Supreme Court allows appeal against appealable court decision regarding compensation for expropriation without benefit of site.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the appealable court's decision regarding compensation for expropriation. The appellants argued that the two-month deadline for challenging the presumption of benefit of site should not apply to expropriations completed before the new law took effect. The court rejected this argument, stating that applying the deadline prevents prolonged uncertainty and aligns with the legislative intent for swift resolution.
Legislator headnote
AI generatedArt. 33, Art. 37 of Law 2971/2001; The right to challenge the presumption of benefit of site for completed expropriations must be exercised within the two-month period following the law's effective date.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1167 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1167/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2)..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Βενέτη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 223/2005 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/4/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριο Μάλλιος, ανέγνωσε την από 27/1/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του Ν. 2971/19-12-2001, "το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου". Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου "ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης.
Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης". Και κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή...".
Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει? α) των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί.
Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν 2971/2001 θεσπίστηκε ότι το τεκμήριο είναι μαχητό και από το συνδυασμό των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37 σαφώς συνάγεται ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του, καθώς και γι' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος),δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων (ΑΠ 1964/2008, ΑΠ 136/2009).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου παρέχεται αν παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού. Η παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη διαδικασία παροχής έννομης προστασίας δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά την πιο πάνω διάταξη για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά από τον αριθ. 14 του ίδιου Κώδικα.
Σύμφωνα με αυτόν, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με την από 1-12-2003 αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, ισχυρίστηκαν, ότι με την 1092975/9839/0010/4-11-1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την κυκλοφοριακή σύνδεση λιμένα Ηγουμενίτσας, στην οποία έκταση περιλαμβάνεται και η ιδιοκτησία τους, αρχικού εμβαδού 5.253,35 τ.μ., από την οποία απαλλοτριώθηκε έκταση 1.621,50 τ.μ.
Με τις υπ' αριθ. 367/2000 και 137/2001 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και του Εφετείου αντίστοιχα, καθορίστηκε προσωρινή και οριστική αποζημίωση για την έκταση που απαλλοτριώθηκε, στα ποσά που αναφέρονται και με την 298/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου αναγνωρίστηκαν αυτοί δικαιούχοι της αποζημίωσης και το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, τους κατέβαλε την προσδιορισθείσα αποζημίωση για 1030,75 τ.μ.
της ιδιοκτησίας τους, ενώ για τα υπόλοιπα 590,75 τ.μ. αυτής, τα οποία επίσης απαλλοτριώθηκαν, δεν τους κατέβαλε αποζημίωση, επικαλούμενο ότι οι αναιρεσείοντες, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, επειδή η απομένουσα ιδιοκτησία τους αποκτά πρόσωπο επί της διανοιγόμενης οδού, έχουν υποχρέωση να συμμετέχουν, κατά το άρθρο 1 του ν. 653/1977, με το τμήμα αυτό του ακινήτου τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκαν ότι το απομένον τμήμα της ιδιοκτησίας τους ουδόλως ωφελήθηκε από τη διάνοιξη της ανωτέρω οδού, αφού δεν αποκτά πρόσωπο επ' αυτής, η οποία βρίσκεται σε υψομετρική διαφορά από το ακίνητό τους και επίσης είναι κλειστή ώστε να μην υπάρχει καμία επαφή και επικοινωνία με την ιδιοκτησία τους, ότι η εφαρμογή των διατάξεων περί αυτοαποζημίωσης στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αντίθετη στο άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 17 του Συντάγματος, και ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση σε βάρος της ιδιοκτησίας τους συντελέστηκε πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του άρθρου 33 του Ν. 2791/2001.
Με βάση αυτά ζήτησαν να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής τους ποσά, ως αποζημίωση για το ως άνω τμήμα της ιδιοκτησίας τους, για το οποίο δεν αποζημιώθηκαν. Το Εφετείο, όμως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η αγωγή κατά το παραπάνω κεφάλαιο και κύριο αίτημα αυτής είναι απαράδεκτη, επειδή το αίτημα αυτό, που ως βάση και προϋπόθεση έχει την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας του άρθρου 1 Ν 653/1977, ασκήθηκε μετά την 19-3-2002, δηλαδή μετά την ισχύ του άρθρου 33 Ν. 2971/2001, με αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και όχι σύμφωνα με τη διαγραφόμενη από το νόμο αυτό διαδικασία και μέσα στην οριζόμενη ανατρεπτική προθεσμία των δύο μηνών από την ισχύ του άρθρου 33 του ν. 2971/2001.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, υπέπεσε στην πλημμέλεια αληθώς από το άρθρο 559 14 ΚΠολΔ, που προβάλλει με το μοναδικό λόγο, διότι, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αφού η διαδικασία που διαγράφεται από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Ν. 2971/2001, δεν εφαρμόζεται για τις απαλλοτριώσεις που είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του, όπως συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή.
Συνεπώς ο ως άνω μοναδικός λόγος, είναι βάσιμος. Ένα μέλος του Δικαστηρίου, ο αντιπρόεδρος Γεώργιος Πετράκης, είχε την ακόλουθη γνώμη. Κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, η θεσπιζόμενη με το άρθρο 32 του Ν 2971/2001 διαδικασία της διαπίστωσης της ανυπαρξίας του κατά το άρθρο 1 του Ν. 653/19977 τεκμηρίου της ωφέλειας του ιδιοκτήτη απαλλοτριωμένου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο επί της διανοιγόμενης οδού, για την οποία κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, εφαρμόζεται τόσο επί συντελεσμένης, όσο και επί μη συντελεσμένης κατά την έναρξη της ισχύος του Ν. 2971/2001 (19-1-2002) απαλλοτρίωσης.
