Legislator Case Law & Legislation
1166/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against summary judgment due to insufficient evidence of account balance in bank loan contract dispute.

Case Number 1166/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final summary judgment in a bank loan contract dispute. The bank argued that its claim for the remaining account balance was proven by its internal books, while the borrower contended that the account movement records were insufficient. The court ruled that the summary judgment was flawed because the bank failed to provide the full account movement history required to prove the specific claim amount, necessitating a new trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 623 and 628 of the Code of Civil Procedure; A summary judgment for a monetary claim based on a bank account balance is invalid if the creditor fails to prove the specific amount with complete account movement records covering the entire contract duration.

Keywords

AI generated
summary judgment bank loan contract account balance proof Code of Civil Procedure insufficient evidence appeal admissibility monetary claim

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 and 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 623 of the Code of Civil Procedure
Articles 624 to 634 of the Code of Civil Procedure
Article 628 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1166 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1166/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Συν.Πε.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Δοκόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Χ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πάτση και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/4/2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2017 του Εφετείου Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/10/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 14/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά της 101/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία, εκτός των άλλων, είχε απορριφθεί η από 15-4-2009 ανακοπή του αναιρεσίβλητου κατά της 176/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, μετά, δε, την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης, το Εφετείο, εξετάζοντας κατ' ουσίαν την ανακοπή δέχθηκε αυτήν και ακύρωσε την άνω διαταγή πληρωμής. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 του ίδιου κώδικα μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις, που προβλέπονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων είναι αφενός μεν η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση, αφετέρου η απαίτηση αυτή και το οφειλόμενο ποσό να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.

Εάν η απαίτηση ή το ποσό δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015), να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής. Εάν δε, παρά την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ (όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το ν. 4335/2015).

Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, όπως ομοίως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με τον ίδιο ως άνω νόμο, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 118 και 117 και το άρθρο 119 παρ.1 του κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ.1 περ. α' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 623 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν απαιτείται να εκτίθεται, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως, ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση από την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσης της και που δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 330/2012, ΑΠ 15/2007) και, περαιτέρω, απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

Περαιτέρω, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση.

Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου (ΑΠ 35/2011). Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και του καθ' ου η αίτηση πιστούχου, αρκεί να αναφέρεται, ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε, ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας και ότι ο σχετικός λογαριασμός έκλεισε με ορισμένο υπόλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, στο οποίο εμφανίζεται η όλη κίνηση του λογαριασμού, από την υπογραφή της σύμβασης πίστωσης μέχρι το κλείσιμό της (ΑΠ 1071/2017).

Δεν είναι απαραίτητο, για το ορισμένο της αίτησης, να αναφέρονται και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο επισυναπτόμενο απόσπασμα, από το οποίο, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της τράπεζας (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 1391/2011, ΑΠ 1094/2006).

Στο ορισμένο της αίτησης, δεν επιδρά η μη παράθεση, στο επισυναπτόμενο σ' αυτήν απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, των κονδυλίων χρεώσεων και πιστώσεων ολόκληρου του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο λειτούργησε η σύμβαση (πρβλ. ΑΠ 1389/2011, ΑΠ 1390/2011). Εξάλλου, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ένστασης, λόγου ανακοπής κλπ, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση τους, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή, υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Στην περίπτωση, όμως, που έλαβε υπόψη του γεγονότα, που δεν διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα διαλαμβανόμενα σ' αυτό, τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθμ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης αντιστοίχως (ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 443/2011, ΑΠ 1096/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της από 24-3-2009 αίτησης της ήδη αναιρεσείουσας κατά του ήδη αναιρεσίβλητου, με βάση την οποία εκδόθηκε η 176/2009 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, επί ανακοπής κατά της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι με αυτήν η αναιρεσείουσα εξέθεσε συνοπτικά τα εξής:

Ότι με την από 22-7-2003 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της πρώτης των καθ' ων ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η αναιρεσείουσα χορήγησε στην τελευταία πίστωση με ανοικτό λογαριασμό μέχρι το ποσό των 600.000 ευρώ, με τους ειδικότερα αναφερόμενους όρους και συμφωνίες.

Ότι την σύμβαση πιστώσεως υπέγραψαν ως συνοφειλέτες οι δεύτερος και τρίτος (αναιρεσίβλητος) των καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι παραιτήθηκαν της ένστασης διζήσεως και των λοιπών ενστάσεων και δικαιωμάτων εκ των άρθρων 853, 855, 858, 862, 863, 866, 867 και 868 ΑΚ, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με την πρωτοφειλέτιδα για την εξόφληση του καταλοίπου κατά το κλείσιμο του λογαριασμού μετά των νομίμων τόκων και εξόδων.

