής χρησικτησίας του προκατόχου του νομέως.

Προκειμένου δε περί εκτάκτου χρησικτησίας που άρχισε υπό το κράτος του προϊσχύσαντος δικαίου και συμπληρώθηκε υπό τον κώδικα, που δεν απαιτεί το στοιχείο της καλής πίστεως του νομέως, είναι απαραίτητη η ύπαρξη της καλής πίστεως για τον μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο (23/2/1946). Την συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστεως συνάγει ο δικαστής εκ του πράγματος και η κρίση αυτού ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη είναι πλήρης και ορισμένη , εμπεριέχουσα καθεαυτή, και χωρίς άλλη επεξήγηση, την κατά τις προμνημονευθείσες διατάξεις, κοινώς δε κρατούσα, έννοιά της.

Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 64 και 65 του Εισ.Ν.ΑΚ., οι περί χρησικτησίας διατάξεις του ΑΚ εφαρμόζονται από της εισαγωγής του και επί προαρξαμένης χρησικτησίας, μη συμπληρωθείσης μέχρι τότε. Στην περίπτωση αυτή η απαιτουμένη εικοσαετία προς συμπλήρωση του χρόνου της εκτάκτου χρησικτησίας αρχίζει από της εισαγωγής του ιδίου κώδικος, εκτός εάν ο μακρότερος του προϊσχύσαντος δικαίου χρόνος συμπληρώνεται ενωρίτερα, οπότε η χρησικτησία συμπληρώνεται με την παρέλευση του χρόνου αυτού του προϊσχύσαντος δικαίου.

Εξάλλου, προκειμένου περί ακινήτων του Δημοσίου, όπως είναι και τα δάση, τα οποία είναι εθνικά (εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17.11/1/12/1836 β.δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 του εν λόγω β.δ/τος), σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1 πανδ. (41.3), 9 Εισ. (2.9), 2 Κωδ. (7.30) και 2 βασ. (50.10), που εφαρμόζονται εν προκειμένω διαχρονικώς κατά το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ και μη τροποποιηθείσες από τα άρθρα 18 και 21 του από 21 Ιουνίου 1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", εξαιρούνταν της τακτικής, όχι όμως και της εκτάκτου χρησικτησίας και επομένως μπορούσε κάποιος να χρησιδεσπόσει και επί δημοσίου κτήματος και να αποκτήσει επ' αυτού την κυριότητα πρωτοτύπως, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, δια της επί συνεχή τριακονταετία ασκήσεως επ' αυτού νομής με καλή πίστη.

Η τριακονταετής όμως νομή έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11 Σεπτεμβρίου 1915, καθόσον μεταγενεστέρως τα δημόσια κτήματα εξηρέθησαν και της εκτάκτου χρησικτησίας, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των βάσει αυτού εκδοθένων διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που ίσχυσαν έκτοτε μέχρι και πέραν του έτους 1926, διά των οποίων ανεστάλη κάθε παραγραφή και κάθε νόμιμη και δικαστική προθεσμία επί αστικών διαφορών, και του άρθρου 21 του από 2.4/16.5.1926 ν.δ. "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π.", διατηρηθέντος σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ.

Από δε την διάταξη του άρθρου 1 του β.δ.από 16 Νοεμβρίου 1836 "περί ιδιωτικών δασών" , σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ιδίου διατάγματος, προκύπτει ότι αναγνωρίζεται η κυριότητα του Δημοσίου σε κάθε έκταση, η οποία πριν από την έναρξη της ισχύος του, αποτελούσε δάσος, με εξαίρεση εκείνης για την οποία υπήρχε έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής ότι προ του αγώνος ανήκε σε ιδιώτες και υπό την προϋπόθεση ότι υπεβλήθησαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία οι σχετικοί της ιδιοκτησίας τίτλοι εντός της υπό του άρθρου 3 παρ. 1 του ιδίου β.δ/τος οριζομένης ανατρεπτικής προθεσμίας.

