Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision regarding inadmissibility of second defendant's appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a second appellate court decision. The appellants argued the lower court ignored witness testimony and bank deposit evidence, but the court found these facts did not constitute independent claims and the evidence was already considered. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 559(8), 11(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds do not establish a violation of substantive or procedural rights, and unfounded if the lower court properly considered the evidence and arguments presented.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1166 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1166/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Λ., κατοίκου ... και 2) Ν. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "... Ltd" (... ...) με καταστατική έδρα τη ..., πραγματική δε το ..., η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) εταιρείας με την επωνυμία "... Ltd" (....), που εδρεύει στη ... ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2010 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5510/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 957/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 468/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε ως προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων την από 31-7-2014 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση ως προς αυτούς της υπ' αριθμ. 957/2013 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, ανέβαλε κατά τα λοιπά την έκδοση οριστικής απόφασης και απηύθυνε προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ερώτημα.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η απόφαση της 28.6.2017 - Υπόθεση C-436/16 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η συζήτηση της υπόθεσης επαναφέρεται εκ νέου ενώπιον του δικαστηρίου αυτού με την από 28-3-2018 κλήση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 27-4-2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπ' αριθ. 94/2018 Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου νομίμως επισπεύδεται αυτεπαγγέλτως η συζήτηση της από 31 Ιουλίου 2014 αίτησης των Γ. Λ. και Ν. Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 957/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 468/2016 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η αίτηση ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη "...
LTD", αναβλήθηκε κατά τα λοιπά η έκδοση της οριστικής απόφασης και απεστάλη προδικαστικό ερώτημα προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο επί του ερωτήματος αυτoύ εξέδωσε την από 28 Ιουνίου 2017 (C-436/16) απόφασή του. Η κλήση, όμως, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη "... LTD" είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, διότι ως προς αυτήν η αίτηση για αναίρεση ήδη απορρίφθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 4.6.2018 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή δικαστηρίων του Αρείου Πάγου Κ. Τ., αντίγραφο της από 28.3.2018 κλήσεως της προϊσταμένης του Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία καλούνται οι διάδικοι της ως άνω υποθέσεως να παραστούν στην περαιτέρω συζήτηση της αιτήσεως που ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως με την υπ' αριθ. 94/2018 Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Κ.
Π. ως κατά νόμο κοινό αντίκλητο αυτών (άρθρο 143 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι αυτός έχει υπογράψει την ένδικη αίτηση και ακολούθως τους εκπροσώπησε κατά τη συζήτηση της 9.11.2016, μετά την οποία εκδόθηκε η ως άνω υπ' αριθ. 468/2016 αναβλητική απόφαση του Αρείου Πάγου. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στην ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
Επί του ερωτήματος, που ο Άρειος Πάγος υπέβαλε κατά τα ανωτέρω στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), το τελευταίο με την από 28 Ιουνίου 2017 (C-436/16) απόφασή του αποφάνθηκε τα εξής: "Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να διευκρινισθεί αν το άρθρο 23 του κανονισμού Βρυξέλλες Ι πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση που έχει περιληφθεί ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας σε ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε μεταξύ δύο εταιριών, οι εκπρόσωποι της μίας εξ αυτών μπορούν να επικαλεστούν τη ρήτρα προκειμένου να αμφισβητήσουν τη διεθνή δικαιοδοσία δικαστηρίου προς εκδίκαση αγωγής αποζημίωσης, με την οποία ζητήθηκε να αναγνωρισθεί η εις ολόκληρον ευθύνη τους για φερόμενη ως αδικοπρακτική συμπεριφορά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους (30).
Υπενθυμίζεται εισαγωγικώς ότι, στον βαθμό που ο κανονισμός Βρυξέλλες Ι αντικαθιστά, ως προς τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών, τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, Ε 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με τις διαδοχικές Συμβάσεις για την προσχώρηση των νέων κρατών μελών στην εν λόγω Σύμβαση, η ερμηνεία η οποία έχει δοθεί από το Δικαστήριο όσον αφορά τις διατάξεις της Σύμβασης ισχύει και για εκείνες του κανονισμού, εφόσον οι διατάξεις των δύο αυτών ρυθμίσεων μπορούν να χαρακτηρισθούν αντίστοιχες, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 23 του κανονισμού Βρυξέλλες I, το οποίο διαδέχθηκε το άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, της ως άνω Σύμβασης (βλ.
υπ' αυτή την έννοια, απόφαση της 7ης Ιουλίου 2016, HOSZIG, C-222/15, ΕU.C:2016:525, σκέψεις 30 και 31 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). (31) Δεδομένου ότι η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους όπου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος αποτελεί, στο σύστημα του κανονισμού Βρυξέλλες I, τη γενική αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, όσες βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας συνιστούν εξαιρέσεις, όπως οι προβλεπόμενες στο άρθρο 23 του κανονισμού αυτού, πρέπει να ερμηνεύονται κατά τέτοιον τρόπο ώστε η εφαρμογή τους να περιορίζεται στις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται ρητώς ο κανονισμός (βλ.
υπ' αυτή την έννοια, απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2009, Voralberger Gebietskrankekasse, C-347/08, ΕU:C:2009:561, σκέψεις 37 και 39 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). (32) Ειδικότερα, το άρθρο 23 του κανονισμού Βρυξέλλες I ορίζει σαφώς ότι το πεδίο εφαρμογής του περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου τα μέρη "συμφώνησαν" ως προς το δικαστήριο.
Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού, αυτή ακριβώς η σύμπτωση βουλήσεων των μερών είναι που δικαιολογεί την υπεροχή η οποία απονέμεται, δυνάμει της αρχής της αυτονομίας της βουλήσεως, στην επιλογή άλλου δικαιοδοτικού οργάνου από εκείνο που θα ήταν ενδεχομένως αρμόδιο δυνάμει του κανονισμού (αποφάσεις της 21ης Μαΐου 2015, El Majdoub, C-322/14, ΕΙU:C:2015:334, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 20ής Απριλίου 2016, PROFIT INVESTEMENT SIM, C-366/13, ΕU:C:2016:282, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). (33) Έτσι, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι το επιληφθέν δικαστήριο οφείλει να εξετάσει, στην αρχή της δίκης, αν για τη ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας υπήρξε όντως συγκατάθεση των μερών, η οποία πρέπει να εκδηλώνεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, λαμβανομένου υπόψη ότι ο τύπος που απαιτείται από το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες Ι έχει ως λειτουργία να εξασφαλίσει ότι αποδεικνύεται πράγματι η συγκατάθεση αυτή (απόφαση της 7ης Ιουλίου 2016, Hoszing, C-222/15, ΕU:C:2016:525, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). (34).
Επομένως, ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας περιεχόμενη σε σύμβαση παράγει, κατ' αρχήν, τα έννομα αποτελέσματά της μόνο στις σχέσεις μεταξύ των μερών που συμφώνησαν να συνάψουν τη σύμβαση αυτή (απόφαση της 21ης Μαΐου 2015, CDC Hydrogen Peroxide, C-352/13, ΕU:C:2015:335, σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). (35).
Εν προκειμένω, η επίκληση της επίμαχης στην κύρια δίκη ρήτρας παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας δεν γίνεται από ένα εκ των μερών της συμφωνίας στην οποία περιλαμβάνεται η ρήτρα, αλλά από τρίτον. (36). Όμως οι εκπρόσωποι της ... ουδέποτε εκδήλωσαν τη βούλησή τους να καταρτίσουν συμφωνία παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας, ενώ ούτε η ...
είχε συγκατατεθεί να δεσμευθεί με τα πρόσωπα αυτά μέσω τέτοιας συμφωνίας. (37). Εξάλλου, ούτε οι διάδικοι της κύριας δίκης ούτε το αιτούν δικαστήριο παραπέμπουν σε στοιχεία ή ενδείξεις βάσει των οποίων θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι οι εκπρόσωποι της ... και η ... κατάρτισαν, υπό μία από τις μορφές που προβλέπονται στο άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχεία β' και γ', του κανονισμού Βρυξέλλες I, συμφωνία η οποία να περιέχει ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη. (38).
Ως προς το άρθρο 6 του κανονισμού Βρυξέλλες I, σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία σε περίπτωση παθητικής ομοδικίας, τονίζεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 23 του κανονισμού Βρυξέλλες I, επειδή αποκλείουν τόσο τη διεθνή δικαιοδοσία που καθορίζεται από τη γενική αρχή της δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 2 του κανονισμού αυτού, όσο και τις ειδικές δωσιδικίες των άρθρων 5 έως 7 του ίδιου κανονισμού, πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς όσον αφορά τις προϋποθέσεις τους (απόφαση της 21ης Μαΐου 2015, El Majdoub, C-322/14, ΕU:C:2015:334, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). (39).
Πιο συγκεκριμένα, τα μέρη, συνάπτοντας συμφωνία παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 23, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες I, έχουν τη δυνατότητα να παρεκκλίνουν όχι μόνον από τη γενική δωσιδικία του άρθρου 2 του κανονισμού, αλλά και από τις ειδικές δωσιδικίες των άρθρων 5 και 6. Ως εκ τούτου, το επιληφθέν δικαστήριο μπορεί, κατ' αρχήν, να δεσμεύεται από ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας, η οποία εισάγει παρέκκλιση από τις δωσιδικίες των άρθρων 5 και 6 και έχει συμφωνηθεί από τα μέρη δυνάμει του άρθρου 23, παράγραφος 1 (βλ., υπ' αυτή την έννοια, απόφαση της 21ης Μαΐου 2015, Hydrogen Peroxide, C-352/13, ΕU:C:2015:335, σκέψεις 59 και 61). (40).
Τέλος, και για να δοθεί απάντηση στον προβληματισμό του αιτούντος δικαστηρίου περί ενδεχόμενου κινδύνου αντιφατικών αποφάσεων, είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι ο κανονισμός Βρυξέλλες I προβλέπει διάφορους μηχανισμούς προς αποφυγή τέτοιων καταστάσεων. (41). Πρόκειται, ειδικότερα, για τα άρθρα 27 και 28 του κανονισμού, τα οποία αφορούν περιπτώσεις εκκρεμοδικίας και συνάφειας, αντιστοίχως, και συμβάλλουν στην αποτροπή του ενδεχομένου έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, καθώς και για το άρθρο 34, σημεία 3 και 4, το οποίο καθιστά δυνατή την άρση των σχετικών συγκρούσεων. (42).
Κατόπιν των ανωτέρω, στο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες I έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση που έχει περιληφθεί ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας σε ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε μεταξύ δύο εταιριών, οι εκπρόσωποι της μίας εξ αυτών δεν μπορούν να επικαλεστούν τη ρήτρα προκειμένου να αμφισβητήσουν τη διεθνή δικαιοδοσία δικαστηρίου προς εκδίκαση αγωγής αποζημίωσης, με την οποία ζητήθηκε να αναγνωρισθεί η εις ολόκληρον ευθύνη τους για φερόμενη ως αδικοπρακτική συμπεριφορά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. (43)." Περαιτέρω, η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναφορικά με τα προδικαστικά ερωτήματα, είναι δεσμευτική τόσο για το εθνικό δικαστήριο που υπέβαλε το σχετικό ερώτημα, όσο και για όλα τα εθνικά δικαστήρια, που τυχόν θα δικάσουν στη συνέχεια την ίδια υπόθεση.