Ότι επειδή οι οφειλέτες δεν τήρησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, η αναιρεσείουσα κατάγγειλε, όπως είχε δικαίωμα, τη σύμβαση και έκλεισε στις 19-2-2009 οριστικά τον ... λογαριασμό που είχε ανοιγεί και τηρήθηκε σε εκτέλεση αυτής. Ότι το κατάλοιπο κατά το κλείσιμο του λογαριασμού ανερχόταν σε 192.096,78 ευρώ, το οποίο γνωστοποιήθηκε στους οφειλέτες με τις αναφερόμενες εκθέσεις επιδόσεως.

Με το ιστορικό τούτο ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής, προκειμένου να υποχρεωθούν οι καθ' ων η αίτηση να της καταβάλουν το ανωτέρω ποσό με τους νόμιμους τόκους, και με την αναφορά ότι προσκομίζει για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, αντίγραφο της σύμβασης πίστωσης, τις εκθέσεις επίδοσης στους καθ' ων η αίτηση του κλεισίματος του λογαριασμού με το χρεωστικό κατάλοιπο κατά το χρόνο αυτό, επικυρωμένο αντίγραφο από τα λογιστικά βιβλία του λογαριασμού, από τον οποίο αποδεικνύεται η απαίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 9 της σύμβασης πίστωσης, τον οποίο αποδέχθηκαν ανεπιφύλακτα οι καθ' ων η αίτηση, επισύναψε δε στην αίτηση τον διαμορφωθέντα με τις χρεοπιστώσεις λογαριασμό που έλαβαν χώρα από τις 31-12-2006 και μέχρι το κλείσιμο αυτού.

Υπό το εκτιθέμενο περιεχόμενο, στην ως άνω αίτηση με βάση την οποία εκδόθηκε η επίδικη διαταγή πληρωμής, σαφώς εκτίθεται το κατάλοιπο του λογαριασμού που τηρούνταν για την εξυπηρέτηση της πίστωσης που η αναιρεσείουσα τράπεζα είχε χορηγήσει στην προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρεία δυνάμει της επικαλούμενης στην αίτηση σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, το οποίο (κατάλοιπο) προέκυψε κατά το κλείσιμο του λογαριασμού ύστερα από καταγγελία της αναιρεσείουσας της σύμβασης αυτής.

Οπότε, ως προς το αναγκαίο τούτο στοιχείο, ήτοι του προσδιορισμού του καταλοίπου, η αίτηση ήταν ορισμένη, ως εκ περισσού δε αναφέρονταν και στην κίνηση του λογαριασμού για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Εν τούτοις το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αίτηση αυτή ήταν απορριπτέα ως αόριστη, κρίνοντας ότι έπρεπε να αναφέρεται στην αίτηση, για να μη πάσχει από αοριστία, αναλυτικά η κίνηση του λογαριασμού της πίστωσης από το άνοιγμα αυτού μέχρι το κλείσιμό του, και επειδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, στο επισυναπτόμενο στην αίτηση αυτή αντίγραφο του λογαριασμού, δεν αναφέρονται οι χρεώσεις και πιστώσεις ολόκληρου του χρόνου λειτουργίας της σύμβασης, αλλά μόνο για το χρονικό διάστημα μετά την 31-12-2006, ούτε και η αναιρεσείουσα - αιτούσα είχε επικαλεστεί αναγνώριση του περιοδικού ή οριστικού καταλοίπου.

Για το λόγο αυτό, το Εφετείο, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της ανακοπής που άσκησε ο αναιρεσίβλητος κατά της εκδοθείσας, με βάση την αίτηση αυτή, ως άνω διαταγής πληρωμής, με τον οποίο προβάλλονταν ακυρότητα της διαταγής πληρωμής λόγω αοριστίας της αίτησης που είχε υποβάλει η αναιρεσείουσα για την έκδοσή της, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης οριστικής απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή του αναιρεσίβλητου, δικάζοντας επί της ανακοπής δέχθηκε αυτήν και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.

Αιτιολόγησε, δε, το Εφετείο την κρίση του ως εξής: "Με αυτό το περιεχόμενο η αίτηση ήταν αόριστη διότι δεν περιείχε όλα τα αναφερόμενα στην προαναφερθείσα νομική σκέψη στοιχεία, που ήταν αναγκαία για την πληρότητά της και συγκεκριμένα, παρότι η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία και δεν αναγνωρίστηκε το περιοδικό ή οριστικό κατάλοιπο του κλεισθέντος λογαριασμού, δεν αναφέρεται, ούτε στην αίτηση με βάση την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, ούτε και το επισυναπτόμενο στην αίτηση αντίγραφο της κίνησης του λογαριασμού, η αναλυτική κίνηση του λογαριασμού της πίστωσης από το άνοιγμα ως το οριστικό κλείσιμό του, αλλά αναφέρεται η κίνηση του τηρηθέντος λογαριασμού από 31-12-2006 και μετά.

