Legislator Case Law & Legislation
1166/2018 AI generated

Supreme Court allows state appeal against labor court, overturning illegal wage differences and remanding case.

Case Number 1166/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the State's appeal against the First Instance Court's judgment, which had ordered the State to pay illegal wage differences to former employees. The court found that the lower court incorrectly applied unjust enrichment laws to a situation where the State had illegally hired workers for permanent positions under temporary contracts. Consequently, the appeal was partially allowed, the case was remanded for retrial, and the State was awarded court costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 103(8) of the Constitution; Art. 904 of the Civil Code: The State cannot unilaterally convert fixed-term public employment contracts into permanent ones or pay retroactive wages for positions it lacked the legal authority to fill, and such claims must be adjudicated based on the specific nature of the employment relationship rather than unjust enrichment.

Keywords

AI generated
public employment law illegal wage differences unjust enrichment fixed-term contracts State liability labor relations remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Art. 103(8) of the Constitution
Art. 21 of Law 2190/1994
Art. 904 of the Civil Code
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Art. 22 of Law 3696/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1166 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1166/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Μαρίας Οικονόμου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ι. Α. του Π., κατοίκου ..., 2) Π. Π. του Χ., κατοίκου ... 3) Η. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 4) Τ. Α. του Μ., κατοίκου ..., 5) Α. Π. του Α., κατοίκου ... 6) Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ... 7) Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 8) Σ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 9) Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 10) Α. Π. του Σ., κατοίκου ... 11) Π. Κ. του Τ., κατοίκου ... και 12) Β. Η. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Ασημακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 2806/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2484/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-6-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).

Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.

Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/ 2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ. 2 του ν. 4052/2012).

Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Σύμφωνα με την εξαίρεση και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι εργαζόμενοι που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτών, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη, με την οποία είχαν προσληφθεί.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους". Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017).

Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία σε σχέση με το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος) ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΚ 904), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο (ΑΠ 110/2017).

Κατά μείζονα λόγο αυτό ισχύει στις περιπτώσεις των συμβάσεων επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας. Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/ 1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 260/2012).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

2.Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι με την 30416/4-7-2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και ακολούθως με την 8529/204/27-2-2009 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, που εκδόθηκαν μετά τις ...-3-2006 και .../17-2-2009, αποφάσεις του ΔΣ του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), αντίστοιχα και κατ' εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθρο 20 παρ.1 και 15 ν. 2639/1998, καταρτίσθηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στον τομέα του πολιτισμού, διάρκειας δώδεκα μηνών και δεκαοκτώ μηνών, αντίστοιχα, από άνεργους νέους ηλικίας 22 έως 40 ετών, για συνολικά 3.300 θέσεις με την πρώτη απόφαση και 2.000 θέσεις με τη δεύτερη.

Δικαιούχος φορέας υλοποίησης του προγράμματος ορίστηκε το Υπουργείο Πολιτισμού και οι εποπτευόμενοι φορείς αυτού και υπεύθυνος φορέας για την υλοποίηση, διαχείριση, παρακολούθηση, αξιολόγηση και έλεγχο του προγράμματος ορίστηκε ο ΟΑΕΔ. Ότι με τις ως άνω αποφάσεις, ορίστηκε ότι ο ΟΑΕΔ θα καταβάλλει σε κάθε ασκούμενο για κάθε ημέρα και συνολικά όχι πλέον των 22 ημερών ανά μήνα, 30 ευρώ ημερησίως μικτά για τους πτυχιούχους ΑΕΙ, ΤΕΙ ή ισότιμων τίτλων και 25 ευρώ ημερησίως μικτά για τους διπλωματούχους ΙΕΚ, απόφοιτους λυκείου γενικής εκπαίδευσης, αποφοίτους ΤΕΛ, ΕΠΑΛ, ΤΕΕ Β' κύκλου ή ισότιμων τίτλων σπουδών.

Ότι στα πλαίσια των παραπάνω προγραμμάτων, καταρτίσθηκαν μεταξύ των εναγόντων του ΟΑΕΔ και διαφόρων εφορειών αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, συμφωνητικά συνεργασίας διάρκειας δώδεκα μηνών, με βάση το πρώτο πρόγραμμα και δεκαοκτώ μηνών, με βάση το δεύτερο πρόγραμμα και ότι σε εκτέλεση των εν λόγω συμφωνητικών συνεργασίας οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στις ακόλουθες εφορείες αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού (που αποτελούν υπηρεσίες του εναγομένου), με τους νομίμους εκπροσώπους (διευθυντές) των οποίων συνυπέγραψαν τα δύο συμφωνητικά συνεργασίας.