Μετά δε την κατά τον τρόπο αυτό αναγνώριση της κυριότητος του Δημοσίου σε κάθε εδαφική έκταση, η οποία πριν από την έναρξη ισχύος του άνω β.δ/τος είχε δασικό χαρακτήρα, αρκεί η υπό του Δημοσίου επίκληση και απόδειξη, προς θεμελίωση της ιστορικής βάσεως αγωγής ή ενστάσεως ιδίας κυριότητος, της υπάρξεως της ιδιότητος του δάσους προ της ενάρξεως ισχύος του άνω διατάγματος.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033 και 1192 ΑΚ, συνάγεται, ότι, για την μεταβίβαση της κυριότητος επί ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και αυτού που αποκτά, υποκειμένη στον έγγραφο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται σε αυτόν η κυριότητα και καταχώριση του συμβολαίου στα οικεία βιβλία.

ΙΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.

Εξάλλου, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).

Ο ίδιος αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο, εκτάσεως 7.550 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας της Κοινότητας Φοινίκης Μεσσηνίας και διαχωρίζεται σε τρία τμήματα από την επαρχιακή οδό Μεθώνης Φοινικούντας και από αγροτική οδό.

Το υπό στοιχ. Ι τμήμα έχει εμβαδόν 950 τ.μ. και συνορεύει γύρωθεν, βόρεια με αγρό του εναγομένου, νότια με την επαρχιακή οδό Μεθώνης-Φοινικούντας και ανατολικά με αγροτική οδό, το υπό στοιχ. II τμήμα έχει εμβαδόν 1.580 τ.μ. και συνορεύει γύρωθεν, βόρεια και δυτικά με αγροτική οδό, νότια με την προαναφερόμενη επαρχιακή οδό και ανατολικά με δημόσια δασική έκταση και το υπό στοιχ. 111 τμήμα έχει εμβαδόν 5.020 τ.μ.

και συνορεύει γύρωθεν, βόρεια με την προαναφερόμενη επαρχιακή οδό, Ν νότια με αιγιαλό, ανατολικά με ακίνητο του ενάγοντος και δυτικά με αγροτική οδό. Τα παραπάνω ακίνητα αποτελούν τμήματα μεγαλύτερου ακινήτου, εκτάσεως 15 στρεμμάτων περίπου, που απεικονίζεται στο από 24.10.2002 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Α.

Π.. Συνορεύει δε το όλο ακίνητο γύρωθεν, ανατολικά με αγροτικό δρόμο, δυτικά με ιδιοκτησίες Ν. Φ., Δ. Φ. και κληρονόμων Ι. Δ. Ψ., βόρεια με ιδιοκτησίες Δ. Ζ., Λ. Ι. Μ. και Θ. Δ. Μ. και νότια με ακτή θάλασσας. Το όλο ακίνητο περιήλθε στον "εναγόμενο δυνάμει του υπ' αριθμ. .../21.9.1973 πωλητηρίου συμβολαίου του συμ/φου Μεθώνης Γεωργίου Τσώνη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μεθώνης στον τόμο 83 και με αριθμό … από την κυρία αυτού Μ.

χήρα Γ. Ψ., το γένος Ι. Μ.. Στην ως άνω δικαιοπάροχο του εναγομένου το ακίνητο αυτό περιήλθε εκ κληρονομιάς και δη εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος το έτος 1925 πατρός της Ι. Κ. Μ. και στον τελευταίο εκ κληρονομιάς και δη εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος προ του έτους 1850 πατρός του Κ. Μ.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 252/1978 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας ο εναγόμενος κηρύχθηκε δικαιούχος της καταβλητέας αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση ενός τμήματος του όλου ακινήτου του με σκοπό την κατασκευή της επαρχιακής οδού Μεθώνης-Φοινίκης, η οποία (οδός) διήλθε δια και καθ' όλον το μήκος του ως άνω ακινήτου του και το χώρισε με τον τρόπο αυτό σε δύο τμήματα.

Τα υπό στοιχ. Ι και ΙΙ τμήματα του επιδίκου εδαφικού ακινήτου, που βρίσκονται βόρεια της επαρχιακής οδού, τόσο κατά τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου όσο και του μάρτυρα του ενάγοντος, αποτελούν συνέχεια του αγρού του εναγομένου, ήταν δε φυτεμένα με δημητριακά και στη συνέχεια από τον εναγόμενο με κηπευτικά και η μορφολογική και εδαφολογική τους κατάσταση είναι η ίδια με την όμορη αυτών αγροτική έκταση του τελευταίου.

