1166/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1166/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή η απαιτουμένη εικοσαετία προς συμπλήρωση του χρόνου της εκτάκτου χρησικτησίας αρχίζει από της εισαγωγής του ιδίου Κώδικος, εκτός εάν ο μακρότερος του προϊσχύσαντος δικαίου χρόνος συμπληρώνεται ενωρίτερα, οπότε η χρησικτησία συμπληρώνεται με την παρέλευση του χρόνου αυτού του προϊσχύσαντος δικαίου.
Full text
Απόφαση 1166 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1166/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Τ. του Ι., συζ. Α. Α., κατοίκου ..., 2. Ν. Τ.-Ρ., κατοίκου ... και 3. Δ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ατομικά και ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αρχικής ενάγουσας Β. χας Ι. Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αβραάμ Πασιπουλαρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Κασανδρείας-Χαλκιδικής, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο αυτού, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πολυγύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1157/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-11-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 30-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4 498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός την συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, αν εκλητεύθη νομίμως και εμπροθέσμως, σε αποφατική δε περίπτωση να κυρήξει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 3121γ'/ 18.5.2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητού στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …, την οποία προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την ως άνω δικάσιμο (6/4/2011) επεδόθησαν, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι, διά του πληρεξουσίου των δικηγόρου, επισπεύδουν την συζήτηση, στον αναιρεσίβλητο. Πλην όμως αυτός, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκε κατά την συζήτηση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την οικεία της σειρά στο πινάκιο, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ..
ΙΙ. Επειδή για την κτήση κυριότητος επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται κατά μεν τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 και 1 παρ.1 Κωδ.(7.39), 9 παρ.1 (βασ.50. 14), αδιάλειπτος νομή του πράγματος με καλή πίστη επί τριακονταετία, την οποία (καλή πίστη), όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20παρ. 12 πανδ.(5.8),27 πανδ.(18.1), 10, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 πανδ.(41.10) και 109 πανδ.(50.16),αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση, ότι δια της κτήσεως της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητος άλλου, κατά δε την διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ, ο χρόνος αυτός περιωρίσθη στην εικοσαετία, συνυπολογιζομένου, κατ' αμφότερα τα δίκαια, και του χρόνου νομής χρησικτησίας του προκατόχου του νομέως.
Προκειμένου δε περί εκτάκτου χρησικτησίας που άρχισε υπό το κράτος του προϊσχύοντος δικαίου και συμπληρώθηκε υπό τον Κώδικα, που δεν απαιτεί το στοιχείο της καλής πίστεως του νομέως, είναι απαραίτητη η ύπαρξη της καλής πίστεως για τον μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο (23/2/1946). Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 64 και 65 του Εισ.Ν.ΑΚ., οι περί χρησικτησίας διατάξεις του ΑΚ εφαρμόζονται από της εισαγωγής του και επί προαρξαμένης χρησικτησίας, μη συμπληρωθείσης μέχρι τότε.
Στην περίπτωση αυτή η απαιτουμένη εικοσαετία προς συμπλήρωση του χρόνου της εκτάκτου χρησικτησίας αρχίζει από της εισαγωγής του ιδίου Κώδικος, εκτός εάν ο μακρότερος του προϊσχύσαντος δικαίου χρόνος συμπληρώνεται ενωρίτερα, οπότε η χρησικτησία συμπληρώνεται με την παρέλευση του χρόνου αυτού του προϊσχύσαντος δικαίου.
Και κατά την διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, νομή, η οποία μπορεί να οδηγήσει και σε κτήση κυριότητος με χρησικτησία, είναι η φυσική εξουσία που ασκείται πάνω σε πράγμα με πρόθεση κυριότητος, δηλαδή με διάνοια κυρίου. Φυσική εξουσία είναι η άσκηση εξωτερικών εμφανών υλικών πράξεων επί του πράγματος που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται, ότι αυτό ευρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στην διάθεση του νομέα.
Εξάλλου, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της , καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο έχει εμβαδόν 6.662,49 τ. μ. κείται στην παραλία ... στη θέση "..." και συνορεύει ανατολικά με παραλία - αιγιαλό, δυτικά με δρόμο ασφαλτοστρωμένο που ανοίχθηκε το έτος 1980, και πέραν αυτού υπάρχουν ιδιοκτησίες όπως των αδελφών Γ., νότια και βόρεια με ακίνητα τα οποία ο εναγόμενος Δήμος ισχυρίζεται πως ανήκουν στην κυριότητα του.