Ότι ειδικότερα απασχολήθηκε 1) ο πρώτος ενάγων, ως φύλακας ΠΕ αρχαιοτήτων ..., στη ..., κατά τα χρονικά διαστήματα από 10-4-2007 έως 31-12-2008 και από 13-4-2009 έως 12-10-2010, 2) η δεύτερη ενάγουσα, ως φύλακας ΤΕ αρχαιοτήτων του αρχαιολογικού μουσείου Καβάλας, στη ... Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Καβάλας, κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-6-2007 έως 1-12-2008 και από 13-4-2009 έως 12-10-2010, 3) ο τρίτος ενάγων, ως φύλακας ΤΕ αρχαιοτήτων των αρχαιολογικών χώρων και του μουσείου ..., στη ...

Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Καβάλας, κατά τα χρονικά διαστήματα από 2-4-2007 έως 31-12-2008 και από 13-4-2009 έως 20-10-2010, 4) η τέταρτη ενάγουσα, ως φύλακας ΤΕ αρχαιοτήτων των αρχαιολογικών χώρων και του μουσείου ..., στη ... Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Καβάλας, κατά τα χρονικά διαστήματα από 2-4-2007 έως 31-12-2008 και από 13-4-2009 έως 12-10-2010, 5) η πέμπτη ενάγουσα, ως φύλακας ΔΕ αρχαιοτήτων των αρχαιολογικών μουσείων Δράμας και ..., στην ...

Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Καβάλας, κατά τα χρονικά διαστήματα από 2-4-2007 έως 31-12-2008 και από 13-4-2009 έως 12-10-2010, 6) η έκτη ενάγουσα, ως φύλακας ΔΕ αρχαιοτήτων του αρχαιολογικού μουσείου Καβάλας, στη ... Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Καβάλας, κατά τα χρονικά διαστήματα από 28-6-2007 έως 31-12-2008 και από 13-4-2009 έως 12-10-2010, 7) η έβδομη ενάγουσα, ως φύλακας ΔΕ του αρχαιολογικού χώρου και του μουσείου ...

και του αρχαιολογικού μουσείου Καβάλας, στη ... Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Καβάλας, κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-6-2007 έως 31-12-2008 και από 13-4-2009 έως 12-10-2010, 8) η όγδοη ενάγουσα, ως φύλακας ΔΕ αρχαιοτήτων του αρχαιολογικού χώρου και του μουσείου ..., στη ... Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Καβάλας, κατά τα χρονικά διαστήματα, από 28-6-2007 έως 31-12-2008 και από 13-4-2009 έως12-10-2010, 9) η ένατη ενάγουσα, ως φύλακας ΔΕ του αρχαιολογικού μουσείου Αίγινας, στη ...

Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, κατά τα χρονικά διαστήματα από 29-6-2007 έως 31-12-2008 και από 6-4-2009 έως 6-10-2010, 10) η δέκατη ενάγουσα, ως φύλακας ΔΕ αρχαιοτήτων του αρχαιολογικού χώρου ..., στη ... Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Καρδίτσας, κατά τα χρονικά διαστήματα από 18-4-2007 έως 31-12-2008 και από 13-4-2009 έως 12-10-2010, 11) η ενδέκατη ενάγουσα, ως φύλακας ΔΕ του αρχαιολογικού χώρου ..., κατά τα χρονικά διαστήματα από 2-5-2007 έως 31-12-2008 και από 13-4-2009 έως 10-11-2010 και 12) ο δωδέκατος ενάγων, ως φύλακας ΔΕ των αρχαιολογικών χώρων και μουσείων ...

στη ... Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, κατά τα χρονικά διαστήματα από 2-4-2007 έως 31-12-2008 και από 6-4-2009 έως 5-10-2010. Ότι παρά το τυπικό περιεχόμενο των συμφωνητικών συνεργασίας, τα οποία έκαναν λόγο για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στην πραγματικότητα οι ενάγοντες κατά τον παραπάνω χρόνο απασχόλησης τους προσέφεραν στο εναγόμενο υπηρεσίες προστασίας των αρχαιολογικών χώρων και μουσείων και εξυπηρέτησης των επισκεπτών τους, εκτελώντας τα ίδια καθήκοντα με τους μόνιμους και αορίστου χρόνου υπαλλήλους - φύλακες αρχαιοτήτων του εναγόμενου, υπό τις οδηγίες, την εποπτεία και τον έλεγχο των αρχιφυλάκων των αρχαιολογικών χώρων και μουσείων και των προϊσταμένων των παραπάνω εφορειών αρχαιοτήτων και με αμοιβή 660 ευρώ μηνιαίως, οι τέσσερεις πρώτοι και 550 ευρώ μηνιαίως οι λοιποί.