Η δεσμευτικότητα της απόφασης αυτής δεν προβλέπεται μεν ρητά στη Συνθήκη της Ένωσης, είναι όμως αναμφίβολη, αφού μόνον έτσι εξυπηρετείται ο σκοπός της ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, για τις ανάγκες της οποίας επιτρέπεται και νέα παραπομπή του ζητήματος στο Δικαστήριο της Ένωσης, αν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι αντιμετωπίζει δυσχέρειες κατανόησης ή εφαρμογής της απόφασης που εκδόθηκε ήδη σε προηγούμενο προδικαστικό ερώτημα ή όταν υποβάλλεται στο Δικαστήριο νέο νομικό ζήτημα ή νέα στοιχεία, ικανά να το οδηγήσουν σε διαφορετική απάντηση σε ερώτημα που ήδη υποβλήθηκε (ΔΕΚ 11.6.1987, Pretore di Salo, 14/1986, Συλλ. 1987.2545, σκέψη 12).
Παρέπεται ότι η άρνηση ή η παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σ' αυτό υπόθεση με βάση την ερμηνεία, που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το Δικαστήριο της Ένωσης, συνιστά παράβαση του δικαίου αυτού, η οποία στην Ελλάδα ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρων 559 ή 560 ΚΠολΔ (Ολομ ΑΠ 16/2013).
Εξάλλου, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, δηλαδή έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία και δίκασε υπόθεση που κατά το νόμο ανήκε στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ενώ αν υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του, κρίνοντας ότι στερείται δικαιοδοσίας, με συνέπεια να απορρίψει έτσι κατά το άρθρο 4 ΚΠολΔ την αγωγή, μολονότι είχε δικαιοδοσία, δεν υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια, αλλά στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή της κήρυξης απαραδέκτου παρά το νόμο (Ολομ ΑΠ 293/1981, Ολομ ΑΠ 860/1984, ΑΠ 527/2013).
Οι σχετικές πάντως με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων διατάξεις τόσο του ΚΠολΔ όσο και του Κανονισμού 44/2001 έχουν καθαρά δικονομικό χαρακτήρα, αφού δεν ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοίωσης ή κατάργησης ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά θεσπίζουν γενική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής και συνεπώς δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ για έλλειψη ή ανεπαρκή αιτιολόγηση ως προς την εφαρμογή ή μη των ως άνω δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 788/1994).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη με την ένδικη αγωγή της αδικοπρακτική σε βάρος της συμπεριφορά της δεύτερης αναιρεσίβλητης και των αναιρεσειόντων, πρόβαλε κατ' αυτών αξιώσεις αποζημίωσης για υλικές ζημίες και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, προς θεμελίωση των οποίων εκτίθενται ειδικότερα στην ένδικη αγωγή της τα ακόλουθα:
Ότι η ενάγουσα και πρώτη των ήδη αναιρεσιβλήτων είναι πλοιοκτήτρια πλοίου, του οποίου τη διαχείριση έχει άλλη εταιρεία. Ότι η πρώτη εναγομένη και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, με τυπική έδρα στη ... και πραγματική στην ..., αποτελεί εταιρεία του ομίλου εταιρειών του τρίτου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος, ο οποίος δραστηριοποιείται στις ναυλώσεις και στη διαχείριση πλοίων.
Ότι ο εναγόμενος αυτός ήταν ο μοναδικός διευθύνων σύμβουλος και πραγματικός εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, καθώς την έλεγχε πλήρως και κρυπτόταν όπισθεν αυτής προς εξυπηρέτηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας. Ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων ήταν καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα το μοναδικό μέλος του ΔΣ και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης.
Ότι στις 9.6.2006 καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης το υπό την ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό ναύλωσης, με το οποίο η πρώτη χρονοναύλωσε στη δεύτερη το ως άνω πλοίο. Ότι η πρώτη εναγομένη με άλλο ιδιωτικό συμφωνητικό υπεκναύλωσε το πλοίο αυτό στο Υπουργείο Εμπορίου του ....
για τη μεταφορά φορτίου σίτου από το .... της .... στο ...., όμως κατά παράβαση των όρων του ιδιωτικού συμφωνητικού της με την ενάγουσα καθυστέρησε για πέντε μήνες την απόδοση του πλοίου σ' αυτή. Ότι στις 17.2.2007 η ενάγουσα προσέφυγε σε διαιτησία στο ...., διεκδικώντας συνολικά 1.327.159 δολάρια ΗΠΑ για επισταλίες και δεδουλευμένους ναύλους.
Ότι στο πλαίσιο της διαιτητικής διαδικασίας η ενάγουσα πείστηκε από τους συνηγόρους της πρώτης εναγομένης ότι πίσω από αυτή κρυπτόταν ως πραγματικός επιχειρηματίας ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος ήταν πρόσωπο φερέγγυο με σημαντική περιουσία και επομένως δεν ήταν αναγκαία η παροχή από μέρους της εγγυήσεων προς εξασφάλιση του ποσού που θα επιδίκαζε στην ενάγουσα η διαιτητική απόφαση, όμως οι σχετικές διαβεβαιώσεις αποδείχθηκαν εκ των υστέρων απατηλές.
