Legislator Case Law & Legislation
1166/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment due to vague claims regarding pension amounts.

Case Number 1166/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the lower court's judgment regarding liability for damages. The court found the appellant's arguments concerning the reduction of compensation amounts to be vague and insufficiently specific. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the claims failed to meet the legal requirement for clarity.

Legislator headnote

AI generated

Articles 19(5) of Law 489/1976 and 559(8) of the Code of Civil Procedure; The court must reject an appeal based on vague claims that fail to specify the exact amounts involved, as legal proceedings require precise and determinate assertions to be considered valid.

Keywords

AI generated
vague legal claim inadmissible appeal specific amount requirement insurance liability pension deduction code of civil procedure supreme court review

Cited Legislation

AI generated
Article 19(5) of Law 489/1976
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1166 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1166/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χας Θ. Β., το γένος Β. Κ., 2) Α. Β. του Θ., 3) Π. συζ. Α. Β., το γένος Φ. Ε., 4) Θ. Β. του Α., 5) Δ. Β. του Α., εκπροσωπούμενης από τους ασκούντες τη γονική της μέριμνα γονείς της Α. Β. και Π. συζ. Α. Β., 6) Α. συζ. Ν. Π., το γένος Θ. Β., 7) Ν. Π. του Ε., 8) Ε. Π. του Ν., 9) Π. Π. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Τζανάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 10) Μ. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-2008 αγωγή του ήδη 10ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάστηκε με την από 20-10-2008 αγωγή των ήδη εννέα (9) πρώτων αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 12-1-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2015 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-11-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 20-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 10/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης και την απόρριψη του πρώτου λόγου αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη.

Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στην οποία προστέθηκε δεύτερο εδάφιο με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, "σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, το μεν αναιρεσείον παραστάθηκε διά δηλώσεως της πληρεξούσιας δικηγόρου του Αργυρούς Γρατσία - Πλατή, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι δε αναιρεσίβλητοι από τον αριθμό 1 έως 9 παραστάθηκαν διά δηλώσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γρηγορίου Τζανάκη, κατά την ίδια ως άνω διάταξη.

Ο δέκατος αναιρεσίβλητος Μ. Π. δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως και τη συζήτησή της και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Οι επισπεύδοντες τη συζήτηση εννέα πρώτοι αναιρεσίβλητοι δεν προσκομίζουν έκθεση επιδόσεως από την οποία να προκύπτει η επίδοση προς αυτόν ακριβούς αντιγράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο.

Επομένως, δεδομένου ότι δεν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτόν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, λόγο έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί του αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1998, ΑΠ 1004/2015), αλλά και όταν το Δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Με την παρ. 5 του άρθρου 19 του Ν. 489/1976, που προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ. 3 του ΠΔ/τος 264/1991 και αποτελεί υλοποίηση της υπ’ αριθμ. 84/5/ΕΟΚ αρ. 1 παρ. 44 εδ. α’ Οδηγίας, ορίζεται για λόγους οικονομικής ελαφρύνσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου ότι: "Η αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου περιορίζεται στη συμπλήρωση του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης για την αιτία αυτή στον ζημιωθέντα".

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ο επικουρικός χαρακτήρας της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, με την έννοια ότι, στο μέτρο που ο παθών και γενικά ο δικαιούχος από τη διαπραχθείσα αδικοπραξία, δικαιούται να καλύψει τη ζημία του από ασφαλιστικό ταμείο ή άλλο οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, επέρχεται ισόποση απαλλαγή του Επικουρικού Κεφαλαίου.

Με την ειδική αυτή ρύθμιση του νόμου εκτοπίζεται η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, στην περίπτωση που αυτή θα ήταν εφαρμοστέα, με την οποία ο νομοθέτης, για να αποτρέψει την ανεπιεική λύση της απαλλαγής (ολικής ή μερικής) του ζημιώσαντος, εισάγει ειδικά για τις περιπτώσεις υποχρέωσης αποζημιώσεως ένεκα θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου των άρθρων 928 και 929 ΑΚ, εξαίρεση από την αρχή του καταλογισμού των ωφελειών ή συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους (Ολ.ΑΠ 807/1973) και η οποία προβλέπει την αθροιστική απόληψη της αποζημιώσεως από το Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο την οφείλει στο δικαιούχο, με βάση το άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. 489/1976, και της παροχής, την οποία, για την ίδια αιτία, οφείλει στο δικαιούχο, ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης.

