Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding unclear servitude claims and procedural violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Third Instance Court's decision regarding a shared roof terrace. The appellant argued the servitude agreement was abusive and the lower court failed to examine specific grounds for extinguishing the servitude. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant's claims lacked legal basis and the lower court correctly rejected the argument as vague.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1134-1138 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it attacks a final judgment on substantive grounds without providing specific legal arguments or if the lower court's decision on the merits is not reviewable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1166 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1166/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Τ.Ε.Κ.Ο.", που εδρεύει στην Πάτρα (οδός ...), με Α.Φ.Μ. ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αντώνιο Καραμπατζό και Ιωάννη Μαράτο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. θυγ. Ε. Γ., κατοίκου ..., 2) Θ. θυγ. Α. Γ., κατοίκου ..., 3) Μ. θυγ. Α. Γ., συζ. Τ. Π., κατοίκου Κηφισιάς Αττικής, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη (Τάκη) Ανδρονόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 447/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 105/2022 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-11-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 8-11-2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 105/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο απέρριψε την από 3-9-2018 έφεση (αριθ. εκθ. κατ. 383/21-9-2018) της ενάγουσας (εκκαλούσας-αναιρεσείουσας), ανώνυμης τεχνικής εταιρίας, κατά των εναγομένων (εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων) και κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 447/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έκανε δεκτή κατ' ουσία την έφεση μόνο ως προς το προσβαλλόμενο κεφάλαιο περί επιβολής δικαστικών εξόδων του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και, αφού εξαφάνισε την απόφαση ως προς την σχετική διάταξη, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί του κεφαλαίου των δικαστικών εξόδων, τα οποία επανακαθόρισε στο οριζόμενο ποσό.
Με την από 12-12-2016 αγωγή (αριθ. εκθ. κατ. 2572/20-12-2016) η ενάγουσα εξέθεσε ότι διένειμαν μεταξύ τους το περιγραφόμενο κοινό ακίνητο, αποτελούμενο από ισόγειο κτίσμα και όμορο συνεχόμενο τριώροφο κτίσμα (ισόγειος όροφος και ενιαία μονοκατοικία πρώτου και δεύτερου ορόφου) και στο διανεμητήριο συμβόλαιο περιλαμβάνεται η συμφωνία παραχώρησης του δικαιώματος χρήσης της ταράτσας του ισογείου κτίσματος, που η έλαβε με τη διανομή η ενάγουσα, για φωτισμό και αερισμό του όμορου τριώροφου κτίσματος, που έλαβαν με την διανομή η πρώτη εναγομένη και ο έτερος συγκύριος, του οποίου όλες οι εναγόμενες είναι καθολικοί διάδοχοι.
Ζήτησε δε με την αγωγή η ενάγουσα να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες δεν έχουν οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα επί της επίδικης ταράτσας (αρνητική αναγνωριστική αγωγή). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα, με την κατάθεση αυτής στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου την 11-11-2022 (υπ' αριθ. εκθ. κατ. 41/11-11-2022) και εμπρόθεσμα, μέσα στην οριζόμενη διετία από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (δεν επίκληση προκύπτει επίδοσή της ούτε και προκύπτει) την 25-5-2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Πραγματικές δουλείες, κατά τα άρθρα 1118 επ. ΑΚ, είναι οι συνιστώμενες προς αποκλειστική ωφέλεια ορισμένου ακινήτου και θεραπεία ανάγκης αυτού. Η σύμβαση περί παραχωρήσεως πραγματικής δουλείας επί ακινήτου είναι εμπράγματη και συνεπώς για την δικαιολογία της δημοσιότητας και της νόμιμης αιτίας, την οποία απαιτεί ο νόμος, ισχύουν όσα και για την σύμβαση προς μεταβίβαση κυριότητας των ακινήτων.
Το ακίνητο υπέρ του οποίου παρέχεται η ωφέλεια είναι το δεσπόζον, ενώ το δουλεύον είναι το ακίνητο που παρέχει την ωφέλεια. Θετική δουλεία θεωρείται η παρέχουσα εξουσία στον δικαιούχο να επιχειρεί κάποια πράξη επί του δουλεύοντος ακινήτου και αρνητική δουλεία είναι η παρέχουσα εξουσία στον δικαιούχο να απαγορεύει στον κύριο του δουλεύοντος κάποια πράξη επ' αυτού.
Περαιτέρω, η οιονεί νομή είναι νομή περιορισμένη και επομένως επ' αυτής έχουν εφαρμογή όλοι οι περί νομής ορισμοί. Κατά τον τρόπο που αποκτάται η νομή, κατά τον ίδιο τρόπο αποκτάται και η οιονεί νομή, ήτοι απαιτείται και γι' αυτή φυσική εξουσίαση, η οποία να είναι απόρροια βουλήσεως δικαιούχου. Την οιονεί νομή προβλέπει και ρυθμίζει ο νόμος ρητά στα άρθρα 975 και 996 ΑΚ και είτε αποτελεί εκδήλωση δικαιώματος ενεχύρου ή δουλείας είτε υπάρχει ανεξάρτητα από την ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος.
Έτσι, οιονεί νομέας ακινήτου είναι κάποιος, όχι μόνο όταν συστήθηκε έγκυρα υπέρ αυτού δουλεία, αλλά και όταν η σύσταση της δουλείας είναι για κάποιο λόγο άκυρη. Η διαφορά μεταξύ της (καθολικής) νομής και της οιονεί νομής είναι απλώς ποσοτική και έγκειται μόνο στην έκταση του περιεχομένου της φυσικής εξουσίας και της αντίστοιχης θελήσεως (διάνοιας).
Όπως η νομή έτσι και η οιονεί νομή προϋποθέτει δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το πνευματικό (animus). Ενώ περιεχόμενο του σωματικού στοιχείου στη νομή είναι ο καθολικός εξουσιασμός του πράγματος, στην οιονεί νομή είναι ο μερικός εξουσιασμός, δηλαδή αυτός που περιλαμβάνει ορισμένη ή ορισμένες χρησιμότητες του πράγματος.
Και ενώ ο φυσικός εξουσιασμός ασκείται στη νομή με διάνοια κυρίου, στην οιονεί νομή ασκείται με διάνοια δικαιούχου περιορισμένου εμπράγματου δικαιώματος. Για την ύπαρξη, λοιπόν, της οιονεί νομής δεν απαιτείται να έχει αποκτηθεί και το εμπράγματο δικαίωμα της δουλείας, αλλά η οιονεί νομή μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από την ύπαρξη του δικαιώματος, ενώ για την απόκτηση της οιονεί νομής δεν απαιτείται καλή πίστη.
Επομένως, οιονεί νομή είναι η άσκηση της σωματικής εξουσίασης του περιεχομένου του δικαιώματος της δουλείας διανοία δικαιούχου. Για την προστασία της οιονεί νομής δεν απαιτείται να έχει γίνει ο οιονεί νομέας και δικαιούχος του αντίστοιχου εμπράγματου δικαιώματος δουλείας με κάποιον παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο, αλλά αρκεί η ύπαρξη της οιονεί νομής επί του επίδικου πράγματος (βλ.