Επίσης, δεν φέρουν δασική βλάστηση. Το υπό στοιχ. III εδαφικό τμήμα, που βρίσκεται νότια της επαρχιακής οδού αποτελεί αμμώδη έκταση κατά το μεγαλύτερο μέρος του, όπου πριν από το έτος 1978, οπότε και καθαρίστηκε από τον εναγόμενο με σκοπό να το καλλιεργήσει, υπήρχαν ποώδη, φρυγανώδη και μικροί θάμνοι, βλάστηση κατάλληλη για βοσκή.

Στη συνέχεια ο εναγόμενος φύτεψε πέντε ελαιόδενδρα. Μέσα στο επίδικο εδαφικό τμήμα υπήρχαν δύο πηγάδια και μια γκρεμισμένη πέτρινη αποθήκη, τουλάχιστον από το έτος 1940 (βλ. κατάθεση μάρτυρα εναγομένου ...). Η δε κάλυψη των υπό στοιχ. ΙΙ και III εδαφικών τμημάτων κατά αραιά διαστήματα από διάσπαρτους θάμνους σε ελάχιστο αριθμό, σύμφωνα με την αεροφωτογραφία του έτους 1945, δε προσδίδει στα παραπάνω εδαφικά τμήματα το χαρακτήρα του δάσους ή της δασικής έκτασης, ούτε αποτελούσαν αυτά τέτοια έκταση κατά το έτος 1836, αφού δεν ήταν δυνατή η δασική εκμετάλλευση τους προς παραγωγή ξυλείας, ούτε εξ άλλου ήταν προορισμένα για τέτοια παραγωγή, αλλά και ούτε συνάγεται εξ αυτών άσκηση νομής από το εκκαλούν για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας (άρθρα 18 και 21 του ν.21.6/10-7-1937 "περί διακρίσεως κτημάτων"), αλλά αντίθετα, στη μεγαλύτερη έκταση τους καλλιεργούνταν προ πολλών ετών, ενώ τμήμα μικρότερης επιφανείας τους, ακαλλιέργητης λόγω του αμμώδους του εδάφους, ήταν κατάλληλο για βοσκή.

Με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 3 του από 16/29 Νοεμβρίου 1836 Β.Δ/τος "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου σε κάθε έκταση, εκτός από εκείνες για τις οποίες υπήρχε έγγραφη απόδειξη της Οθωμανικής Αρχής, ότι, προ της ενάρξεως του αγώνα για την ανεξαρτησία του Ελληνικού Έθνους, ανήκαν σε ιδιώτες, εφόσον οι σχετικοί τίτλοι ιδιοκτησίας υποβλήθηκαν στη Γραμματεία για τα Οικονομικά, μέσα στην οριζόμενη ανατρεπτική προθεσμία του ενός έτους από τη δημοσίευση του Βασιλικού αυτού Διατάγματος.

Ως δάσος κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων νοείται κάθε έκταση εδάφους, που καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, που προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του Ν.

ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών" και περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο Ν. 3077/1924 "περί δασικού Κωδικός" και βασικά δεν υφίσταται του ορισμού του δάσους στο άρθρο 1 παρ. 1 του Δασικού Κώδικα (Ν.Δ. 86/1969) και στο άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας" (βλ.

ΑΠ 60/1978 ΝοΒ 26.1353). Πλην όμως από καμιά από τις διατάξεις αυτές δεν προκύπτει ότι απαγορεύθηκε και μετά την ισχύ του πιο πάνω Β.Δ/τος η έναρξη και η συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας, που να οδηγεί στην κτήση κυριότητας τρίτου σε δασική έκταση του Δημοσίου, που κατέχεται από ιδιώτη, αφού με το μεταγενέστερο νόμο της 21.6/10-7-1937 "περί διακρίσεως κτημάτων" τα δάση δεν χαρακτηρίσθηκαν απαράγραπτα ή αναπαλλοτρίωτα, αλλά αυτά περιλαμβάνονται στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου (Εφ.Πατρ. 1212/1990 Ελλ.Δνη 32.1346).