Ότι η καθυστέρηση απόδοσης στην ενάγουσα του πλοίου της οφειλόταν σε ισόχρονη καθυστέρηση απόδοσης του πλοίου αυτού από το .... Δημόσιο στην πρώτη εναγομένη, η οποία άσκησε κατ' αυτού αξιώσεις ποσού 6.791.007,91 δολαρίων ΗΠΑ από επισταλίες και λοιπά έξοδα που προέκυψαν από την υποναύλωση του πλοίου. Ότι η πρώτη εναγομένη προς εξασφάλιση της απαίτησής της κατά του .....
Δημοσίου κατάσχεσε συντηρητικά χρηματικές απαιτήσεις του 8.266.671,01 δολαρίων ΗΠΑ κατά τραπεζών της ..... Ότι στις 3.8.2007 πραγματοποιήθηκε συνάντηση του τρίτου εναγομένου και του νόμιμου εκπροσώπου της ενάγουσας Ε. Μ. προς συμβιβαστική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς. Ότι στις 4 και 12.10.2007 καταβλήθηκε από την πρώτη εναγομένη στην ενάγουσα το ποσό των 177.560,16 δολαρίων ΗΠΑ, με το οποίο εξοφλήθηκε η απαίτησή της για δεδουλευμένους ναύλους, ενώ στις 14.11.2007 υπογράφτηκε μεταξύ των αυτών διαδίκων ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφωνήθηκε ότι η εκκρεμής διαιτητική διαδικασία θα αναστελλόταν για έξι τουλάχιστον μήνες, μετά την πάροδο των οποίων κάθε συμβαλλόμενο μέρος θα είχε το δικαίωμα καταγγελίας της αναστολής και λύσης του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού και ακόμη ότι οι εκκρεμείς στην διαιτησία απαιτήσεις της ενάγουσας θα περιλαμβάνονταν στον κατάλογο των απαιτήσεων της πρώτης εναγομένης κατά του ...
Δημοσίου, ότι θα συνεργάζονταν μεταξύ τους για τη θεμελίωση των απαιτήσεων αυτών, ότι η πρώτη εναγομένη θα ενημέρωνε την ενάγουσα για την πορεία της διαδικασίας κατά του ... Δημοσίου και ότι σε περίπτωση συμβιβασμού με το ... Δημόσιο η ενάγουσα θα δικαιούταν κατ' ελάχιστον ποσοστό 20% από το ποσό που θα εισέπραττε η πρώτη εναγομένη.
Ότι μόλις το Νοέμβριο του 2008 η ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι η πρώτη εναγομένη είχε ήδη από 20.5.2008 συμβιβαστεί με το ... Δημόσιο και είχε συναινέσει στην άρση της συντηρητικής κατάσχεσης των απαιτήσεών του, αφού είχε ήδη από τον Ιούλιο του 2008 εισπράξει από αυτό το ποσό του συμβιβασμού, που ανήλθε σε 5.000.000 δολάρια ΗΠΑ.
Ότι στις 22.5.2008 η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε το από 14.11.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό της με την ενάγουσα, επικαλούμενη δήθεν άρνηση του ... Δημοσίου να συζητήσει για απαίτηση μη εκκαθαρισμένη, όπως αυτό υποτίθεται ότι θεωρούσε την απαίτηση της ενάγουσας. Ότι ακολούθως η ενάγουσα συνέχισε τη διαιτητική διαδικασία και εκδόθηκε η από 29.9.2009 διαιτητική απόφαση, με την οποία υποχρεώθηκε η πρώτη εναγομένη να καταβάλει σ' αυτή αποζημίωση 453.300 δολαρίων ΗΠΑ, πλέον τόκων προς 6% για το διάστημα από 17.2.2007 έως 29.9.2009, συνολικού ποσού 76.619,34 δολαρίων ΗΠΑ, όμως η είσπραξη των ποσών αυτών κατέστη αδύνατη από την ενάγουσα, αφού με απατηλά μέσα ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγομένων και ακολουθώντας ως προς την πληρωμή παρελκυστική τακτική αποξένωσαν εν τέλει την πρώτη αυτών από τα περιουσιακά της στοιχεία.
Ότι ειδικότερα προς το σκοπό αυτό διαβεβαίωσαν κατ' επανάληψη ψευδώς την ενάγουσα ως προς την φερεγγυότητα του τρίτου αυτών και ως προς την πρόθεσή του να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της, ενώ απέκρυψαν το συμβιβασμό που πέτυχαν με το ... Δημόσιο, με συνέπεια έτσι να καθυστερήσει η ολοκλήρωση της διαιτητικής διαδικασίας, η δε ενάγουσα, πειθόμενη στις διαβεβαιώσεις τους, να αποσύρει το αίτημά της για παροχή εγγυήσεων από την πρώτη εναγομένη και να μην ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων εναντίον της.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η υπόθεση υπάγεται στη διεθνή δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων ως προς την πρώτη εναγομένη με βάση έγκυρη συμφωνία παρέκτασης μεταξύ αυτής και της ενάγουσας, που περιέχεται στο από 14.11.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό τους. Έτσι επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει με τον ίδιο τρόπο και είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη.
Αντίθετα ως προς τους δεύτερο και τον τρίτο των εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες, οι οποίοι δεν συμβλήθηκαν στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, το Εφετείο έκρινε ότι η δεσμευτική ισχύς της σχετικής ρήτρας παρέκτασης δεν εκτείνεται και σ' αυτούς, διότι η συμφωνία παρέκτασης ισχύει μόνο μεταξύ των μερών που κατάρτισαν τη συμφωνία.