Γεωργιάδη - Σταθόπουλο, κατ' άρθρο ερμηνεία ΑΚ, έκδ. 1985, τόμ. V, κάτω από το άρθρο 975). Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί, η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας, βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 630/2021).
Ο ίδιος λόγος επίσης ιδρύεται και όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, όταν δηλαδή το ερμηνευτικό πόρισμα δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1240/2020). Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού ανθρώπου και συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας (ΑΠ 1166/2021, ΑΠ 1333/2012, ΑΠ 355/2011, ΑΠ 604/2011).
Για την διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των μερών, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες, τοπικές και χρονικές και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως, την φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και το πώς αναμενόταν η σχετική δήλωση του ενός μέρους να εκληφθεί από το άλλο μέρος.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αυτό, από τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως, εξάγει το στηριζόμενο στη βούληση του δηλούντος υποκειμενικό νόημα της δήλωσης βουλήσεως (άρθρο 173 ΑΚ), όπως, επίσης, και εκείνη, με την οποία συνάγει το αντικειμενικό νόημα της δήλωσης βουλήσεως (άρθρο 200 ΑΚ) είναι κρίση νομική και ως τέτοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1333/2012).
Για την συναγωγή του ερμηνευτικού πορίσματος το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεσθεί στο περιεχόμενο της συμβάσεως, αλλά μπορεί να αντλήσει στοιχεία και εκτός αυτής, που θα προταθούν από τους διαδίκους. Δεν αποκλείεται μάλιστα να λάβει υπόψη του και στοιχεία από τη μεταγενέστερη από την κατάρτιση της συμβάσεως συμπεριφορά των μερών, ως ενδεικτικά του νοήματος που είχαν προσδώσει στη σύμβαση τα μέρη, γεγονός που υποδηλώνεται και με τις, σύμφωνες με το νόημα αυτό, ενέργειές τους (ΑΠ 374/2013, ΑΠ 737/2000).
Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, την δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές της καλής πίστης ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 934/2014, ΑΠ 1763/2011, ΑΠ 211/2011).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σε αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και το συγκεκριμένο σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 617/2019, ΑΠ 5/2010, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 683/2010).
Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραβίαση των διαλαμβανομένων στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών μπορεί να γίνει ευθέως ή εκ πλαγίου, οπότε δημιουργούνται, αντιστοίχως, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1β και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, ευθεία παραβίαση υπάρχει και όταν το δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων (παραδοχών) στους εν λόγω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
Εκ πλαγίου παραβίαση συντρέχει και όταν στην απόφασή του δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 225/2020 ΑΠ 705/2019).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο διαπίστωσε, ανελέγκτως, ρητώς, κενό και αμφίβολη έννοια στις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, ως προς την συμφωνία που περιέχεται στο επικαλούμενο συμβόλαιο διανομής κοινού ακινήτου αναφορικά με το δικαίωμα παραχώρησης της χρήσης της ταράτσας του ισογείου κτιρίου (καταστήματος), που περιήλθε στην κυριότητα αυτής από τις αναιρεσίβλητες, διαμένουσες στους ορόφους του όμορου κτιρίου (τριώροφης οικοδομής), που περιήλθε στην κυριότητα της πρώτης και κατά το ήμισυ στην επικαρπία των λοιπών και ορθώς προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Πλήν όμως το Εφετείο παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, διότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, που στην συγκεκριμένη περίπτωση η βούληση των συμβαλλομένων είναι η παραχώρηση της χρήσης της επίδικης ταράτσας να περιορίζεται μόνο στον φωτισμό και αερισμό της όμορης διώροφης μονοκατοικίας και σε χρήση που εμφανίζει ομοιότητα, όπως η θέα σε ανοικτό χώρο.
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι παρέλειψε να παραθέσει σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών αυτών διατάξεων και έτσι στέρησε από την προσβαλλομένη απόφαση τη νόμιμη βάση, αφού δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση, παραδεκτά, του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι έγιναν δεκτά, ως προς το δικαίωμα χρήσης της επίδικης ταράτσας, τα εξής: "... Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ''... ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ'' και τον διακριτικό τίτλο ''...
ΑΤΕΚΟ'', η πρώτη των εναγομένων - εφεσιβλήτων Ν. Γ. του Ε. και ο ήδη θανών Κ. Γ. του Α. απέκτησαν κατά συγκυριότητα, σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, τα ακόλουθα ακίνητα: Α) Μία παλαιά τριώροφη διατηρητέα οικοδομή, ... η οποία βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου παλαιού σχεδίου της πόλεως των Πατρών του Δήμου Πατρέων, στη διασταύρωση των οδών ..., στην οποία φέρει ..., στην οποία φέρει αριθμό 138, έχει εμβαδόν ...
τετραγωνικά μέτρα 230,74 ... ευρίσκεται εντός του παλαιού σχεδίου της πόλεως των Πατρών ... το υπό στοιχεία ... οικόπεδο, εκτάσεως 230,74 τ.μ. με ΚΑΕΚ ... ευρίσκεται στο Ιστορικό Κέντρο της πόλης - ΠΔ 25-4-1996 (ΦΕΚ 499/Δ/1996) και είναι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, άρτιο αλλά μη οικοδομήσιμο, λόγω ρυμοτομίας ... Στο ακίνητο υπάρχει υποχρέωση δημιουργίας παρόδιας στοάς επί της οδού ... (έγγραφο 45793/1979 του Δήμου Πατρέων).
Λόγω της υποχρέωσης παρόδιας στοάς για το κτήριο δεν μπορεί να χορηγηθεί άδεια δόμησης (άρθρο 22 παρ. 3 Ν. 4067/2012) για οποιαδήποτε προσθήκη, είτε καθ' ύψος είτε κατ' επέκταση, επιτρέπονται, όμως, σύμφωνα με τον ίδιο νόμο, οι επισκευές και οι διαρρυθμίσεις, καθώς και οι αλλαγές χρήσης. ... Στο οικόπεδο έχει ανεγερθεί (προ του 1955) τριώροφο κτίσμα συνολικής επιφάνειας 598,50 τ.μ. (προ των ρυμοτομήσεων), χαρακτηρισμένο διατηρητέο μνημείο με την απόφαση του ΥΠΠΟ με αριθ.
ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/2261/13980/16-3-1999 (ΦΕΚ 293/Β/1-4-1999), η οποία δεν έχει ανακληθεί, όπως προκύπτει και από το με αριθ. πρωτ. ΥΠΟΠΑΙΘ/Φ02-β/2851/20-7-2015 έγγραφο του Υπουργείου Πολιτισμού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Υπηρεσία Νεώτερων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Δυτικής Ελλάδας. Η τριώροφη οικοδομή αποτελείται από: Α) α) ένα κατάστημα στο ισόγειο επιφάνειας 145,89 τ.μ.