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, το επίδικο ακίνητο, αλλά και το μεγαλύτερο ακίνητο του οποίου αποτελεί τμήμα, ήταν και είναι αγροτογεωργική έκταση και η χρήση του, συνεχώς από τον προηγούμενο αιώνα και εφεξής για τον εκάστοτε κύριο τούτου, συνίστατο στην καλλιέργεια, αλλά και στη βόσκηση ζώων, και όχι δάσος καλυπτόμενο εν όλω ή εν μέρει από άγρια ξυλώδη φυτά πριν από το έτος 1836, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν-ενάγον.

Τα ίδια επομένως που έκρινε και το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε τον ισχυρισμό του εκκαλούντος ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε δασική έκταση, για την οποία σημειωτέον, κανένας, μέχρι την έναρξη της ισχύος του Β.Δ/τος της 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", δεν παρουσίασε, μέσα σε ένα έτος από την δημοσίευση του (ΦΕΚ 69/1-12-1836),τίτλους ιδιοκτησίας για την αναγνώριση του ως κυρίου, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο, με αποτέλεσμα και ο λόγος αυτός της έφεσης να πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος του εναγομένου Κ. Μ., πριν από το έτος 1850, οπότε επισυνέβη ο θάνατος του, κατείχε και νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δηλ.με την πεποίθηση ότι δια της κτήσης της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσία το επ' αυτού δικαίωμα κυριότητας άλλου, τα επίδικα εδαφικά τμήματα, αποτελούντα μέρος μιας μεγαλύτερης ιδιοκτησίας 15 περίπου στρεμμάτων, όπως στη συνέχεια και ο υιός του Ι.

Μ. από το έτος 1850, οπότε τα κληρονόμησε από τον πατέρα του, βόσκοντας στο ακαλλιέργητο τμήμα μικρότερης έκτασης τα ποίμνια, καλλιεργώντας δε τα καλλιεργήσιμα τμήματα μεγαλύτερης έκτασης με δημητριακά και ενίοτε με κηπευτικά, κτίζοντας μια πέτρινη καλύβα, όπου συγκέντρωναν τον σταφιδόκαρπο, απαγορεύοντας σε τρίτους τη διενέργεια οποιασδήποτε διακατοχικής πράξης και γενικά ενεργούσαν τις πράξεις νομής και κατοχής, που δήλωναν βούληση εξουσίασης, χωρίς στην άσκηση αυτών να παρακωλυθούν από τα όργανα του Δημοσίου, συνεχώς και αδιαλείπτως επί τριάντα χρόνια μέχρι το έτος 1915 και έτσι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο τους συνεχής νομή επί τριάντα έτη.

Μετά το θάνατο του Ι. Μ., το έτος 1925, συνέχισε να νέμεται τα επίδικα τμήματα ή κόρη του, Μ. χήρα Γ. Ψ., το γένος Ι. Μ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος εκείνου, στην κληρονομιά του οποίου υπεισήλθε με πρόθεση κληρονόμου, με καλή πίστη, ασκώντας όλες τις πιο πάνω πράξεις νομής και κατοχής μέχρι το έτος 1973 οπότε τα μεταβίβασε στον εναγόμενο, δυνάμει του πιο πάνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου.

Έκτοτε της νομής των επιδίκων εδαφικών τμημάτων επιλήφθηκε ο εναγόμενος, ο οποίος συνέχισε με διάνοια κυρίου να νέμεται τα επίδικα τμήματα και συγκεκριμένα τα καλλιεργούσε μέχρι το 1980 περίπου με δημητριακά και στη συνέχεια με κηπευτικά, διατηρώντας μάλιστα μέσα σ' αυτά θερμοκήπια και στο υπό στοιχ. III τμήμα του επιδίκου φύτεψε πέντε ελαιόδενδρα και έκτισε μια πρόχειρη καλύβα.

Στις 20.2.1979 εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 6/Δ.Α πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Καλαμάτας κατά του εναγομένου για την επίδικη έκταση, πλην, όμως, με την υπ' αριθμ. 37/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας (δικάζοντος ως εφετείου την έφεση του εδώ εναγομένου κατά της υπ' αριθμ. 13/1979 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πύλου) ακυρώθηκε αυτό (πρωτόκολλο) για το λόγο ότι δεν πιθανολογήθηκε ο δασικός χαρακτήρας της επίδικης έκτασης.