Έτσι, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία, αφού απέρριψε την ένσταση του δεύτερου και του τρίτου των εναγομένων για έλλειψη ως προς αυτούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, δίκασε ακολούθως ως προς αυτούς την υπόθεση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με τους αναιρεσείοντες, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος, κατ' ορθή υπαγωγή (και όχι από τον αριθμό 19), λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.
Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραβίαση των περιεχομένων στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών μπορεί να γίνει ευθέως ή εκ πλαγίου, οπότε δημιουργούνται, αντιστοίχως, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την ερμηνεία της προαναφερόμενης ρήτρας παρέκτασης, παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και έτσι δέχθηκε, εσφαλμένα, ότι δεν υπάγονται στη συμφωνία προέκτασης και επιλογής εφαρμοστέου δικαίου και οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ναι μεν δεν συμβλήθηκαν στη σύμβαση διαιτησίας, αλλά ενάγονται ως όργανα αυτής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι το Εφετείο προσέφυγε στην ερμηνεία της ρήτρας παρέκτασης για την εξακρίβωση της αληθούς βούλησης των συμβαλλομένων ως προς τα πρόσωπα που συμφωνήθηκε ότι θα υπαχθούν στη δικαιοδοσία των Αγγλικών δικαστηρίων, ενώ το ακριβές είναι ότι η ερμηνεία που έκανε το Εφετείο αφορούσε το ζήτημα αν στις διαφορές που υπήχθησαν σε διαιτησία υπάγονται και εκείνες από αδικοπραξία.
Κατά το άρθρο 4 του Κανονισμού ΕΟΚ 864/2007, που ίσχυσε από 11-1-2009, το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής η οποία απορρέει από αδικοπραξία είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός, καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα, εκτός αν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό (παρ. 1 ).
Ωστόσο, αν ο φερόμενος ως υπαίτιος και ο ζημιωθείς έχουν, κατά τον χρόνο επέλευσης της ζημίας, τη συνήθη διαμονή τους στην ίδια χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής (παρ. 2). Εάν, από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η αδικοπραξία εμφανίζει προδήλως στενότερο δεσμό με χώρα άλλη από εκείνη που ορίζεται στις παρ. 1 και 2, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής.
Ο προδήλως στενότερος δεσμός με άλλη χώρα μπορεί να βασίζεται ιδίως σε προϋπάρχουσα σχέση μεταξύ των μερών, όπως σύμβαση, η οποία συνδέεται στενά με την εν λόγω αδικοπραξία. Κατά το άρθρο δε 26 του ΑΚ, οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα (παρ. 3). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι, όσον αφορά τους δεύτερο και τρίτο εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες, προκειμένης ενοχής από αδικοπραξία, εφαρμοστέο δίκαιο είναι, κατ' άρθρο 26 ΑΚ, το Ελληνικό δίκαιο, ως το δίκαιο της χώρας στην οποία διαπράχθηκε το αδίκημα και επήλθε η περιουσιακή ζημία, εσφαλμένα εφάρμοσε την παραπάνω διάταξη, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το άρθρο 4 του Κανονισμού ΕΟΚ 864/2007, το οποίο τουλάχιστον από 1-1-2009 ήταν εφαρμοστέο και υπαγόρευε την εφαρμογή του Αγγλικού δικαίου, που είχαν επιλέξει ρητά τα μέρη, αλλά και ήταν το υποδεικνυόμενο από τον κανονισμό ουσιαστικό δίκαιο της χώρας, με την οποία η αδικοπραξία εμφάνιζε προδήλως στενότερο δεσμό, άλλως ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 26 ΑΚ, ενώ έπρεπε να ερμηνεύσει και εφαρμόσει αυτό σε συνδυασμό με το άρθρο 25 ΑΚ και να δεχθεί ότι εφαρμοστέο δίκαιο είναι το Αγγλικό δίκαιο, ως το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση, το οποίο είναι εκείνο στο οποίο υποβλήθηκαν τα μέρη ή αρμόζει από το σύνολο των περιστάσεων.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, εφόσον κατά τις παραδοχές του Εφετείου η ζημιογόνος συμπεριφορά των εναγομένων έλαβε χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 19-7-2007 έως 29-9-2009, εφαρμοστέο είναι το Ελληνικό δίκαιο κατά το άρθρο 26 του ΑΚ, ως το δίκαιο της χώρας στην οποία, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, διαπράχθηκε η αδικοπραξία.
Υπό την εκδοχή ότι για το μετά την 1-1-2009 χρονικό διάστημα, που ίσχυσε ο Κανονισμός ΕΟΚ 864/2007, εφαρμοστέο είναι το άρθρο 4 παρ. 1 του εν λόγω Κανονισμού, που ορίζει ως εφαρμοστέο δίκαιο το δίκαιο της χώρας στην οποία επήλθε η ζημία, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία έλαβε χώρα η ζημιογόνος συμπεριφορά, εφαρμοστέο είναι και πάλι το Ελληνικό Δίκαιο, αφενός ως το δίκαιο της χώρας στην οποία επήλθε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η ζημία και αφετέρου ως το δίκαιο της χώρας στην οποία έχουν, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, τη συνήθη διαμονή τους οι υπαίτιοι και οι ζημιωθέντες (άρθρο 4 παρ. 2 του Κανονισμού), οπότε έστω και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία το Εφετείο σε ορθό αποτέλεσμα ως προς το ζήτημα τούτο κατέληξε και συνεπώς πρέπει, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ να απορριφθεί ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος.