και από τους κοινόχρηστους χώρους, δηλαδή, την κεντρική είσοδο της κατοικίας, το κλιμακοστάσιο, τον διάδρομο προς τον ακάλυπτο χώρο και το λεβητοστάσιο και την είσοδο υπηρεσίας και τον διάδρομο υπηρεσίας προς τον ακάλυπτο χώρο και τους ανωγείους ορόφους, εμβαδού 78,65 τ.μ. και β) μία μονοκατοικία που καταλαμβάνει τον πρώτο και τον δεύτερο πάνω από το ισόγειο ορόφους, που συνδέονται με εσωτερική σκάλα και αποτελούν λειτουργικά μια ενιαία κατοικία.
Το τμήμα της του πρώτου ορόφου έχει εμβαδόν 192,95 τ.μ. και του δεύτερου ορόφου 131,88 τ.μ. Μεταξύ των μεσορόφων υπάρχουν εσωτερικοί κοινόχρηστοι βοηθητικοί χώροι (αποθήκες), εμβαδού, μεταξύ ισογείου και πρώτου ορόφου 29,59 τ.μ. και μεταξύ πρώτου και δεύτερου ορόφου 161,61 τ.μ., Β) ένα κατάστημα του ισογείου, επίσης διατηρητέο στο σύνολό του, δυνάμει της ίδιας, ως άνω, απόφασης, κτισμένο σε οικόπεδο, ...
που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου παλαιού σχεδίου της πόλεως των Πατρών του Δήμου Πατρών, επί της οδού ..., στην οποία φέρει αριθμό 140, έχει εμβαδόν ... μέτρα τετραγωνικά 209,05 ...ευρίσκεται στο Ιστορικό Κέντρο της πόλης - ΠΔ 25-4-1996 (ΦΕΚ 499/Δ/1996) και είναι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, άρτιο και οικοδομήσιμο με υποχρέωση παρόδιας στοάς επί της οδού ....
Ωστόσο, λόγω της υποχρέωσης παρόδιας στοάς για το κτήριο δεν μπορεί να χορηγηθεί άδεια δόμησης (άρθρο 22 παρ. 3 Ν. 4067/2012) για οποιαδήποτε προσθήκη, είτε καθ' ύψος είτε κατ' επέκταση στο κτήριο, ενώ επιτρέπονται επισκευές και διαρρυθμίσεις, καθώς και αλλαγές χρήσης. ... Στο οικόπεδο έχει ανεγερθεί (προ του 1955) ισόγειο κτίσμα επιφάνειας 209, 05 τ.μ., χαρακτηρισμένο διατηρητέο με την απόφαση του ΥΠΠΟ με αριθ.
ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/2261/13980/16-3-1999 (ΦΕΚ 293/Β/1-4-1999), η οποία δεν έχει ανακληθεί, όπως προκύπτει και από το με αριθ. πρωτ. ΥΠΟΠΑΙΘ/Φ02-β/2851/20-7-2015 έγγραφο του Υπουργείου Πολιτισμού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Υπηρεσία Νεώτερων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Δυτικής Ελλάδας Το, ως άνω, ισόγειο κατάστημα καλύπτει όλη την επιφάνεια του οικοπέδου κα έχει πρόσοψη επί της οδού ... 9,59 τ.μ.
Τα παραπάνω ακίνητα περιήλθαν, κατά το ιδανικό μερίδιο του 1/3 αδιαίρετα, στους προαναφερθέντες συγκυρίους, ως ακολούθως: α) στην εκκαλούσα εταιρία: 1) κατά ποσοστό 25/100 εξ αδιαιρέτου με αγορά από την Ά.-Ν. Γ. του Μ., δυνάμει του υπ' αριθ. 703/24-6-2006 συμβολαίου ...που έχει νόμιμα καταχωρισθεί στο Κτηματολογικό Γραφείο Πατρών ...
και 2) κατά ποσοστό 8,33/100 ή 1/12 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τον Θ. Π. του Α., δυνάμει του υπ' αριθ. 14.784/7-11-2013 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ..., που καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, στον ανωτέρω δε πωλητή είχε επίσης περιέλθει με αγορά από την ίδια Ά.-Ν. Γ., δυνάμει του υπ' αριθ. 704/24-6-2006 συμβολαίου ..., που έχει νόμιμα καταχωρισθεί στο Κτηματολογικό Γραφείο Πατρών ...,β) στον Κ.
Γ., αρχικά κατά ψιλή μόνο κυριότητα, από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 27-2-1967 πατέρα του Α. Γ., και δυνάμει της ... υπ' αριθ. 2955/18-2-1967 δημόσιας διαθήκης, που δημοσιεύτηκε, την οποία κληρονομιά αυτός αποδέχθηκε με την νομίμως μεταγραφείσα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Πατρών ... υπ' αριθ. 1.795/3-4-1969 -πράξη αποδοχής κληρονομιάς ...
εν συνεχεία δε, και κατά πλήρη κυριότητα μετά τον επισυμβάντα στις 28-2-1989 θάνατο της επικαρπώτριας μητέρας του και γ) στην πρώτη εφεσίβλητη Ν. Γ. 1) κατά το ιδανικό μερίδιο των 3/12 αδιαίρετα από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 4-6-1997 πατέρα της Ε. Γ., την οποία αποδέχθηκε με τη νομίμως μεταγραφείσα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Πατρών ...
υπ' αριθ. 27.207/30-6-1999 πράξη αποδοχής κληρονομιάς ... και 2) κατά το ιδανικό μερίδιο του 1/12 αδιαίρετα με γονική παροχή, που συνέστησε προς αυτήν η μητέρα της Ανδρομάχη χήρα Ε. Γ., δυνάμει του υπ' αριθ. 27.208/30-6-1999 συμβολαίου γονικής παροχής, νομίμως μεταγραφείσας στα ίδια βιβλία. ... Στη συνέχεια, οι συγκύριοι των ως άνω ακινήτων, δυνάμει του υπ' αριθ. 14785/7-11-2013 διανεμητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πατρών Α.
Κ., το οποίο καταχωρίσθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Πατρών με α.α. 6723/26-11-2013 και στα κτηματολογικά φύλλα των διανεμηθέντων με αυτό ακινήτων με ΚΑΕΚ ... (υπό στοιχείο Α ακίνητο-τριώροφη οικοδομή) και ... (υπό στοιχείο Β ακίνητο-ισόγειο κατάστημα) διένειμαν οικειοθελώς τα εν λόγω κοινά ακίνητά τους και κατόπιν αυτού έλαβαν στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητά τους, η μεν εκκαλούσα εταιρία το υπό στοιχείο Β ακίνητο, ήτοι το παλαιό, διατηρητέο κατάστημα του ισογείου επί της οδού ... 140, οι δε Κ.