Επίσης, με την υπ αριθμ. 1077/1.7.1982 απόφαση του Νομάρχη Μεσσηνίας (ΦΕΚ/Δ' 178/30.5.1983) κηρύχθηκε αναδασωτέα η ως άνω έκταση, πλην όμως, με την υπ' αριθμ. 898/1985 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας μετά από αίτηση του εδώ εναγόμενου, κηρύχθηκε, άκυρη η ως άνω απόφαση του Νομάρχη για ελλιπή αιτιολόγηση. Τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου, Α.

Κ. του Θ. και Ι. Μ. του Ε., οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες γειτονικών ακινήτων, γνωρίζουν την επίδικη έκταση εδώ και πολλά χρόνια (γεννήθηκαν το έτος 1929) και έχουν ιδία αντίληψη των όσων καταθέτουν, σε συνδυασμό με τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, που δεν αναιρούνται από την περιέχουσα ασάφειες, για το αντίθετο, κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος του ενάγοντος ο οποίος δεν έχει ιδία αντίληψη του επιδίκου ακινήτου και όσα καταθέτει τα γνωρίζει από το φάκελο της υπηρεσίας του σχετικά με το επίδικο, χωρίς ο ίδιος να επισκεφθεί ποτέ το τελευταίο.

Ενόψει των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, οι πιο πάνω απώτεροι δικαιοπάροχοι του εναγομένου (Κ. και Ι. Μ.) κατέστησαν κύριοι των επιδίκων εδαφικών τμημάτων, αφού νεμήθηκαν αυτά τουλάχιστον από το έτος 1850 με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και επί τριάντα έτη μέχρι το 1915. Στη συνέχεια επιλήφθηκαν της νομής αυτών η διάδοχος του και άμεσος δικαιοπάροχος του (Μ.

Ψ.) και στη συνέχεια ο εναγόμενος, οι οποίοι και τα νεμήθηκαν από τα έτη 1925 και 1973, αντίστοιχα, διάνοια κυρίου και με καλή πίστη μέχρι το έτος 1946 (χρόνος έναρξης ισχύος του Αστικού Κώδικα) και έκτοτε ανεξαρτήτως της καλής πίστης μέχρι την άσκηση της αγωγής. Έτσι ο εναγόμενος έχει καταστεί κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία προσμετρώντας το χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του, αφού συμπληρώθηκε η τριακονταετία που απαιτείται προς κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, αλλά και η εικοσαετία κατά τον ΑΚ, που αρχίζει από την εισαγωγή αυτού.

Αντίθετα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι επίδικες εδαφικές εκτάσεις αποτελούσαν ιδιοκτησία του Τουρκικού Δημοσίου ή τούρκων ιδιωτών προ του έτους 1830, ούτε ότι το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε οποιαδήποτε πράξη νομής και κατοχής επί των επιδίκων εκτάσεων από της απελευθέρωσης του Ελληνικού Έθνους μέχρι το 1976.

Τα ίδια, επομένως, που έκρινε και στο σημείο αυτό το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και με την εκκαλουμένη απέρριψε τον ισχυρισμό του εκκαλούντος ότι η επίδικη έκταση ανήκε κατ' αρχήν στο Τουρκικό Δημόσιο και μετά την ανεξαρτησία, σύμφωνα με την συνθήκη της Κων/λεως της 9/7/1932 "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τα από 6-6 και 7-7-1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, περιήλθε σ' αυτό (Ελληνικό Δημόσιο), ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, με αποτέλεσμα ο σχετικός λόγος έφεσης να πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος".

Ακολούθως το Εφετείο, κατ' επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την υπό του αναιρεσείοντος ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτοδίκου με αριθμό 24/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, διά της οποίας απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η εναντίον του αναιρεσιβλήτου διεκδικητική αγωγή.

Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο, ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε τις παρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις και δεν εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα εκ των αποδεικτικών μέσων προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, εκ των οποίων καθίσταται εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των.