Ως τέτοιος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης νοείται και το Δημόσιο π.χ. όταν καταβάλει νοσήλια στον ασφαλισμένο παθόντα του (ΑΠ 158/2006). Ο εισαγόμενος με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976 περιορισμός, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προβληθεί νομίμως ισχυρισμός από το νομιμοποιούμενο προς τούτο Επικουρικό Κεφάλαιο.

Η προβολή αυτή δύναται να γίνει το πρώτον στο Εφετείο υπό τους όρους του άρθρου 527 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η ανάκληση της άδειας λειτουργίας του αρχικώς εναχθέντος ασφαλιστή και η συνακόλουθη υποκατάσταση του Επικουρικού Κεφαλαίου έλαβε χώρα μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως ή μετά την άσκηση εφέσεως από τον ασφαλιστή, οπότε η προβολή του σχετικού ισχυρισμού από το άρθρο 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976, μπορεί να γίνει από το υπεισερχόμενο αυτοδικαίως στη δίκη Επικουρικό Κεφάλαιο με τις έγγραφες προτάσεις που καταθέτει στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της εφέσεως, που περιέχουν κατά τούτο πρόσθετο λόγο εφέσεως παραδεκτώς προβαλλόμενο, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 674 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 681Α’ του ΚΠολΔ.

Επομένως, σε μία τέτοια περίπτωση, εφόσον προβάλλεται σχετικός ισχυρισμός από το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο, για συνδρομή των όρων του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976, πρέπει να γίνεται αφαίρεση από την οφειλόμενη από το Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημίωση, κατά το άρθρο 929 ΑΚ, κάθε ποσού, το οποίο, με την ίδια αιτία, δικαιούται ο δικαιούχος να αξιώσει από το ασφαλιστικό ταμείο ή άλλο οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης (ΑΠ 671/2013, ΑΠ 34/2012, ΑΠ 332/2011, ΑΠ 158/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 10/2015 απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: "Την 11-2-2007 και περί ώρα 13:05, ο Θ. Β., οδηγώντας το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, στο οποίο συνεπέβαινε η σύζυγός του, Ε.

Β., εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση προς .... Κατά τον άνω χρόνο, η Σ. Κ., οδηγώντας το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, προστηθείσα στην οδήγησή του από τον Ε. Κ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... - ... ΑΕΕΓΑ", στις υποχρεώσεις της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει εκ του νόμου το Επικουρικό Κεφάλαιο μετά την οριστική ανάκληση της άδειάς της, εκινείτο στην ίδια ως άνω επαρχιακή οδό, έμπροσθεν του οχήματος που οδηγούσε ο Θ.

Β.. Όταν η ανωτέρω οδηγός πλησίαζε στο ύψος του αρτοποιείου Λ., που βρίσκεται αριστερά σε σχέση με την πορεία της, επεχείρησε αριστερή ως προς την πορεία της στροφή, προκειμένου να εισέλθει στον προαύλιο χώρο του φούρνου, ωστόσο, όμως, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως αν μπορούσε να πράξει τούτο με ασφάλεια και χωρίς να δημιουργήσει πρόβλημα στους λοιπούς χρήστες της οδού, με αποτέλεσμα να φράξει την πορεία του κινούμενου επί της άνω οδού και στο αντίθετο ρεύμα πορείας (προς …), αυτοκινήτου με αρ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ που οδηγούσε ο Μ. Π., ο οποίος επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του οχήματός του στο δεξιό οπίσθιο μέρος του φορτηγού που οδηγούσε η Σ. Κ.. Κατόπιν της άνω σύγκρουσης των δύο οχημάτων, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Μ. Π. εξετράπη της πορείας του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, φράσσοντας έτσι την πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε, κανονικά, ο Θ.

Β., ο οποίος αιφνιδιασθείς από την είσοδο του άνω αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του, δεν μπόρεσε να προβεί σε οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του στην εμπρόσθια και πλάγια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του Μ. Π.. Συνεπεία της άνω σύγκρουσης, ο Θ.