Γ. και η πρώτη εφεσίβλητη Ν. Γ. κοινά, αδιαίρετα και κατά το ιδανικό μερίδιο του ενός δευτέρου (1/2) εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς, το υπό στοιχείο Α ακίνητο, δηλαδή, την άνω τριώροφη παλαιά διατηρητέα οικοδομή, επί των οδών ... αριθ. 20 και ... αριθ. 138. Σημειωτέον ότι, μετά τον επισυμβάντα στις 16-2-2015 θάνατο του Κ.
Γ., το ιδανικό μερίδιο αυτού 1/2 εξ αδιαιρέτου της άνω τριώροφης οικοδομής περιήλθε, δυνάμει της από 4-5-2006 ιδιόγραφης διαθήκης του, νομίμως δημοσιευθείσας ... κατά το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας στην ανιψιά του Ν. Γ. (πρώτη εφεσίβλητη) και κατά το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας στις αδελφές του Θ. Γ. και Μ.
Γ. σύζυγο Τ. Π. (δεύτερη και τρίτη των εφεσιβλήτων αντίστοιχα), κοινά αδιαίρετα και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία εξ αυτών, την παραπάνω δε κληρονομία του άνω αποβιώσαντος αποδέχθηκαν οι προαναφερθείσες με την υπ' αριθ. ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς ... η οποία καταχωρίστηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Πατρών και στον άνω ΚΑΕΚ του εν λόγω ακινήτου.
Περαιτέρω, στο προαναφερόμενο συμβόλαιο διανομής συμπεριλήφθηκε και η ακόλουθη συμφωνία των μερών, η οποία έχει, επί λέξει ως εξής: ''Το ανήκον πλέον στην αποκλειστική κυριότητα της εταιρείας και συγκεκριμένα το ισόγειο κατάστημα επί της οδού ... 140 καλύπτεται εξ ολοκλήρου από ταράτσα, η οποία εξυπηρετεί τις ανάγκες φωτισμού και αερισμού του όμορου προς αυτό πρώτου των άνω ακινήτων, το οποίο έλαβαν στην συγκυριότητά τους οι Κωνσταντίνος και Ν.
Γ. και χρησιμοποιείται από τους ενοίκους του τελευταίου, οι οποίοι και μόνο έχουν και πρόσβαση προς την ταράτσα αυτή. Συμφωνείται με το παρόν ότι στους Κ. Γ. και Ν. Γ., παραχωρείται από την εταιρεία το δικαίωμα να χρησιμοποιούν την ταράτσα αυτή για φωτισμό, αερισμό κλπ. της ιδιοκτησίας τους, δηλαδή της τριώροφης οικοδομής στο διηνεκές, τόσο αυτοί όσο και οι ειδικοί ή καθολικοί διάδοχοί τους.
Ρητά περαιτέρω συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων και ότι: Α) επειδή το δεύτερο εκ των άνω ακινήτων (δηλαδή το ισόγειο κατάστημα) είναι παλαιότατης κατασκευής και έχει κηρυχθεί διατηρητέο, η εταιρεία έχει το δικαίωμα να προβαίνει, με δικές της αποκλειστικά δαπάνες, σε κάθε αναγκαία προς προστασία της ευσταθείας αυτού και επιτρεπόμενη από την Αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού εργασία, επισκευή και ανακαίνιση, περιλαμβανομένης και της στατικής ενίσχυσης της άνω ταράτσας, στεγάνωσης κλπ.
και προστασίας της από του κινδύνου πτώσεως. Οι Κ. Γ. και Ν. Γ., υποχρεούνται να ανεχθούν τις άνω εργασίες, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι μετά το πέρας των εργασιών αυτών θα αποκατασταθεί υπέρ του όμορου ακινήτου αυτών η δυνατότητα χρήσεως της ταράτσας ως και μέχρι σήμερα. Β) Σε περίπτωση που το περιερχόμενο στην συγκυριότητα των Κ.
Γ. και Ν. Γ., ακίνητο (τριώροφη οικοδομή) καταρρεύσει από οποιαδήποτε αιτία ή και σε περίπτωση που κατεδαφιστεί (εφόσον αυτό επιτραπεί) για ανοικοδόμησή του, το ως άνω δικαίωμα που παραχωρήθηκε στους Κ. Γ. και Ν. Γ., θα παύει και θα καταργείται αυτοδικαίως, άνευ άλλου τινός και άνευ αποζημιώσεως, καθ' όσον η αληθής και πραγματική βούληση των συμβαλλομένων, εκ της οποίας προήλθαν στην παρούσα συμφωνία, είναι να ισχύει το δικαίωμα αυτό, εφ' όσον θα υπάρχει η σημερινή πραγματική κατάσταση, δηλαδή εφ' όσον θα υπάρχει η ανήκουσα σε αυτούς όμορη τριώροφη οικοδομή τούτων, με τις σημερινές ανάγκες εξυπηρετήσεώς της από την συμφωνούμενη ως άνω χρήση της ταράτσας''. ...
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι το άνω ισόγειο κατάστημα καλύπτεται εξ ολοκλήρου από ταράτσα, προς την οποία ο δεύτερος υπέρ το ισόγειο όροφος της τριώροφης οικοδομής, συνιδιοκτησίας των εφεσιβλήτων, διαθέτει μπαλκονόπορτα και δύο παράθυρα. Την αποκλειστική χρήση της επίδικης, ως άνω, ταράτσας είχε ανέκαθεν, από κατασκευής του άνω καταστήματος η οικογένεια Γ. ...
καθόσον πάντοτε την χρησιμοποιούσαν οι δικαιοπάροχοι των εφεσιβλήτων ως βεράντα της διώροφης οικίας τους (α' και β' όροφοι της τριώροφης οικοδομής), την είχαν πλακοστρωμένη, είχαν τοποθετήσει σ' αυτήν καναπέ, καθίσματα, ζαρντινιέρες και γλάστρες με άνθη, παγκάκια, ενώ επίσης είχαν ενσωματώσει επ' αυτής μαρμάρινα τραπέζια, ακόμη και βραχόκηπο.
Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, την χρήση αυτή συνέχισε να έχει η οικογένεια Γ. (μέλη της οποίας εξακολούθησαν να διαμένουν στην άνω οικία, μολονότι αυτή έπαψε να ανήκει κατά κυριότητα αποκλειστικά στην άνω οικογένεια) και από το έτος 2006 και εφεξής, ... και συνεπώς η, κατά τα ανωτέρω (αποκλειστική) χρήση αυτής από τους ενοίκους της τριώροφης οικοδομής ήταν γνωστή στους εκπροσώπους της εκκαλούσας, ήδη από τον παραπάνω χρόνο.
Άλλωστε, το ισόγειο κατάστημα, το οποίο έλαβε κατά πλήρη κυριότητα η εκκαλούσα μετά την διανομή, από κατασκευής του ουδέποτε είχε αυτοτελώς πρόσβαση στον χώρο της ταράτσας και δίοδο επικοινωνίας με αυτή, παρά μόνο μέσω της, ως άνω, όμορης τριώροφης οικοδομής, οι ένοικοι της οποίας και μόνο είχαν πρόσβαση σ' αυτή, γεγονός που καταδεικνύει ότι η ταράτσα αυτή εξυπηρετούσε, εξ αρχής ανωτέρω και διαρκώς, τις ανάγκες της άνω οικοδομής και μόνο.