Ειδικότερα, εδέχθη το Εφετείο, ότι το επίδικο ακίνητο, και ως προς τα τρία επί μέρους εδαφικά τμήματα που το απαρτίζουν, δεν είχε δασικό χαρακτήρα από των χρόνων της Τουρκοκρατίας για να περιέλθει ως τοιούτο στην κυριότητα του αναιρεσείοντος ενάγοντος ως διαδόχου του Τουρκικού Κράτους μετά την απελευθέρωση, καθώς και ότι, ανεξαρτήτως αυτού, από του έτους 1851 μέχρι το έτος 1927 ευρίσκετο υπό την αδιάλειπτη νομή των απωτέρων δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου εναγομένου και μετά το έτος αυτό της αμέσου αυτού δικαιοπαρόχου Μ.

χήρας Γ. Ψ. , η οποία διά του υπ' αριθμ. .../21.9.1973 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μεθώνης Γεωργίου Τσώνη, νομίμως μεταγραφέντος, μετεβίβασε προς αυτόν την επ' αυτού (επιδίκου) κυριότητα, την οποία έτσι απέκτησε παραγώγως από πρόσωπο πρωτοτύπως (δι' εκτάκτου χρησικτησίας) αποκτήσαντος την κυριότητα.

Η δε περί ελλειπτικής αιτιολογίας με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος προβαλλομένη αιτίαση λόγω αντιφατικότητος, διότι το Εφετείο, καίτοι εδέχθη ότι σε ένα τμήμα του επιδίκου υπήρχε αραιά ποώδης βλάστηση, έκρινε αποφατικώς περί του δασικού χαρακτήρος της, αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι το Εφετείο έκρινε με επάλληλη αιτιολογία που επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η επίδικη εδαφική έκταση ήδη από του έτους 1850 μέχρι την 11/9/1915, αλλά και στο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα μέχρι την άσκηση της αγωγής τελούσε υπό την συνεχή νομή των απωτέρων δικαιοπαρόχων και της αμέσου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, είναι δε δυνατή, υπό τις άνω προϋποθέσεις, η κτητική παραγραφή και επί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι τα δάση και οι δασοσκεπείς εκτάσεις, αρκεί ο χρόνος της τριακονταετούς νομής της εκτάκτου χρησικτησίας να είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11/9/1915.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ διά του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβαλλόμενες αιτιάσεις, κατά το πρώτο και δεύτερο αυτού μέρος, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Οι στον ίδιο δε λόγο αναιρέσεως από τους ίδιους αριθμούς προβαλλόμενες αιτιάσεις, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο εσφαλμένως εδέχθη την μη ύπαρξη του δασικού χαρακτήρος της επιδίκου εκτάσεως και την νομή χρησικτησίας της αμέσου και των απωτέρων δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου, διά των οποίων πλήσσεται η ορθότητα του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

ΙV. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 11/1982). Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό του άνω αποδεικτικού πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη, 1) την κατάθεση του μάρτυρος Δ. Γ., που περιέχεται στην υπ' αριθμ.37/2005 εισηγητική έκθεση, 2) την από 25/2/2003 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Σ. Κ., 3) το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που προσκομίσθηκε προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού ότι η επίδικη έκταση είχε δασικό χαρακτήρα και ότι καμία πράξη νομής δεν ασκήθηκε επ' αυτής από την άμεσο και τους απωτέρους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου. Από την προσβαλλομένη, όμως, απόφαση και ειδικότερα την σε αυτή υπάρχουσα διαβεβαίωση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα, στην οποία απόφαση μάλιστα γίνεται και ειδική αναφορά και αξιολόγηση των υπ' αριθμ. 1 και 2 ως άνω αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται βέβαιο, ότι το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό συμπέρασμα, συνεκτιμώντας και τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, η υπ' αριθμ. 3 ως άνω αιτίαση, στην οποία δεν αναφέρονται ποια αποδεικτικά μέσα και με ποιο περιεχόμενο από εκείνα που νομίμως προσεκόμισε και επικαλέσθηκε το αναιρεσείον, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας και ως τοιαύτη απορριπτέα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Μαρτίου 2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 206/2008 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