Β. τραυματίσθηκε θανάσιμα, υποστάς τραυματική ρήξη σπληνός και ήπατος, οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα στο ύψος του αριστερού νεφρού, τραυματική ρήξη αριστερού θόλου διαφράγματος και αιμοθώρακα αριστερού ημιθωρακίου καθώς και κάταγμα αρ. μηριαίου οστού. Επιπλέον, προκλήθηκαν εκτεταμένες υλικές ζημιές στα άνω συγκρουσθέντα οχήματα.

Ο τραυματισθείς μεταφέρθηκε στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Χανίων "ο ...", όπου απεβίωσε την ίδια ημέρα λόγω της ολιγαιμικής καταπληξίας που υπέστη συνεπεία των άνω σωματικών κακώσεων, στα σπλάγχνα, στον θώρακα, την κοιλία και τον αριστερό μηρό (βλ. υπ’ αρ. πρωτ. ...2-4-2008 ιατροδικαστικό πρωτόκολλο του ιατροδικαστή Σ.

Μ. του Γ.Ν. Χανίων). Βάσει των άνω εκτεθέντων, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, Σ. Κ., η οποία δεν οδηγούσε με την σύνεση και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, και συγκεκριμένα επεχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά, προκειμένου να εισέλθει στον προαύλιο χώρο αρτοποιείου, χωρίς όμως προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει τούτο, χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, λαμβάνοντας υπόψιν τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους (παράβαση των διατάξεων των άρθ. 12 § 1, 21 § 1, 23 § 2γ ν. 2696/ 1999 Κ.Ο.Κ.), με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με αρ. ...

ΙΧΕ κινούμενου οχήματος που οδηγούσε ο Μ. Π., την διέλευση του οποίου, όμως, επιδεικνύοντας την δέουσα οδηγική συμπεριφορά, όφειλε να επιτρέψει. Ο οδηγός του με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Μ. Π., δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε υπαιτιότητα, καθόσον οδηγούσε το όχημά του κανονικά, στο ρεύμα κυκλοφορίας του, έστω και με αυξημένη ταχύτητα (περί τα 80 χ/τρα) η οποία αποτελεί μεν παράβαση της σχετικής διάταξης του Κ.Ο.Κ., ωστόσο, όμως, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, αφού αυτή καθ’ εαυτή η άνω παράβαση, αν δεν μεσολαβούσε η άνω ασύνετη κυκλοφοριακή συμπεριφορά της οδηγού του υπ’ αρ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, δεν ήταν ικανή να επιφέρει το εν λόγω αποτέλεσμα (ΑΠ 1136/2014 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, ο άνω οδηγός δεν μπορούσε να προβεί σε οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό ή πέδηση, προς αποφυγή της σύγκρουσης, καθόσον αυτή οφείλεται στην αιφνίδια και ανέλεγκτη κίνηση της οδηγού του με αρ. κυκλοφορίας ...

ΙΧΦ αυτοκινήτου, Σ. Κ. κρινόμενης ως τέτοιας, διότι αν η άνω οδηγός είχε ενεργήσει συνετά και με προσοχή, μειώνοντας προοδευτικά την ταχύτητα του οχήματός της, και ελέγχοντας την κίνηση των οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με δεδομένο ότι στο σημείο εκείνο της οδού, η ορατότητα είναι απεριόριστη στα 200 μ., οπωσδήποτε θα έβλεπε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Μ.

Π., το οποίο μάλιστα κινούνταν με αυξημένη ταχύτητα, και θα ανέμενε την διέλευσή του, πριν επιχειρήσει τον ελιγμό της προς τα αριστερά για να εισέλθει στον προαύλιο χώρο του αρτοποιείου. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ότι συνυπαίτιοι στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος είναι αμφότεροι οι οδηγοί των υπ’ αρ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΦ και ... ΙΧΕ οχημάτων, Σ. Κ. και Μ. Π., σε ποσοστό 80% και 20% αντίστοιχα, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, γενόμενου δεκτού ως και κατ’ ουσίαν βάσιμου του δευτέρου λόγου έφεσης της εκκαλούσας Εθνικής ΑΕΕΓΑ, απορριπτομένου ως αβάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης του εκκαλούντος Επικουρικού Κεφαλαίου".