Η ανωτέρω χρήση συνεχίστηκε ομοίως από την πρώτη εφεσίβλητη Ν. Γ. και τον Κ. Γ., και αμέσως μετά την διανομή των παραπάνω δύο ακινήτων (7-11-2013), επί τη βάσει πλέον, της ανωτέρω αναφερόμενης, μεταξύ αυτών και της εκκαλούσας εταιρίας, συμφωνίας που συμπεριλήφθηκε στο διανεμητήριο συμβόλαιο. Ειδικότερα, με το εν λόγω συμβόλαιο συμφωνήθηκε, ότι στους Κ.
και Ν. Γ. παραχωρείται από την εταιρία (εκκαλούσα) το δικαίωμα να χρησιμοποιούν την ταράτσα για φωτισμό, αερισμό κλπ. της ιδιοκτησίας τους στο διηνεκές, τόσο αυτοί, όσο και οι ειδικοί ή καθολικοί διάδοχοί τους. Η χρήση δε της φράσης ''και λοιπά (κλπ.)'' υποδηλώνει ότι, εκτός από τον φωτισμό και τον αερισμό της τριώροφης οικοδομής, τα συμβαλλόμενα μέρη ήθελαν και απέβλεψαν στην παραχώρηση του δικαιώματος και κάθε άλλης χρήσης, σύμφωνης με τον προορισμό της, της ταράτσας, εκ μέρους των συγκυρίων της τριώροφης οικοδομής.
Μάλιστα, η χρήση αυτή από τους τελευταίους θα ήταν αποκλειστική, καθόσον ρητά συμφωνήθηκε ότι η εκκαλούσα ουσιαστικά θα έχει πρόσβαση στην εν λόγω ταράτσα, μόνο για να προβαίνει με δικές της δαπάνες σε κάθε αναγκαία, για την προστασία της ιδιοκτησίας της (ήτοι, του ισογείου καταστήματος), επισκευή, εργασία, ανακαίνισή της, συμπεριλαμβανομένης και της στατικής ενίσχυσης και στεγάνωσης αυτής.
Οι δε ''Κ. Γ. και Ν. Γ. υποχρεούνται να ανεχθούν τις άνω εργασίες, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι μετά το πέρας των εργασιών αυτών θα αποκατασταθεί υπέρ του όμορου ακινήτου αυτών η δυνατότητα χρήσεως της ταράτσας, ως μέχρι και σήμερα''. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω συμφωνηθέντα μεταξύ των συμβληθέντων στο διανεμητήριο συμβόλαιο, προκύπτει με σαφήνεια ότι πρόσβαση στην επίδικη ταράτσα είχαν πάντοτε μόνο οι ένοικοι - διαμένοντες στην τριώροφη οικοδομή και ότι οι τελευταίοι, ακριβώς λόγω του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης της ως άνω ταράτσας, θα είχαν υποχρέωση να ανέχονται να πραγματοποιεί η εκκαλούσα εταιρία τις αναγκαίες εργασίες για τη μόνωση και τη στατικότητα της ταράτσας ...
Έτι περαιτέρω, η κρίση του δικαστηρίου, περί του ότι η παραχώρηση της χρήσης της ταράτσας δεν αφορούσε μόνο στον αερισμό και τον φωτισμό της τριώροφης οικοδομής, όπως αβάσιμα διατείνεται η εκκαλούσα, επιρρωνύεται και από την, ως άνω, συμφωνηθείσα υποχρέωση της τελευταίας να αποκαταστήσει την δυνατότητα χρήσης της ταράτσας, μετά το πέρας των άνω εργασιών ''έως και σήμερα'', ήτοι να αποκαταστήσει την αμέσως ανωτέρω περιγραφόμενη χρήση που είχαν επ' αυτής (ως βεράντας) ανέκαθεν οι εφεσίβλητες και οι δικαιοπάροχοί τους.
Ενόψει των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η βούληση των μερών και συνακόλουθα το αληθές περιεχόμενο, κατ' άρθρα 173 και 200 ΑΚ, της, ως άνω, συμφωνίας, ήταν η παραχώρηση από την εκκαλούσα εταιρία στους συγκυρίους της τριώροφης οικοδομής του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης επί της επίδικης ταράτσας ... Συνακόλουθα, μετά την, κατά τα ανωτέρω, σύμπτωση των βουλήσεων των συμβληθέντων στο πιο πάνω διανεμητήριο συμβόλαιο ...
παραδόθηκε στις 7-11-2013 (ημερομηνία κατάρτισης του άνω συμβολαίου) κατά πλήρη και αποκλειστική χρήση η επίδικη ταράτσα στους Κ. Γ. και Ν. Γ. (πρώτη εφεσίβλητη, οι οποίοι, ως και οι καθολικοί διάδοχοι του Κ. Γ. (οι τρεις εφεσίβλητες) την εξουσίαζαν έκτοτε, συνεχώς, ... με διάνοια δικαιώματος δουλείας, οπότε και απέκτησαν δικαίωμα οιονεί συννομής δουλείας χρήσης αυτής. ...)".
Μετά από αυτά, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που είχε ομοίως απορρίψει την αγωγή της κατά των αναιρεσιβλήτων. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, το ακίνητο ανήκε στην αναιρεσείουσα εταιρία "...
ΑΤΕΚΟ", στον Κ. Γ. του Ανδρέα και στην πρώτη αναιρεσίβλητη Ν. Γ. του Ε. και κατά ποσοστό συγκυριότητας 1/3 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο από αυτούς. Συγκεκριμένα, στην ανωτέρω εταιρία περιήλθε το έτος 2006 κατά το ιδανικό μερίδιο των 3/12 αδιαιρέτως με αγορά από την Ά.-Ν. Γ. του Μ. και της Α., δυνάμει συμβολαίου και με κτηματολογική καταχώρησή του και το έτος 2013 κατά το ιδανικό μερίδιο 1/12 αδιαιρέτως με αγορά από τον Θ.
Π. του Α., δυνάμει συμβολαίου και με κτηματολογική καταχώρησή του, στον οποίο είχε περιέλθει το έτος 2006 επίσης με αγορά από την ανωτέρω Άννα - Ν. Γ. του Μ., δυνάμει συμβολαίου και με κτηματολογική καταχώρησή του (3/12+1/12=4/12=1/3). Στον Κ. Γ. του Α. περιήλθε το έτος 1969 κατά το ιδανικό μερίδιο του 1/3 αδιαιρέτως κατά ψιλή κυριότητα με κληρονομία του πατέρα του Α.