Τούτο συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση του ως άνω πρώτου εδαφίου του άρθρου 37 του τελευταίου αυτού νόμου, όπου ορίζεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 33 εφαρμόζονται "και για αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος συντελεστεί", ήτοι προκειμένου να οριστεί η εφαρμογή του Ν. 2971/2001 επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που δεν έχουν συντελεσθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, χρησιμοποιείται συμπλεκτικός σύνδεσμος "και", προφανώς, εξ αντιδιαστολής προς τις συντελεσμένες απαλλοτριώσεις, επί των οποίων, κατά τη βούληση του νομοθέτη, κατ' αρχήν, έχει εφαρμογή ο εν λόγω νόμος.
Η βούληση αυτή του νομοθέτη, να εφαρμόζονται δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 33 και 37 του Ν. τόσο στις μη συντελεσμένες όσο και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, αποτυπώνεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, όπου στο άρθρο 33 διαλαμβάνεται ότι "...γ) εξασφαλίζεται σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα των εικαζόμενων ιδιοκτητών με τη δυνατότητα υποβολής αίτησης και μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης".
Η γνώμη αυτή εξυπηρετεί και το σκοπό της θέσπισης της ανωτέρω βραχυχρόνιας (δίμηνης) προθεσμίας, καθώς και των άλλων βραχυχρόνιων παραγραφών και προθεσμιών, που προβλέπονται για τις επί μέρους πράξεις της αναγκαστικής απολλοτρίωσης του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Ν. 2882/2001), ο οποίος αφορά το δημόσιο συμφέρον και συνίσταται στην ανάγκη της άρσης της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των από την αναγκαστική απαλλοτρίωση δημιουργούμενων σχέσεων μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.
Επίσης εξυπηρετεί και την ανάγκη εκείνου, που επιδιώκει την απαλλοτρίωση να έχει σαφή αντίληψη της έκτασης των υποχρεώσεών του, να περατώνεται γρήγορα η διαδικασία της απαλλοτρίωσης, προκειμένου να εκτελεσθεί το έργο, για το οποίο αυτή κηρύχτηκε και να μην τίθεται, με την υποβολή, στο απώτερο μέλλον, διαδοχικών νέων αξιώσεων αποζημίωσης από την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας της απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας, υπό αμφιβολία η συντέλεση της απαλλοτρίωσης.
Δεν συντρέχει κανένας λόγος, που να δικαιολογεί την εξαίρεση από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 33 και 37 του Ν. 2971/2001 και την άσκηση του δικαιώματος διαπίστωσης της ανυπαρξίας ωφέλειας του απαλλοτριούμενου ακινήτου μέσα στην επίμαχη ανατρεπτική προθεσμία των δύο μηνών από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού των συντελεσμένων απαλλοτριώσεων.
Η μη εφαρμογή της προθεσμίας αυτής και στις εν λόγω απαλλοτριώσεις συνεπάγεται τη διατήρηση σε εκκρεμότητα των απαλλοτριώσεων αυτών επί μακρό χρονικό διάστημα, αφού, εφόσον δεν υπάρχει σχετική ειδική ρύθμιση, το δικαίωμα της διαπίστωσης της ανυπαρξίας ωφέλειας του απαλλοτριούμενου ακινήτου και του καθορισμού της αποζημίωσης και για το μέρος αυτού, που καταλαμβάνει το τεκμήριο ωφελείας, θα υπόκειται στην κατά το άρθρο 249 του ΑΚ γενική εικοσαετή παραγραφή, πράγμα που έρχεται σε αντίθεση προς τους προαναφερθέντες σκοπούς της θέσπισης της επίμαχης προθεσμίας και των βραχυχρόνιων παραγραφών και προθεσμιών για τις πράξεις της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης .
Σύμφωνα, λοιπόν, με την πιο πάνω μειοψηφούσα γνώμη, μετά την ισχύ του Ν. 2971/2001, το δικαίωμα του ιδιοκτήτη ακινήτου, που απαλλοτριώθηκε , για τη διαπίστωση ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, κρίνεται από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, προκειμένου και περί απαλλοτριώσεων, που έχουν συντελεστεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (19-1-2002), εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία αυτή, ήτοι έως τις 19-3-2002.
Επομένως, το Εφετείο, που δέχτηκε τα ίδια, ορθά κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ως προς το προαναφερόμενο κεφάλαιο, ως ασκηθείσα μετά την κατά το άρθρο 37 του Ν. 2971/2001 δίμηνη προθεσμία κι' έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, γι'αυτό ο λόγος της αναίρεσης, έπρεπε να απορριφθεί. II. Μετά τα παραπάνω πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος, που αφορά την αξίωση επιδικάσεως αποζημίωσης για το τμήμα της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων για το οποίο θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, κατά την κύρια βάση της αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Κέρκυρας, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 223/2005 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων , τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 12 Μαϊου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