Και με τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την έφεση του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου.

Το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις την έφεση του αναιρεσείοντος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ και του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, για την αποκλειστική υπαιτιότητα της Σ.

Κ. στον ένδικο θανάσιμο τραυματισμό του Θ. Β. και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαιτιότητος της προαναφερόμενης και της αιτιώδους συνάφειας αποκλειστικά αυτής με τον προκληθέντα θανάσιμο τραυματισμό, αλλά και της ελλείψεως οποιασδήποτε αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς του Μ.

Π. και του επελθόντος θανάσιμου τραυματισμού του Θ. Β.. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεώς του κατά το πρώτο τμήμα του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως κατά το ως άνω τμήμα του.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων στην προκείμενη περίπτωση κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ και του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί αρκούντως η ανυπαρξία υπαιτιότητος του προαναφερθέντος οδηγού Μ.

Π. στο ζημιογόνο αποτέλεσμα. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το δεύτερο τμήμα του ίδιου ως άνω (δευτέρου) λόγου της αναιρέσεως, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, αναφορικά με την αιτηθείσα από την πρώτη ενάγουσα - πρώτη αναιρεσίβλητη αποζημίωση, λόγω στερήσεως της διατροφής της, εξ αιτίας του θανάτου του συζύγου της κατά το ένδικο ατύχημα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε τα εξής: "Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα της α’ αγωγής, είναι η νόμιμη σύζυγος του αποβιώσαντος στο ένδικο ατύχημα, Θ.

Β., με τον οποίο τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο μη λυθέντα στις 26-11-1963. Ο αποβιώσας κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ηλικίας περίπου 72 ετών (γεννηθείς το έτος 1935). Με δεδομένη την κατάσταση της υγείας του (συμφώνως με το υπ’ αρ. ...2-4-2008 ιατροδικαστικό πρωτόκολλο του ιατροδικαστή Σ. Μ., είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στο θώρακα και την κοιλιά κατά την οποία έγινε σπληνεκτομή, ενώ στις στεφανιαίες αρτηρίες εμφάνιζε στένωση της τάξης του 90%, δυνάμενης να αντιμετωπισθεί με ενδεδειγμένη θεραπεία) και την φυσική κατάστασή του, συμφώνως με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα στατιστικά δεδομένα περί του προσδόκιμου ζωής των ανδρών στην Ελλάδα, αν δεν μεσολαβούσε το ατύχημα, θα ζούσε ακόμη δέκα έτη, δηλ.

ως 19-2-2017. Κατά τον χρόνο το θανάτου του ήταν συνταξιούχος του Ελληνικού Δημοσίου (πολιτικό προσωπικό Ναυστάθμου Κρήτης), με συντάξιμες αποδοχές ανερχόμενες ετησίως (συνυπολογιζόμενων επιδομάτων, εορτών, άδειας κ.λπ.) στο ποσό των 12.564,44 € και μηνιαίως στο ποσό των 1.047,03 € (12.564,44 =12). Άλλα εισοδήματα δεν είχε ο αποβιώσας και δεν επιβαρυνόταν με την διατροφή τρίτων προσώπων.

Η σύζυγός του, πρώτη ενάγουσα της Α’ αγωγής ηλικίας κατά το χρόνο συζήτησης της παρούσας υπόθεσης 69 ετών, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους δεν εργαζόταν, συνεισέφερε στις οικογενειακές τους ανάγκες μόνο με την προσφορά των προσωπικών της υπηρεσιών που αποτιμώνται σε χρήμα, ασχολούμενη αποκλειστικά με τα οικιακά.