Γ. του Ε., την οποία αποδέχθηκε και έχει μεταγραφεί η δήλωση αποδοχής και το έτος 1999, μετά τον θάνατο της επικαρπώτριας μητέρας του, κατά πλήρη κυριότητα. Στην Ν. Γ. του Ε. περιήλθε το έτος 1999 κατά το ιδανικό μερίδιο των 3/12 αδιαιρέτως με κληρονομία του πατέρα της Ε. Γ. του Ανδρέα, την οποία αποδέχθηκε και έχει μεταγραφεί η δήλωση αποδοχής και το έτος 1999 κατά το ιδανικό μερίδιο 1/12 αδιαιρέτως με γονική παροχή από τη μητέρας της, δυνάμει συμβολαίου και μεταγραφής του (3/12+1/12= 4/12=1/3).
Μετά τον θάνατο του Κ. Γ. του Ανδρέα περιήλθε το έτος 2015 το ιδανικό του μερίδιο του 1/3 αδιαιρέτως κατά ψιλή κυριότητα στην ανωτέρω Ν. Γ. του Ε. (ανιψιά του, κόρη του αδελφού του) με κληρονομία, την οποία αποδέχθηκε και έγινε η κτηματολογική καταχώρηση της δήλωσης αποδοχής και κατ' επικαρπία στις (αδελφές του) Θ.
Γ. του Α. και Μ. Γ. του Α., δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες, περιήλθε το έτος 2015 κατ' επικαρπία το ιδανικό του μερίδιο με κληρονομία, την οποία αποδέχθηκαν και έγινε η κτηματολογική καταχώρηση της δήλωσης αποδοχής. Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, υπάρχει ασάφεια στην σύμβαση για το νόημα των δηλώσεων βουλήσεως αναφορικά με την έκταση και τον βαθμό που θέλησαν να δεσμευτούν τα μέρη από την σύμβαση παραχώρησης του δικαιώματος χρήσης της επίδικης ταράτσας και προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες ρητά μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφασή του.
Το Εφετείο δέχθηκε ότι η βούληση των μερών και συνακόλουθα το αληθές περιεχόμενο, κατ' άρθρα 173 και 200 ΑΚ, της σύμβασης ήταν η παραχώρηση από την αναιρεσείουσα εταιρία στους αντισυμβαλλομένους αυτής, Ν. Γ. του Ε. και Κ. Γ. του Α. (θείο της), συγκυρίους κατά τον χρόνο της σύμβασης της όμορης τριώροφης οικοδομής, του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης της ταράτσας του ισόγειου καταστήματος κυριότητας της αναιρεσείουσας.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι συνομολογήθηκε η παραχώρηση από την αναιρεσείουσα του δικαιώματος χρήσης της επίδικης ταράτσας τόσο για φωτισμό και αερισμό όσο και ως βεράντας-αυλής του πρώτου και δεύτερου πάνω από το ισόγειο ορόφων της διώροφης μονοκατοικίας των Ν. Γ. του Ε. και Κ. Γ. του Α. και ήδη όλων των αναιρεσιβλήτων, κληρονόμων του.
Τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα το Εφετείο για να καταλήξει στο ερμηνευτικό αυτό πόρισμα, κατά τις περιλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές, είναι ιδίως, ότι το ισόγειο κατάστημα και η όμορη τριώροφη οικοδομή αρχικά ανήκαν κατά κυριότητα στην οικογένεια των αναιρεσιβλήτων, τα μέλη της οποίας εξακολούθησαν να διαμένουν στην διώροφη μονοκατοικία (δεύτερο και τρίτο ορόφους, που επικοινωνούν με εσωτερική σκάλα) ακόμα και μετά το έτος 2006, παρά την μεταβίβαση ποσοστών εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου, ήτοι των 3/12 στην αναιρεσείουσα και του 1/12 στον Θ.
Π. (συνολικά 4/12, ήτοι 1/3). Ότι η ταράτσα του ισογείου καταστήματος, το οποίο περιήλθε με την διανομή στην ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας, αποτελούσε, πάντοτε, από κατασκευής αυτού, αυλή των ορόφων της τριώροφης οικοδομής, η οποία περιήλθε με την διανομή στην συγκυριότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης και του Κ.
Γ.. Ότι ο δεύτερος υπέρ το ισόγειο όροφος της τριώροφης οικοδομής διαθέτει μπαλκονόπορτα και δύο παράθυρα προς το μέρος της επίδικης ταράτσας και μόνο οι διαμένοντες στους δεύτερο και τρίτο ορόφους της οικοδομής είχαν πρόσβαση προς την βεράντα και δυνατότητα χρήσης αυτής, ως βεράντας. Ότι το ισόγειο κατάστημα και η τριώροφη οικοδομή αποτελούν διατηρητέα κτήρια, γι' αυτό δεν επιτρέπεται η ανοικοδόμηση αυτών και επιπλέον στο ισόγειο κατάστημα, λόγω πρόβλεψης στο ρυμοτομικό σχέδιο για διάνοιξη παρόδιας στοάς, δεν χορηγείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες άδεια δόμησης για προσθήκη, είτε καθ' ύψος είτε κατ' επέκταση.
Ότι η ρητή συμφωνία για χρήση της ταράτσας προς φωτισμό και αερισμό αποτυπώνει την ρητή ,κατά τις πολεοδομικές διατάξεις, απαγόρευση προσθήκης επ' αυτής, ενώ η γενικόλογη έκφραση και λοιπά - κλπ. υποδηλώνει την ανέκαθεν αποστολή της, ως βεράντας και διασφαλίζει και την μελλοντική όμοια χρησιμοποίησή της προς όφελος των ενοίκων της όμορης τριώροφης οικοδομής.
Ότι η μόνη επιτρεπόμενη πρόσβαση των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας στην ταράτσα ήταν για ανακύπτουσα ανάγκη επισκευής και συντήρησης και ορίστηκε ταυτόχρονη δέσμευση επαναφοράς της χρήσης της ως είχε μέχρι τότε. Και ότι μεταγενέστερη συμπεριφορά των συμβαλλομένων μερών είναι ενδεικτική της απρόσκοπτης χρήσης της ταράτσας κατά τον συμφωνημένο προορισμό της, ως βεράντας.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούν την κατάληξη στο ερμηνευτικό πόρισμα, ότι με την σύμβαση που περιλαμβάνεται στο διανεμητήριο συμβόλαιο οι αντισυμβαλλόμενοι της αναιρεσείουσας απέκτησαν δικαίωμα οιονεί συννομής δουλείας χρήσης της επίδικης ταράτσας για αερισμό και φωτισμό της τριώροφης οικοδομής τους και ως βεράντας της καταλαμβάνουσας τον δεύτερο και τρίτο όροφο αυτής οικίας τους.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε, με βάση τα κριτήρια που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εναρμονίζεται με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά την βούληση των συμβαλλομένων.
Τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω ερμηνευτικών διατάξεων, στις οποίες ορθά το Εφετείο υπήγαγε αυτά. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ευθεία παραβίαση των διατάξεων αυτών είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, μετά την διαπίστωση ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών, τις οποίες ερμήνευσε με βάση τις αρχές της συναλλακτικής ευθύτητας και των συνθηκών της συγκεκριμένης σύμβασης και καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα της υπαγωγής των ανωτέρω παρατιθέμενων πραγματικών περιστατικών στις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο και εκ πλαγίου παραβίαση με την προσβαλλόμενη απόφαση των διατάξεων αυτών, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1α ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία. Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων - αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ 1599/2022). Επομένως, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται ευθέως αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 257/2021, ΑΠ 50/2020).
Επομένως, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αντίστοιχες αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με ψευδή ερμηνεία, άλλως με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1119, 1121 εδ.
α, 1124 ΑΚ, διότι δέχθηκε την σύσταση εμπράγματου δικαιώματος πραγματικής δουλείας πλήρους και αποκλειστικής χρήσης της επίδικης ταράτσας, παρά το ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν υπάγονται στις διατάξεις αυτές, άλλως τις παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το περιεχόμενο, την ωφέλεια και την έκταση του δικαιώματος της πραγματικής δουλείας και έτσι στέρησε από την προσβαλλομένη απόφαση τη νόμιμη βάση, αφού δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση, παραδεκτά, του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι έγιναν επίσης δεκτά, ως προς το δικαίωμα χρήσης της επίδικης ταράτσας, τα εξής: " ... Άλλωστε, το ισόγειο κατάστημα, το οποίο έλαβε κατά πλήρη κυριότητα η εκκαλούσα μετά την διανομή, από κατασκευής του ουδέποτε είχε αυτοτελώς πρόσβαση στον χώρο της ταράτσας και δίοδο επικοινωνίας μ' αυτήν, παρά μόνο μέσω της, ως άνω, όμορης τριώροφης οικοδομής, οι ένοικοι της οποίας και μόνον είχαν πρόσβαση σ' αυτήν, γεγονός που καταδεικνύει ότι η ταράτσα αυτή εξυπηρετούσε, εξ αρχής και διαρκώς, τις ανάγκες της άνω οικοδομής και μόνον.
Η ανωτέρω χρήση συνεχίστηκε ομοίως από την πρώτη εφεσίβλητη Ν. Γ. και τον Κ. Γ., και αμέσως μετά την διανομή των παραπάνω δύο ακινήτων (7-11-2013), επί τη βάσει πλέον, της ανωτέρω αναφερόμενης, μεταξύ αυτών και της εκκαλούσας εταιρίας, συμφωνίας που συμπεριλήφθηκε στο διανεμητήριο συμβόλαιο. ... Μάλιστα δε, συμφωνήθηκε επιπλέον, ότι το δικαίωμα αυτό θα παύει και θα καταργείται αυτοδικαίως, μόνο σε περίπτωση κατάρρευσης ή κατεδάφισης της τριώροφης οικοδομής, καθόσον η αληθής και πραγματική βούληση των συμβαλλομένων είναι να ισχύει το δικαίωμα αυτό, όσο θα υπάρχει η ανήκουσα στους Κ.
και Ν. Γ. τριώροφη οικοδομή με τις ανάγκες εξυπηρετήσεώς της από την συμφωνούμενη, ως άνω, χρήση της ταράτσας. ... σύμφωνα με τον προορισμό της, δηλαδή για αερισμό και φωτισμό της τριώροφης οικοδομής τους και χρησιμοποιώντας την ως βεράντα, έχοντας τοποθετήσει σε αυτή, όπως και οι δικαιοπάροχοί τους, τραπέζια, καρέκλες, γλάστρες με άνθη, καναπέ και πολυθρόνες, με διάνοια δικαιώματος δουλείας, οπότε και απέκτησαν δικαίωμα οιονεί συννομής δουλείας χρήσεως αυτής ... ".
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ομοίως με το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ότι δεν έγινε σύσταση πραγματικής δουλείας, αλλά οι αναιρεσίβλητες απέκτησαν δικαίωμα οιονεί συννομής δουλείας με παραχώρηση από τους εκπροσώπους της αναιρεσείουσας εταιρίας της χρήσης της επίδικης ταράτσας του ισογείου καταστήματος κυριότητάς της για φωτισμό και αερισμό και ως βεράντα της οικίας τους.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφαση τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1119, 1121 εδ. α και 1124 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, με βάση τα πραγματικά περιστατικά τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 361, 975, 996 ΑΚ, στις οποίες υπάγονται τα αποδειχθέντα περιστατικά.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα της υπαγωγής των ανωτέρω παρατιθέμενων πραγματικών περιστατικών στις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Επομένως, ο ίδιος (τρίτος) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο και εκ πλαγίου παραβίαση με την προσβαλλόμενη απόφαση των διατάξεων αυτών, είναι αβάσιμος.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αντίστοιχες αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1121 εδ.
α, 1192 περίπτ.. 1 και 1198 ΑΚ, διότι δέχθηκε την σύσταση πραγματικής δουλείας, παρά το ότι δεν έγινε μεταγραφή της εμπράγματης δικαιοπραξίας, άλλως παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις αυτές με αντιφατικές παραδοχές περί συστάσεως πραγματικής δουλείας με το ανωτέρω διανεμητήριο συμβόλαιο και έτσι στέρησε από την προσβαλλομένη απόφαση τη νόμιμη βάση, αφού δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Από την επισκόπηση παραδεκτά του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ομοίως με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως προς την μη σύσταση πραγματικής δουλείας, τα εξής: "... οι εναγόμενες δεν απέκτησαν με παράγωγο τρόπο δικαίωμα πραγματικής δουλείας αποκλειστικής χρήσης της επίδικης ταράτσας, λόγω μη μεταγραφής της σχετικής προς τούτο εμπράγματης δικαιοπραξίας (σύστασης δουλείας), καθόσον, όταν με το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο καταρτίζονται δύο εμπράγματες δικαιοπραξίες, όπως εν προκειμένω (διανομή και σύσταση δουλείας), πρέπει να μεταγραφούν αμφότερες, διακεκριμένα, στις μερίδες όλων των συμβληθέντων μερών, πλην όμως, στην κρινόμενη υπόθεση δεν έχει συντελεστεί ξεχωριστή μεταγραφή του παραπάνω υπ' αριθ. 14785/2013 συμβολαίου, αναφορικά με την σύσταση της πραγματικής δουλείας ... ".