Το επίδικο είναι επίπεδο και το έδαφος του είναι ως επί το πλείστον αμμώδες. Η έκταση αυτή όπως και οι κείμενες βορειοανατολικά και νότια κατά το μεγαλύτερο μέρος κατακλύζονταν από θαλάσσια νερά σε θύελλες και δεν εξουσιάζονταν από κάποιον κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, αλλά και μετά την απελευθέρωση του Ν.
Χαλκιδικής. Το έδαφος του επιδίκου δεν ήταν πρόσφορο για καλλιέργεια παρά μόνο μικρό τμήμα κείμενο δυτικά, αφού λόγω της συστάσεως του και της αλμύρας ευδοκιμούσαν μόνο πεύκα αρμυρίκια κλπ. Η περιοχή που κείται το επίδικο δεν κατοικείτο κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, αλλά και μεταγενέστερα. Το επίδικο σε αεροφωτογραφία του έτους 1960 εμφαίνεται γυμνό, καλυπτόμενο εν μέρει με θάμνους.
Δεν υπήρχαν ιδιοκτησίες παρά μόνο, εκεί κοντά υπήρχε πρόχειρη "παράγκα" όπου επισκευάζονταν ... . Ο Ι. Τ., σύζυγος της δεύτερης ενάγουσας και πατέρας των λοιπών, επαγγέλματος μικροπωλητής - γυρολόγος που γεννήθηκε το έτος 1903 στην ..., κατοικούσε μαζί με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη. Το έτος 1939-1940 που λόγω δυσχερών συνθηκών εξαιτίας του πολέμου η διαβίωση σε μεγάλες πόλεις ήταν δύσκολη, αυτός επέστρεψε στην ... .
Επειδή όμως δεν είχε κατοικία στο χωριό-συνοικισμό ..., έκτισε αυθαίρετα στο επίδικο ακίνητο ένα μικρό σπίτι αποτελούμενο από ένα δωμάτιο 25-30 τ.μ. περίπου, για να στεγάσει την οικογένεια του που αποτελείτο από τη σύζυγο του και τα τρία τους παιδιά. Έκτισε, επίσης, και ένα μικρό φούρνο. Για την εγκατάστασή του στο επίδικο δεν έλαβε άδεια από κάποιον ούτε έγινε αυτή βάσει δικαιώματος ή άτυπης αγοράς από τον Α.
Α. ο οποίος δεν είχε αγοράσει κατά την εποχή της τουρκοκρατίας έκταση παραλιακή στην οποία περιλαμβάνονταν το επίδικο, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Κατά την εγκατάσταση στο ακίνητο αυτό, δεν υπήρξε εκ μέρους τρίτου οποιαδήποτε εναντίωση ενόψει του ότι οι δύσκολες κατά τη χρονική αυτή στιγμή κοινωνικοοικονομικές συνθήκες επέβαλαν την ανοχή της πολιτείας, σε τέτοιου είδους ενέργειες πολιτών.
Ο Ι. Τ. σε μικρό τμήμα του ακινήτου αυτού που ήταν στο δυτικότερο σημείο, μακριά της θάλασσας και σχετικά επιδεκτικό καλλιέργειας, καλλιεργούσε εποχιακά λαχανικά με τα οποία τα δύσκολα εκείνα χρόνια διέτρεφε την οικογένειά του. Εκεί έζησε από το έτος 1940 έως το έτος 1950 - 1952, οπότε εγκατέλειψε το σπίτι και αναχώρησε πάλι για τη Θεσσαλονίκη όπου εγκαταστάθηκε οριστικά, χωρίς έκτοτε να ασκήσει οποιαδήποτε πράξη νομής στο επίδικο, ενώ με το πέρασμα του χρόνου το σπίτι που υπήρχε σ' αυτό γκρεμίστηκε.