Άλλα εισοδήματα δεν είχε ενώ επιπλέον δεν επιβαρυνόταν με τη διατροφή τρίτων προσώπων. Οι σύζυγοι διέμεναν σε ιδιόκτητη οικία, απαλλασσόμενοι δαπανών στέγασης. Οι οικογενειακές τους ανάγκες ήταν οι συνήθεις ενός ζευγαριού της ηλικίας τους. Έτσι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η συνεισφορά του θανόντος στην αντιμετώπιση των οικογενειακών του αναγκών ήταν η σύνταξη του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία εκείνος λάμβανε και η συνεισφορά της πρώτης ενάγουσας της Α’ αγωγής ήταν η παροχή των προσωπικών της υπηρεσιών στη συζυγική οικία, αξίας 300 ευρώ μηνιαίως.

Με βάση, συνεπώς, τις οικογενειακές ανάγκες των δύο συζύγων και το συσχετισμό των οικονομικών τους δυνάμεων, ήτοι 1.047,03 ευρώ του συζύγου και 300 της συζύγου, προκύπτει στη συγκεκριμένη περίπτωση διαφορά υπέρ της τελευταίας, υπό την έννοια ότι ο θανατωθείς είχε μεγαλύτερη συνεισφορά, και ως εκ τούτου θεμελιώνεται αντίστοιχα δικαίωμα αυτής να αξιώσει αποζημίωση για στέρηση της διατροφής της, εξ αιτίας του εκ του ατυχήματος θανάτου αυτού, για το χρονικό διάστημα από τις 19-2-2007 που συνέβη το ατύχημα έως και τις 19-2-2017 που πιθανότατα θα ζούσε ο σύζυγός της.

Η διατροφή για την πρώτη διετία από το ατύχημα ανέρχεται μηνιαίως σε ποσό 600 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενη περαιτέρω ανά διετία κατά ποσοστό 5%, ενόψει της αύξησης του κόστους ζωής ως εξής: α) από 19-2-2007 έως 18-2-2009 σε ποσό 600 ευρώ μηνιαίως, β) από 19-2-2009 έως 18-2-2011 σε ποσό 630 ευρώ μηνιαίως, γ) από 19-2-2011 έως 18-2-2013 σε ποσό 661,50 ευρώ μηνιαίως, δ) από 19-2-2013 έως 18-2-2015 σε ποσό 694,57 ευρώ μηνιαίως και ε) από 19-2-2015 έως 18-2-2017 σε ποσό 729,30 ευρώ μηνιαίως.

Η πρώτη ενάγουσα της α’ αγωγής κατά την συζήτηση αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προσκόμισε το ενημερωτικό σημείωμα της Γενικής Διεύθυνσης Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, από το οποίο προκύπτει ότι έλαβε σύνταξη λόγω του θανάτου του συζύγου της, κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2011 ως 30-9-2011, ποσών, 877,36 €, 677,36 € και 677,36 € αντίστοιχα.

Τα ποσά αυτά, συμφώνως και με τα ανωτέρω εκτεθέντα, πρέπει να αφαιρεθούν από την οφειλόμενη από το Επικουρικό Κεφάλαιο, αποζημίωση, εν προκειμένω δε, τα άνω ποσά αφού υπερκαλύπτουν την οφειλόμενη από το Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημίωση, πρέπει το τελευταίο να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής αυτών.

Εσφαλμένως, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε τα άνω ποσά με την εκκαλούμενη απόφασή του, όπως βάσιμα παραπονείται το εκκαλούν Επικουρικό Κεφάλαιο με το σχετικό λόγο έφεσής του, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμος". Κατόπιν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφήρεσε από την οφειλόμενη από το αναιρεσείον αποζημίωση, τα ποσά που εδικαιούτο και έλαβε η πρώτη εκκαλούσα - πρώτη αναιρεσίβλητη από το Ελληνικό Δημόσιο για το χρονικό διάστημα από 1-7-2011 μέχρι 30-9-2011.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ήτοι της εφέσεως του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και της υπ’ αριθμ. 188/2012 αποφάσεως του ως άνω δικαστηρίου, προκύπτει ότι το αναιρεσείον, κατά τη συζήτηση, την 8-12-2011, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, των αγωγών:

των αναιρεσιβλήτων, του Μ. Π. και της παρεμπίπτουσας αγωγής της ασφαλιστικής εταιρείας "... ΑΕΕΓΑ", είχε προτείνει την ένσταση περιορισμού της ευθύνης του βάσει του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976, αναφέρθηκε δε κατά τα λοιπά στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε. Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των προτάσεων αυτών (8-12-2011), προκύπτει, ότι δεν αναφέρονται σ’ αυτές τα ποσά που εδικαιούτο ή έλαβε η πρώτη ενάγουσα από το Ελληνικό Δημόσιο.

Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ, που είχε προβάλει το αναιρεσείον, προκειμένου να προσκομισθεί βεβαίωση από τον ασφαλιστικό φορέα του αποβιώσαντος, από την οποία να προκύπτει το ύψος της σύνταξης που ελάμβανε η πρώτη ενάγουσα της πρώτης αγωγής, λόγω του θανάτου του συζύγου της, ως άνευ αντικειμένου, διότι εκείνη, κατά τη συζήτηση, με τις προτάσεις της, προσκόμισε το ενημερωτικό σημείωμα της Γενικής διεύθυνσης συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, από το οποίο προέκυπτε η σύνταξη που έλαβε κατά την περίοδο από 1-7-2011 έως 30-9-2011.

Επί πλέον, το ίδιο δικαστήριο διέλαβε σκέψη, ότι και αν ακόμη το αίτημα αυτό ήθελε εκτιμηθεί ως ένσταση κατά το άρθρο 19 παρ. 5 του ΠΔ 237/1986, θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της, διότι, για την πληρότητα της ένστασης αυτής, απαιτείται να αναφέρονται τα επί μέρους ποσά που έχει λάβει ο δικαιούχος (φύλλο 9 και 10 της αποφάσεως).

Με τους: τρίτο και τέταρτο λόγους της εφέσεώς του, το εκκαλούν - αναιρεσείον παραπονήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης, διότι απορρίφθηκε με αυτή το αίτημά του περί αναβολής της δίκης, αφού το ίδιο, δεν μπορούσε να γνωρίζει τα ποσά που εδικαιούτο και έλαβε η πρώτη ενάγουσα ως σύνταξη και διότι δεν αναφέρει η απόφαση το ποσό της σύνταξης που λαμβάνει αυτή, τα ποσά δε που αναφέρονται στο ενημερωτικό σημείωμα του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, καλύπτουν ένα πολύ μικρό μέρος του επιδίκου χρονικού διαστήματος.

Όπως όμως διατυπώθηκε ο σχετικός ισχυρισμός εκ μέρους του αναιρεσείοντος, ήταν πράγματι αόριστος, διότι δεν προσδιόρισε τα ποσά που εδικαιούτο ή έλαβε η πρώτη ενάγουσα από το Ελληνικό Δημόσιο ως σύνταξη, ώστε να απαλλαγεί ή να περιορισθεί κατ’ αυτά η σχετική υποχρέωσή του. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ως άνω, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976, δεν ηδύνατο δε να ληφθεί υπόψη και να γίνει αυτεπαγγέλτως ο περιορισμός της οφειλόμενης από το αναιρεσείον αποζημιώσεως, παρά μόνο κατόπιν προβολής νομίμου και ορισμένου ισχυρισμού.

Επίσης, το Εφετείο διέλαβε με την απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες σχετικά με την αφαίρεση των προαναφερθέντων ποσών για το χρονικό διάστημα από 1-7-2011 έως 30-9-2011 και η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον με τον πρώτο, κατά το πρώτο και τρίτο τμήμα του, λόγο της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Η αποδιδόμενη με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου αιτίαση της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, πρωτίστως και κυρίως λόγω αοριστίας του προβληθέντος, κατά τα άνω, σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως στο σύνολό του, όπως και η αναίρεση στο σύνολό της, να μη διαταχθεί όμως η εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 εδ.

ε’ ΚΠολΔ, εφόσον με την παρούσα απόφαση δεν κρίνεται τελειωτικά η βασιμότητα της ένδικης αίτησης αναιρέσεως για τον απολειπόμενο ως άνω αναιρεσίβλητο (ΑΠ 100/2015). Δικαστική δαπάνη σε βάρος του αναιρεσείοντος δεν επιβάλλεται λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος εκ μέρους των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης όσον αφορά τον αναιρεσίβλητο Μ. Ε. Π. και κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης από 3-11-2015 αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτό.

Και

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 10/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