Περαιτέρω, υπό τις παραδοχές του Εφετείου ότι τους διαδίκους δεν συνδέει συμβατική σχέση, δεν είχε εφαρμογή η παρ. 3 του ως άνω Κανονισμού και δεν ήταν εφαρμοστέο το Αγγλικό δίκαιο, ως το δίκαιο της χώρας με την οποία η αδικοπραξία εμφανίζει προδήλως στενότερο δεσμό, την ύπαρξη του οποίου σε κάθε περίπτωση δεν διαπίστωσε το Εφετείο.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής σε σχέση με την ευθύνη των αναιρεσειόντων: " ...Δια του από 9-6-2006 ναυλοσυμφώνου η ενάγουσα χρονοεξαναύλωσε το ανωτέρω πλοίο στην πρώτη εναγομένη. Ακολούθως η ναυλώτρια υπεξεναύλωσε το πλοίο στο Υπουργείο Εμπορίου του ...... Η ενάγουσα, ασκούσα το υπό του ναυλοσυμφώνου παρεχόμενο δικαίωμα, προσέφυγε (για την ικανοποίηση της απαίτησής της 1.327.150 δολλ.
ΗΠΑ, προερχόμενη από καθυστέρηση παράδοσης του ναυλωθέντος πλοίου και από δεδουλευμένους ναύλους), στη διαιτητική διαδικασία στο ..... Ενόψει της τοιαύτης διαδικασίας, η οποία άρχισε στο ..... στις 19-7-2007, η ενάγουσα ζήτησε από την εναγομένη την παροχή εγγυήσεων για την εξασφάλιση της πληρωμής του ποσού που θα επιδικάζονταν από τη διαιτητική απόφαση.
Οι εναγόμενοι, από τους οποίους ο δεύτερος ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος και μόνο μέλος του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης και ο δεύτερος κυρίαρχος μέτοχος αυτής, δήλωσαν στην ενάγουσα ότι δεν υπάρχει ανάγκη παροχής τοιούτων εγγυήσεων, επικαλεσθέντες τη φερεγγυότητα και το επιχειρηματικό κύρος του τρίτου εναγομένου στο χώρο της ναυτιλίας, ισχυρισθέντες δε ότι εις πάσα περίπτωση ο τρίτος εναγόμενος θα κατέβαλε το οποιοδήποτε ποσό επιδίκαζε η διαιτητική απόφαση.
Η ενάγουσα επείσθη στις διαβεβαιώσεις αυτές και απέσυρε τα αίτημά της δια παροχή οιασδήποτε εγγυήσεως. Εξ άλλου, η καθυστέρηση αποδόσεως του ως άνω πλοίου υπαιτιότητι του .....Δημοσίου εδημιούργησε παραλλήλως και αξιώσεις της πρώτης εναγομένης κατά του ..... Συμβουλίου Σίτου λόγω της παραβάσεως των όρων του μεταξύ των καταρτισθέντος ναυλοσυμφώνου, τις οποίες και ήσκησε κατόπιν εγέρσεως σχετικής διαιτητικής αγωγής δια της οποίας ητήσατο ως αποζημίωση λόγω της ως άνω καθυστερήσεως το ποσόν των 6.791.007,91 δολλ.
ΗΠΑ, πλέον τόκων και εξόδων. Προς εξασφάλιση της ανωτέρω απαιτήσεως της, την 9 .11.2007, επέβαλε τη συντηρητική κατάσχεση επί Τραπεζικών λογαριασμών σε Τράπεζες της ..., που ανήκαν στο ... Δημόσιο και το άνω Συμβούλιο μέχρι του ποσού των 8.266.671,01 δολλ. ΗΠΑ. Περί τα τέλη Ιουλίου 2007, εκκρεμούσης της διαιτητικής διαδικασίας στο Λονδίνο, ο τρίτος εναγόμενος με δική του πρωτοβουλία ετηλεφώνησε στον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγούσης Ε.
Μ. και εζήτησε να τον συναντήσει προκειμένου να επιτύχουν μια εξωδιαιτητική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς. Στο από 14.11.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό το υπογραφέν μεταξύ της και της πρώτης εναγόμενης, μεταξύ άλλων, συνεφωνήθησαν τα εξής: α) ότι η διαιτητική διαδικασία θα ανεστέλλετο επί χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών, μετά την πάροδο του οποίου, έκαστο συμβαλλόμενο μέρος θα εδικαιούτο να καταγγείλη ταύτην υπό τους εν αυτώ αναφερόμενους όρους, β) ότι η πρώτη εναγόμενη θα περιελάμβανε στις αξιώσεις της κατά του ...
Δημοσίου την ένδικο απαίτηση, γ) ότι τα συμβληθέντα μέρη θα συνειργάζοντο δια την τεκμηρίωση της τοιαύτης απαιτήσεως και ότι η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να παράσχη έγγραφα και λοιπές αποδείξεις προς θεμελίωση της, δ) ότι η πρώτη εναγόμενη ανελάμβανε την υποχρέωση ενημερώσεως του αλληλοασφαλιστικού οργανισμού της εναγούσης, προ της λήψεως οιουδήποτε μέτρου κατά του ...
Δημοσίου και του Συμβουλίου, σχετικώς προς την εξέλιξη των συνδυασμένων απαιτήσεων και παντός ασφαλιστικού μέτρου και άλλης δικαστικής ενέργειας που θα ελαμβάνετο εν σχέσει προς τις απαιτήσεις αυτές και ε) ότι η πρώτη εναγόμενη δεν θα προέλθη εις συμβιβασμόν μετά του ... Δημοσίου ή του Συμβουλίου περί οιασδήποτε απαιτήσεως, χωρίς προηγουμένως να έχει συζητήσει τις προσφορές με την ενάγουσα, η οποία θα εδικαιούτο κατ' ελάχιστο το 20% οιουδήποτε ποσού εισέπραττε η πρώτη εναγόμενη, αδιαφόρως του τρόπου κατά τον οποίο προσδιορίζετο ή ποίες απαιτήσεις εσκόπει να καλύψη.