Ο Ι. Τ. που απεβίωσε το έτος 1989, τα καλοκαίρια παραθέριζε στο χωριό ... ψηλά, όπου νοίκιαζε, χωρίς όμως ουδέποτε να ενδιαφερθεί για το επίδικο, σε μέρος του οποίου η κοινότητα ... κατά το έτος 1965 περίπου, φύτευσε πεύκα, ενώ με την αρχόμενη αύξηση της τουριστικής κίνησης στην Χαλκιδική το επίδικο αποτέλεσε χώρο εγκατάστασης ελεύθερων κατασκηνωτών κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Αλλά και μετά το θάνατο του Ι. Τ., οι ενάγοντες κληρονόμοι του δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη στο επίδικο. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν αποδείχθηκε 20ετής άσκηση εκ μέρους του Ι. Τ. εμφανών υλικών πράξεων επί του ακινήτου οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου και με τις οποίες εκδηλωνόταν η βούληση του να εξουσιάζει το επίδικο ακίνητο σαν δικό του.
Ούτε οι κληρονόμοι του ενήργησαν επί του επιδίκου ακινήτου του οποίου ήδη η αξία υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, ανά στρέμμα, οποιαδήποτε πράξη νομής ή κατοχής. Αυτοί για πρώτη φορά μόλις το έτος 2000, ενδιαφέρθηκαν για το επίδικο με την αποστολή εξώδικου στον εναγόμενο Δήμο και την εν συνεχεία, άσκηση της κρινόμενης αγωγής.
Η επί δέκα, περίπου ετών εγκατάσταση και διαμονή του Ι. Τ. στο σπίτι που έκτισε στο επίδικο, και αν ακόμη με διάνοια κυρίου δεν είναι ικανή να προσδώσει ο' αυτόν ή στους κληρονόμους του κυριότητα κτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία. Το γεγονός ότι στα από 5-9-1980, 26-1-1987 και 10-10-1986 τοπογραφικά διαγράμματα, που συνέταξε ο μηχανικός Π.
Σ. και Δ. Π. κατ' εντολή προσώπων που αξιώνουν κυριότητα επί παραλιακών ακινήτων, προσδιορίζεται το επίδικο ως ιδιοκτησία του Ι. Τ., δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, καθόσον τα όρια και οι ιδιοκτησίες έγιναν καθ' υπόδειξη των ιδιοκτητών οι οποίοι έχουν συμφέρον να εμφαίνονται στην ευρύτερη περιοχή του επιδίκου ιδιοκτησίες.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως αναπόδεικτη την αγωγή των αναιρεσειόντων , διά της οποίας αυτοί εζήτησαν να αναγνωρισθούν κύριοι της εδαφικής εκτάσεως που αναφέρεται στην εν λόγω αγωγή. Με την κρίση του αυτή δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, εδέχθη, ότι ούτε οι αναιρεσείοντες, ούτε και οι δικαιοπάροχοί τους άσκησαν επί του επιδίκου, είτε πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, είτε και μετά, μέχρι την άσκηση της αγωγής, οποιεσδήποτε διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου και για χρονικό διάστημα τόσο που να επαρκεί για την επ'αυτού κτήση κυριότητος πρωτοτύπως, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία , με βάση τις διατάξεις του προϊσχύσαντος β.ρ.δ.
ή εκείνες του ΑΚ. Δεν επάγεται δε καμμία ασάφεια στις αιτιολογίες ο μη προσδιορισμός του μέρους επί της συνολικής εκτάσεως του επιδίκου, το οποίο, κατά τις σχετικές παραδοχές, ήταν επιδεκτικό καλλιεργείας, αφού το Εφετείο δεν εδέχθη την άσκηση διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου ή και σε μέρος αυτού από τους αναιρεσείοντες ή τους δικαιοπαρόχους τους για χρονικό διάστημα τόσο που να επαρκεί για την συμπλήρωση του χρόνου νομής εκτάκτου χρησικτησίας, εντεύθεν δε ήταν άνευ εννόμου επιρροής στην έκβαση της δίκης ο ακριβής προσδιορισμός του μέρους του όλου ακινήτου που θα μπορούσε να καλλιεργηθεί.