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε χώρα η μεταγραφή της σχετικής εμπράγματης σύμβασης και έτσι δεν πληρώθηκε η τυπική αυτή προϋπόθεση της τήρησης δημοσιότητας. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι οι αντισυμβαλλόμενοι της αναιρεσείουσας δεν απέκτησαν το συγκεκριμένο εμπράγματο δικαίωμα πραγματικής δουλείας, λόγω μη ιδιαίτερης μεταγραφής της σύμβασης, που περιέχεται στο διανεμητήριο συμβόλαιο.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά αμφότερες τις αιτιάσεις από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (ΑΠ 986/2017, ΑΠ 279/2014, ΑΠ 393/2012), δηλαδή σε παραδοχή που δεν διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι δεν συστήθηκε εγκύρως πραγματική δουλεία και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ανωτέρω διατάξεις.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 321/2024, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας του ισχυρισμού, ενώ δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως αόριστη ή μη νόμιμη ή γενικά για τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, και δεν διατυπώνει αποδεικτικό πόρισμα ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΑΠ 76/2023, ΑΠ 312/2021, ΑΠ 220/2020, ΑΠ 1500/2013, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009).
Με τον (τελευταίο) πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 281, 1118, 1119, 1120, 1124, 1125 και 1136 ΑΚ, διότι απέρριψε τους προβληθέντες πρωτοδίκως και κατ' έφεση αγωγικούς ισχυρισμούς της για καταχρηστικότητα της περιλαμβανομένης στο διανεμητήριο συμβόλαιο συμφωνίας περί δικαιώματος δουλείας επί της επίδικης ταράτσας και για ανυπαρξία του δικαιώματος δουλείας επ' αυτής, λόγω απόσβεσής της, διαλαμβάνοντας ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία και στερώντας έτσι την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει, ως προς τα ζητήματα αυτά, ότι η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε τα εξής: "...
Σε κάθε δε περίπτωση, η αξίωσή τους (αναιρεσιβλήτων), κατά την δική τους άποψη, αποκλειστικής χρήσης ολόκληρης της ταράτσας της (αναιρεσείουσας) αποκλείοντας εμένα (αναιρεσείουσα) από το δικαίωμα χρήσης, καίτοι με το μνησθέν συμβόλαιο συμφωνήθηκε υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου τους, όπως το χρησιμοποιούν κατά την ρητή και σαφή διατύπωση μόνο για τον φωτισμό και τον αερισμό της ιδιοκτησίας τους, υπό τις νυν συνθήκες, θίγει το δικαίωμα κυριότητάς μου υπέρμετρα, η δε επικαλούμενη εκ μέρους τους ωφέλεια του φωτισμού και του αερισμού σε σχέση με την ζημία εμού και των δικαιωμάτων μου (αναιρεσείουσας) προφανώς παρίσταται καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.
Ως προελέχθη, η έκταση του προς χρήση δικαιώματος, θα πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητα αυτού, όπως και η επάρκεια αυτής, κρίνονται αντικειμενικά, λαμβάνοντας υπόψη και τις ανάγκες τόσο του δεσπόζοντος, όσο και του δουλεύοντος ακινήτου, τον προορισμό και την θέση ή περιοχή τούτου, με κριτήρια δηλαδή την ωφέλεια του δεσπόζοντος ακινήτου και την ανάλογη θυσία του δουλεύοντος ύστερα από στάθμιση των μερών ...
Εξάλλου, η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όταν εκλείπει η ανάγκη εξυπηρέτησης του δεσπόζοντος ακινήτου από την δουλεία, η οποία είχε αποτελέσει στοιχείο του περιεχομένου της δουλείας κατά την σύστασή της, όμως η τοιαύτη ανάγκη μπορεί να εκλείψει όταν εξαιτίας αυτάρκειας του δεσπόζοντος ή κατ' άλλη έκφραση όταν η άσκηση της δουλείας καθίσταται περιττή και μάταιη, εφόσον όμως η αυτάρκεια του δεσπόζοντος περιλαμβάνει όλο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας ...
Η τωρινή αξίωσή τους για την άσκηση της δουλείας της αποκλειστικής χρήσης εκ μέρους τους της ως είρηται πλάκας επικάλυψης - ταράτσας μου, έστω και αν, καθ' υπόθεση εργασίας, κάποτε χρησιμοποιείτο από αυτούς, όταν ήταν ενιαία η ιδιοκτησία και τους ανήκε, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος ... δεν έχουν το επικαλούμενο από αυτές δικαίωμα ...
λόγω απόσβεσης της ως άνω δουλείας και καταχρηστικής άσκησης αυτής ... ". (σελ. 23, 24, 25). Ακολούθως, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ως προς τα ζητήματα αυτά, ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: " ... Περαιτέρω, ουδόλως αποδεικνύεται ότι το περιεχόμενο της, ως άνω, διαλαμβανόμενης στο διανεμητήριο συμβόλαιο συμφωνίας των συμβληθέντων μερών πάσχει ακυρότητας, λόγω καταχρηστικότητας αυτού, όπως, κατ' ορθή εκτίμηση του τέταρτου λόγου της έφεσης, ισχυρίζεται η εκκαλούσα, καθόσον, σταθμιζομένων των ιδιαιτέρων υπό κρίση περιστατικών, και δη, των αναγκών του δεσπόζοντος και του δουλεύοντος ακινήτου, του προορισμού και της θέσης τους, με κριτήρια την ωφέλεια του δεσπόζοντος ακινήτου και την θυσία του δουλεύοντος, δεν αποδεικνύεται υπέρμετρη δέσμευση του δικαιώματος κυριότητας της εκκαλούσας επ' αυτού, αντίθετα προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη και του γεγονότος ότι ανέκαθεν ο χώρος της επίδικης ταράτσας εξυπηρετούσε αποκλειστικά και μόνο τις ανάγκες της όμορης τριώροφης οικοδομής.
Συνεπώς, ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ομοίως τον παραπάνω ισχυρισμό, απορριπτομένου ωσαύτως και του παραπάνω τέταρτου λόγου έφεσης, ως αβασίμου ... Με τους συναφείς τρίτο και πέμπτο λόγους της έφεσής της η εκκαλούσα ισχυρίζεται επικουρικά ότι δεν υφίσταται δικαίωμα δουλείας των εφεσιβλήτων επί της επίδικης ταράτσας, λόγω απόσβεσης αυτής, πλην όμως, οι παραπάνω λόγοι, ως προς το σκέλος τους αυτό, ελέγχονται προεχόντως ως αόριστοι και απορριπτέοι, διότι η εκκαλούσα δεν αναφέρει, ούτε καν στοιχειωδώς, κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στα άρθρα 1134-1138 ΑΚ λόγους απόσβεσης της δουλείας ... ".
Με βάση τα ανωτέρω, ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, το οποίο απέρριψε, ομοίως με το πρωτοδικείο, τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικότητας του δικαιώματος οιονεί συννομής δουλείας των αναιρεσιβλήτων.
Ο ίδιος (πέμπτος) λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον (ίδιο) αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι επίσης απαράδεκτος, διότι το Εφετείο, δεν ερεύνησε με την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' ουσία τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αποσβέσεως του δικαιώματος οιονεί συννομής δουλείας των αναιρεσιβλήτων, αλλά τον απέρριψε, ομοίως με το πρωτοδικείο, ως αόριστο.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα, λόγω του δυσερμήνευτου των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-11-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 105/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