Ούτως, αν το ποσό αυτό ανήρχετο σε 800.000 δολάρια Η.Π.Α ή περισσότερα η ενάγουσα θα εδέχετο το ποσό αυτό σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση όλων των απαιτήσεων και ανταπαιτήσεων εκ του ναυλοσσυμφώνου και της φορτωτικής, άλλως είχε την ευχέρεια να δεχθή το ως άνω ποσόν σε μερική εξόφληση και να επιδιώξη την είσπραξη του υπολοίπου στη διαιτησία.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής, ο τρίτος εναγόμενος διά της εταιρείας ..., η οποία ενεργούσε ως διαχειρίστρια του πλοίου της πρώτης εναγόμενης, κατέβαλε στην ενάγουσα, στις 4 και 12.10.2007, το ποσό των 177.560,16 δολλ. ΗΠΑ σε εξόφληση δουλευμένων ναύλων μετά τόκων, ως και τα έξοδα καθαρισμού του πλοίου. Ακολούθως, την 20.5.2008, επραγματοποιήθη στην ..., μεταξύ των εκπροσώπων του Υπουργείου Εμπορίου του ...
και των εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης, μεταξύ των οποίων οι δεύτερος και τρίτος των εναγόμενων, συνάντηση με σκοπό την οριστική διευθέτηση της διαφοράς που είχε δημιουργηθεί εκ της καθυστερημένης αποδόσεως του πλοίου, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Η εν λόγω συνάντηση έλαβε χώρα στο πλαίσιο της εκκρεμούς διαδικασίας που αφορούσε το πλοίο της ενάγουσας, ενώ η συντηρητική κατάσχεση των τραπεζικών λογαριασμών σε τράπεζες της ...
έλαβε χώρα στο πλαίσιο της αντιδικίας που ανέκυψε από την καθυστερημένη απόδοση του πλοίου της ενάγουσας. Η πρώτη εναγόμενη επέτυχε τη σύναψη συμφωνίας με τους εκπροσώπους του ... Δημοσίου δια την οριστική διευθέτηση των απαιτήσεων της εναγούσης δια το ποσό των 5.000.000 δολαρίων, η οποία τελούσε υπό την οριστική έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου του ....
Ακολούθως, την 22-5-2007, οι εναγόμενοι, οι οποίοι απέκρυψαν από την ενάγουσα τόσο το γεγονός ότι έλαβε χώρα στην ... συνάντηση δια την οριστική διευθέτηση της διαφοράς με εκπροσώπους της ... Κυβερνήσεως, όσο και την επίτευξη συμβιβασμού στο ποσό των 5.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, εκ των υστέρων, δια του άγγλου πληρεξουσίου δικηγόρου τους, ανεκοίνωσαν προς ταύτην τη γενόμενη συνάντηση και επληροφόρησαν ότι αυτή ωδηγήθη σε αδιέξοδο, διότι οι ...
δεν ανεγνώριζαν την απαίτησή της, εφ' όσον δεν ήτο εκκαθαρισμένη. Προς τούτο η πρώτη εναγόμενη, δια του από 22.5.2008 μηνύματός της επρότεινε στην ενάγουσα να συμβιβασθή σε ποσό μικρότερο των 800.000 δολλ. ΗΠΑ, αφήνοντας να εννοηθή ότι το ... Δημόσιο θα ήτο διατεθειμένο να συμβιβασθή σε μικρότερο ποσό, ενώ η ίδια προέβη και σε καταγγελία της συμβάσεως συνεργασίας και ούτως ελύθη η σύμβαση.
Μετά ταύτα, μεταξύ της εναγούσης και της πρώτης εναγόμενης, συνεχίσθησαν οι διαπραγματεύσεις δια την επίτευξη συμβιβαστικής λύσεως, οι οποίες, όμως δεν ωδήγησαν σε αποτέλεσμα, διότι εκρίθησαν οικονομικώς ασύμφορες εκ μέρους της εναγούσης. Την 12.7.2008 εγένετο ενημέρωση δια την έγκριση της συμφωνίας υπό του Υπουργικού Συμβουλίου του ...
και την 18.7.2008 κατεβλήθη στην πρώτη εναγόμενη το ποσό του συμβιβασμού. Ακολούθως στις 23- 7-2008, σε εκτέλεση των υποχρεώσεων της πρώτης εναγόμενης, ήρθη και η συντηρητική κατάσχεση των καταθέσεων που τηρούσε το ... Δημόσιο σε τραπεζικούς λογαριασμούς στη .... Στις 29-9-2009 περατώθηκε η διαιτητική διαδικασία δια της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως δια της οποίας εκρίθη ουσιαστικώς βάσιμος η απαίτηση της ενάγουσας και της επεδικάσθη αποζημίωση ποσού 454.300 δολλ.
ΗΠΑ, πλέον τόκων και εξόδων. Η ενάγουσα με την επανέναρξη της διαδικασίας απήτησε παρά της πρώτης εναγομένης τη χορήγηση εγγυήσεων δια την καταβολή του ποσού που θα επιδίκαζε η διαιτητική απόφαση, πλην η τελευταία ενέμεινε στην αρχική της θέση δια τη μη παροχή εγγυήσεων, επικαλεσθείσα τη φερεγγυότητα και την επαγγελματική τιμή του τρίτου εναγομένου....