Ότι η απασχόληση με τη φύλαξη αρχαιολογικών χώρων και μουσείων, από τη φύση της, δεν απαιτεί ούτε απόκτηση ειδικών γνώσεων και ικανοτήτων ούτε ιδιαίτερη εκπαίδευση, γι' αυτό η τριετής απασχόληση των εναγόντων, ως φυλάκων σε τέτοιους χώρους δεν δύναται να θεωρηθεί ότι είχε ως σκοπό την επαγγελματική κατάρτισή τους.

Ότι από τη φύση και τον τρόπο εκτέλεσης των ανωτέρω καθηκόντων, σε συνδυασμό με το ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα που διήρκεσε η άσκησή τους, καθίσταται προφανές ότι η σχέση που συνέδεε αυτούς με το εναγόμενο είχε τα χαρακτηριστικά όχι μαθητείας, αλλά εξαρτημένης εργασίας. Ότι οι επίμαχες συμβάσεις, έστω και εάν επιγράφονταν ως μαθητείας, λειτούργησαν στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, πλην όμως άκυρες, λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του νόμου, με συνέπεια να δημιουργείται απλή σχέση εργασίας και οι ενάγοντες να δικαιούνται, κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα που απασχολήθηκαν στο εναγόμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, τη νόμιμη αμοιβή που αυτό θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και υπό τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν οι ενάγοντες γνώριζαν την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας.

Τέλος, δέχθηκε το εφετείο ότι, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, οι ενάγοντες δικαιούνται διαφορές αποδοχών μεταξύ εκείνων που κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα λάμβαναν οι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου και αυτών που έλαβαν οι ενάγοντες, καθώς και ευθέως από τις διατάξεις των νόμων που τα προβλέπουν, τα επιδόματα εορτών και αδείας, συνολικού ποσού 10.932,50 ευρώ ο πρώτος, 9.748 ευρώ η δεύτερη, 9.869,80 ευρώ ο τρίτος, 9.748 ευρώ η τετάρτη, 8.964 ευρώ η καθεμιά από τις πέμπτη, έκτη, εβδόμη, ογδόη, ενάτη, δεκάτη και δωδέκατο των εναγόντων και 9.342 ευρώ η ενδεκάτη.

Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκανε δεκτή την έφεση του εναγομένου και αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 2806/2013 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία κατά μερική παραδοχή της αγωγής ως προς την κυρία βάση της είχε αναγνωριστεί ότι έκαστος των εναγόντων εξακολουθεί να συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και να καταβάλει τα άνω ποσά, δέχθηκε (το εφετείο) ότι η αγωγή είναι νόμιμη μόνο ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, οπότε, δικάζοντας εκ νέου επί της αγωγής κατά τη βάση αυτή, τη δέχθηκε εν μέρει και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα ίδια ποσά που είχε επιδικάσει και το πρωτοβάθμιο, µε το νόμιμο τόκο (6% ετησίως) από την επίδοσή της.

3. Με την κρίση αυτή και με την επιδίκαση στους ενάγοντες διαφορών αποδοχών με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, το εφετείο παραβίασε αφενός τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, διότι, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω (σκέψη αρ.1), ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στις θέσεις, στις οποίες απασχόλησε ακύρως τους ενάγοντες και αφετέρου τις λοιπές διατάξεις που αναφέρονται στην ίδια σκέψη και ήσαν εφαρμοστέες, με εσφαλμένη υπαγωγή.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Περαιτέρω, το εφετείο για να καταλήξει στην κρίση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες με το εναγόμενο είχε τα χαρακτηριστικά της εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς, έστω και αν επιγραφόταν ως σύμβαση μαθητείας, στην πραγματικότητα λειτούργησε ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, πλην όμως άκυρης, με συνέπεια να δημιουργείται απλή σχέση εργασίας, περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες.

Επομένως, ο ίδιος λόγος της αίτησης κατά το πρώτο μέρος του, κατ' εκτίμηση του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι [δήθεν] στερείται επαρκούς αιτιολογίας ως προς το νομικό χαρακτηρισμό του ενοχικού δεσμού από σύμβαση μαθητείας σε απλή σχέση εργασίας, είναι αβάσιμος.

4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος που επιδίκασε τις μη δικαιούμενες διαφορές αποδοχών στον καθένα από τους εναγόντες για το αντιστοίχως ένδικο χρονικό διάστημα και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3), προκειμένου να κριθεί εκ νέου η αγωγή, να απορριφθεί ως προς το κεφάλαιο περί καταβολής διαφορών αποδοχών και να εκκαθαρισθούν οι αξιώσεις των εναγόντων για καταβολή επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας, τα οποία οφείλονται εκ του νόμου σε όλες τις περιπτώσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3696/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2484/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. -Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2018. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