Ειδικότερα ενώ η με αρ. .../22-7-2003 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό ποσού 600000 ευρώ καταρτίστηκε στις 22-7-2003, στο επισυναπτόμενο στην αίτηση αντίγραφο της καρτέλας κίνησης του λογαριασμού της πίστωσης, εμφανίζεται η κίνηση του λογαριασμού της πίστωσης όχι από το άνοιγμα της πίστωσης (22-7-2003), αλλά από την 31-12-2006 με χρεωστικό υπόλοιπο 653724,40 ευρώ, χωρίς να προσδιορίζεται ούτε να προκύπτει εγγράφως η προέλευση του ποσού αυτού με παράθεση των μέχρι την ημερομηνία αυτή (31-12-2006) χρεώσεων και πιστώσεων.

Δεν αναφέρεται δηλαδή η κίνηση του λογαριασμού του χρονικού διαστήματος από 22-7-2003 έως 31-12-2006, στοιχείο που ήταν αναγκαίο εφόσον η αιτούσα την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν επικαλέστηκε ότι έλαβε χώρα αναγνώριση του περιοδικού ή οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού, οπότε δεν χρειαζόταν να καθορίσει και καθένα από τα μέχρι την αναγνώριση κονδύλια του αλληλόχρεου λογαριασμού χωριστά".

Έτσι που έκρινε το εφετείο παρά το νόμο απαίτησε περισσότερα στοιχεία για το ορισμένο της αίτησης για έκδοση της διαταγής πληρωμής. Συγκεκριμένα ενώ στην αίτηση αναγράφεται το κατάλοιπο που προκύπτει κατά το κλείσιμο του λογαριασμού που τηρήθηκε για την εξυπηρέτηση της σύμβασης πίστωσης, όπως, κατά την αίτηση, προκύπτει τούτο από τα τηρούμενα βιβλία της πιστώτριας Τράπεζας, τα οποία με τον όρο 7 της σύμβασης αποτελούσαν πλήρη απόδειξη, απαίτησε να παρατίθεται στην αίτηση η κίνηση του λογαριασμού με τις χρεώσεις και πιστώσεις αυτού, αφού δεν υπήρξε αναγνώριση του καταλοίπου, για ολόκληρο το χρονικό διάστημα από την έναρξη λειτουργίας της σύμβασης (22-7-2003) μέχρι το κλείσιμο αυτού, δηλαδή και για το χρονικό διάστημα από την έναρξη λειτουργίας της σύμβασης μέχρι την ημερομηνία 31-12-2006 κατά την οποία αρχίζει η αναγραφή τούτων στον επισυναπτόμενο στην αίτηση πίνακα.

Δοθέντος, όμως, ότι στην αίτηση για την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής προσδιορίζονταν το κατάλοιπο του λογαριασμού κατά το κλείσιμο αυτού, ως εκ περισσού, δε, είχε γίνει παράθεση της κίνησης του λογαριασμού για ορισμένο χρονικό διάστημα, η αίτηση ήταν ορισμένη. Τούτο διότι, όπως έγινε δεκτό, για το ορισμένο της αίτησης έκδοσης της διαταγής πληρωμής δεν ήταν αναγκαίο να παραθέσει η πιστώτρια αναιρεσείουσα τα επί μέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων του λογαριασμού για το χρόνο λειτουργίας της σύμβασης.

Το εάν από τα προσκομιζόμενα για την απόδειξη της απαίτησης έγγραφα, όπως είναι και τα βιβλία της Τράπεζας που τηρήθηκαν για την κίνηση του λογαριασμού σε σύμβαση πίστωσης με ανοικτό-αλληλόχρεο λογαριασμό, αποδεικνύεται πραγματικά η απαίτηση, όπως πρέπει να ισχυρίζεται στην αίτηση η πιστούχος Τράπεζα, είναι ζήτημα που αφορά την ουσιαστική παραδοχή της αίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και όχι το ορισμένο αυτής.

Συνεπώς, ο σχετικός πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Επομένως πρέπει, με την παραδοχή του λόγου αυτού και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, αφού η παραδοχή του ανωτέρω λόγου οδηγεί στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης στο σύνολό της, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Το παράβολο που κατέβαλε η αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αναίρεσης, πρέπει να αποδοθεί σ' αυτήν, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Τέλος, ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 14/2017 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία,

η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)