Επί πλέον οι ίδιοι εναγόμενοι, με τον ίδιο δόλο και σκοπό επέτυχαν δια θετικών ενεργειών την παραπλάνηση της εναγούσης, πείθοντες αυτή να απόσχει της διεκδικήσεως εγγυήσεων, ισχυρισθέντες ότι θα καταβάλουν το ποσό αυτό και επικαλεσθέντες την φερεγγυότητα του τρίτου εναγομένου, ενώ τούτο δεν ήταν αληθές, εφόσον σκοπός αμφοτέρων ήτο η αποφυγή πληρωμής οιουδήποτε ποσού προς την ενάγουσα....
Επί πλέον οι εναγόμενοι, με σκοπό τη φαλκίδευση των οικονομικών συμφερόντων της εναγούσης δια της αποφυγής καταβολής οιουδήποτε ποσού εκ της ανωτέρω αιτίας, έχοντες ήδη λάβει το προϊόν του συμβιβασμού, κατά την επανέναρξη της διαιτητικής διαδικασίας ενέμειναν στην άρνησή τους προς παροχή των παρά της εναγούσης ζητηθεισών εγγυήσεων, επικαλεσθέντες ψευδώς ότι ο τρίτος εναγόμενος θα κατέβαλε οιονδήποτε ποσό, ενώ το αληθές ήτο ότι ο τελευταίος, παρά το γεγονός ότι τυγχάνει οικονομικώς φερέγγυο άτομο με σημαντική περιουσία, ουδέποτε επιθυμούσε να καταβάλει, οιονδήποτε ποσό στην ενάγουσα.
Προς τούτο κατέστησε αφερέγγυο την πρώτη εναγομένη, η οποία τουλάχιστον κατά το θέρος του 2008 διέθετε περιουσιακά στοιχεία, τουλάχιστον 5.000.000 δολλαρίων, προελθόντα από την καταβολή του ποσού του συμβιβασμού... Ως συνέπεια της ως άνω απατηλής, εντεύθεν αδικοπρακτικής, συμπεριφοράς των εναγομένων ήτο να υποστεί η ενάγουσα ζημία ύφους 530.917,34 δολλ.
ΗΠΑ, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό που επεδίκασε η διαιτητική απόφαση. Η τοιαύτη ζημία συνδέεται αιτιωδώς προς την προπεριγραφείσα συμπεριφορά των εναγομένων φυσικών προσώπων..." Υπό τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου υφίσταται ο αναγκαίος για τη θεμελίωση ευθύνης από αδικοπραξία, κατά τα άρθρα 914 και 919 ΑΚ, πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, όπως αυτή παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, και της επελθούσας στην ενάγουσα ζημίας, εκ της αδυναμίας της να ικανοποιήσει, δια της αναγκαστικής εκτελέσεως, την απαίτησή της, την οποία θα ικανοποιούσε αν δεν είχε παραπλανηθεί από τους εναγομένους και είχε εμείνει στο αίτημά της για παροχή εγγυήσεων, το οποίο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και θα ικανοποιείτο, όπως εμμέσως, πλην σαφώς δέχεται το Εφετείο.
Επομένως, ο πέμπτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, λόγος του αναιρετηρίου, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι, υπό τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η συμπεριφορά της ενάγουσας να αποδεχθεί την υπό του τρίτου εναγομένου προσφερθείσα προσωπική εγγύηση δι' επικλήσεως της επαγγελματικής τιμής τούτου και να πιστέψει στο κύρος και την υπόληψη αυτού, κρινόμενη με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, δεν αποτελεί πταίσμα και δεν δύναται να καταλογισθεί σε βάρος της κατά το άρθρο 300 ΑΚ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στο άρθρο 300 ΑΚ, το οποίο και δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή. Επομένως, ο έκτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, λόγος του αναιρετηρίου, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ο ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των.
Ο λόγος δε αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (στο διατακτικό της απόφασης), δηλαδή παραδεκτών και νομίμων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 11 γ' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο: 1) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων: α) ότι ο μάρτυρας Ε. Μ. παραδέχθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι εκείνος σταμάτησε τις κινήσεις εξασφάλισης της απαίτησης της ενάγουσας για λόγους σκοπιμότητας και β) ότι η εναγομένη "...
LTD" είχε από το Δεκέμβριο του 2008, δηλαδή μετά την επανέναρξη της διαιτητικής διαδικασίας, κατάθεση στη λειτουργούσα στην Ελλάδα τράπεζα ... ύψους 928.619 δολ. ΗΠΑ, η οποία υπερκάλυπτε την επιδικασθείσα απαίτησή της και 2) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι εναγόμενοι για την απόδειξη των ως άνω ισχυρισμών τους.
Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, διότι τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνουν αυτοτελείς ισχυρισμούς (πράγματα), κατά δε το δεύτερο σκέλος του είναι αόριστος, αφού δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα που το Εφετείο φέρεται ότι δεν έλαβε υπόψη. Αν εκτιμηθεί ότι δεν λήφθηκε υπόψη η κατάθεση του μάρτυρα Ε.
Μ., ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και μνημονεύει ρητά στη απόφασή του την κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, για το σύνολο της αναιρετικής διαδικασίας σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την γενόμενη με την υπ' αριθ. 94/2018 Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κλήση της δεύτερης αναιρεσίβλητης "... LTD".-
Απορρίπτει την από 31 Ιουλίου 2014 αίτηση των Γ. Λ. και Ν. Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 957/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.-
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