Επίσης, πληρότητα αιτιολογιών διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση και ως προς την απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού περί αποκτήσεως δικαιώματος διαρκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) κατά την διάταξη του άρθρου 58 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν, αφού το Εφετείο εδέχθη, ότι ουδέποτε πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ το επίδικο καλλιεργήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.Απ. 3/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, όπως ορθώς εκτιμάται, προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πράγματι όμως από τον αριθμό 8α του ιδίου άρθρου, κατ'ορθή υπαγωγή του στον λόγο αυτό διαλαμβανομένου νομικού σφάλματος, και τον τρίτο, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ένσταση μη προβληθείσα από τον εναγόμενο αναιρεσίβλητο και ειδικότερα ότι η επίδικη εδαφική έκταση αποτελεί τμήμα του αιγιαλού, έχουσα εκ του λόγου τούτου κοινόχρηστο χαρακτήρα και ανήκουσα στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά το άρθρο 967 ΑΚ, απορρίπτοντας, ακολούθως, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, την αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή της ανωτέρω ενστάσεως. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με το υποστατό ή μη της του ανωτέρω περιεχομένου ενστάσεως, κατά παραδοχή της οποίας, ως βασίμου, απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, αφού αυτή απορρίφθηκε ως αναπόδεικτη και ειδικότερα γιατί δεν αποδείχθηκε η επί συνεχή εικοσαετία νομή επί του επιδίκου από τους ίδιους ή τους δικαιοπαρόχους τους. Επομένως, οι ανωτέρω αιτιάσεις, ως ερειδόμενες επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
ΙV. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 11/ 1982). Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93$3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, των οποίων έγινε νόμιμη προσαγωγή και επίκληση από τους διαδίκους, διαφορετικά ιδρύεται ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη νομίμως μετ' επικλήσεως από τους αναιρεσείοντες, προς απόδειξη ουσιωδών ισχυρισμών τους, προσαχθέντα έγγραφα και ειδικότερα, α) το διάγραμμα της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας του έτους 1934, β) την από 14/2/2005 τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου Δ.
Π., γ) την υπ' αριθμ. πρωτ. 13/2453α/23.6.65 άδεια λειτουργίας καταστήματος, δ)το υπ' αριθμ. 1349/28.11.88 πιστοποιητικό του προέδρου της Κοινότητος Αφύτου, ε) την υπ' αριθμ.10607/17.2.89 πράξη εγκρίσεως εργασιών του Πολεοδομικού Γραφείου Ν. Μουδανιών, στ) την υπ' αριθμ. 663/23.5.95 άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας καταστήματος, ζ) την υπ' αριθμ..../ 17.3.67 δήλωση αποδοχής κληρονομίας και το υπ' αριθμ..../17.3.67 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Αναστασίου Σιλελόγλου, η) την υπ' αριθμ.
…/1/1189 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αριστοτέλους Τυπάλδου και θ) το υπ' αριθμ. …/23.8.94 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Σωσσίδου. Από την στην προσβαλλομένη ,όμως, απόφαση υπάρχουσα σχετική διαβεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα νομίμως μετ επικλήσεως προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό και με το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι οι αναιρεσείοντες δεν έγιναν κύριοι της επιδίκου εδαφικής εκτάσεως με έκτακτη χρησικτησία, συνεξετίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
V. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο δι' αυτής προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, ήτοι μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ. Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, εδέχθη ως μνημονευόμενα σ αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς στο εν λόγω έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον ως άνω αναιρετικό λόγο. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται οσάκις το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου όπως αυτό πράγματι έχει, άγεται εξ αυτού, συνεκτιμώντας και το περιεχόμενο των λοιπών αποδεικτικών μέσων, σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο προβάλλων ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.Τούτο δε διότι η τοιαύτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εξαχθείσα από το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως καταλογίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο ήχθη στο ανωτέρω εσφαλμένο, κατά τις απόψεις των αναιρεσειόντων, αποδεικτικό πόρισμα, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο των από 5/9/80, 26/1/87 και 10/10/80 τοπογραφικών διαγραμμάτων του μηχανικού Π. Σ.. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δεν εστήριξε την δικανική του πεποίθηση περί της ουσιαστικής αβασιμότητος της αγωγής αποκλειστικώς στα ανωτέρω σχεδιαγράμματα ή κυρίως σε αυτά, αλλά τα συνεξετίμησε μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, εκλαμβάνοντας το περιεχόμενό τους, όπως ακριβώς αυτό είναι. Επομένως ο άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/11/2009 αίτηση των Ε. Τ. κ.α. για αναίρεση της 1157/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