Supreme Court allows appeal against custody order due to insufficient factual basis and lack of legal foundation in lower court decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding child custody, finding the lower court's ruling lacked a legal basis. The appellant argued that new circumstances, including her financial independence and medical reports, justified restoring custody, while the respondent maintained the existing arrangement. The Court determined the appellate court failed to adequately evaluate the medical evidence and failed to provide sufficient reasoning for its conclusions, rendering the decision legally flawed.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1536 A.C.; Art. 559 no. 19 C.P.C.: When circumstances regarding parental custody change, the court must adapt the decision based on the child's best interests; an appeal is admissible if the lower court's decision lacks a legal basis due to insufficient factual premises or inadequate reasoning regarding the application of the law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1166 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1166/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακόπουλου), , Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωνσταντίνου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΙΔΙΚΟ ΧΩΡΙΟ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, ως ασκούντος την επιμέλεια της ανηλίκου Ζ, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/5/2006 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31781/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 961/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/6/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 23/4/210 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμό 19 ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1536 ΑΚ, αν από τότε που εκδόθηκε δικαστική απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα μεταβλήθηκαν οι συνθήκες, το δικαστήριο οφείλει, ύστερα από αίτηση ενός ή και των δύο γονέων, των πλησιέστερων συγγενών ή του Εισαγγελέα, να προσαρμόσει την απόφασή του στις νέες συνθήκες, ανακαλώντας ή μεταρρυθμίζοντάς την, σύμφωνα με το συμφέρον του τέκνου και ιδίως να αποδώσει στο γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας που του έχει αφαιρεθεί.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος για αναίρεση απόφασης, επειδή δεν έχει νόμιμη βάση, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, (ΟλΑΠ 1/1999).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά? "Η εκκαλούσα-αιτούσα, η οποία είναι ηλικίας 63 ετών, [γεννηθείσα το έτος 1944], άγαμη και ήδη συνταξιούχος του Δημοσίου, δυνάμει της υπ' αριθμ. 482/2000 αποφάσεως του Πρωτοδικείου της ...
υιοθέτησε την ανήλικη Ζ, που γεννήθηκε στις 27-1-1995, χωρίς γάμο των γονέων της, η οποία είχε εγκατα-λειφθεί από τη μητέρα της σε ορφανοτροφείο και στη συνέχεια είχε δοθεί σε ανάδοχη οικογένεια, με απόφαση της Επιτροπής Προστασίας Παιδιού του Νομού της .... Με την υπ' αριθμ. 28327/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί της υπ' αριθμ. 23622/2001 αιτήσεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και εν συνεχεία επικυρώθηκε από την υπ' αριθμ. 2124/2002 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, [Εφετείου Θεσσαλονίκης], αφαιρέθηκε από την αιτούσα η επιμέλεια της ανήλικης Ζ και ανατέθηκε η άσκηση αυτής στο εφεσίβλητο-καθ' ου σωματείο με την επωνυμία "Ελληνικό Παιδικό Χωριό", που εδρεύει στη ....
Οι λόγοι της αφαίρεσης, με την ως άνω απόφαση, της επιμέλειας της ανήλικης θετής κόρης της από την αιτούσα ήταν, αφενός μεν ότι την τελευταία είχε υποκαταστήσει στο γονεϊκό της ρόλο η μεγαλύτερη αδελφή της, Δ, ηλικίας σήμερα 66 ετών, [γεννηθείσα το έτος 1941], επίσης άγαμη, η οποία διέμενε με την αιτούσα και την ως άνω ανήλικη κόρη της και η οποία εμφάνιζε, σύμφωνα με ιατρικές γνωματεύσεις, σοβαρή ψυχοπαθολογία, [βλ.
σελ. 7 της υπ' αριθμ. 28327/2001 αποφάσεως] και είχε εμμονές και ψυχωτικές ιδέες σε σχέση με την ανήλικη, ασκούσε ενεργό και ουσιαστικό ρόλο στην ανατροφή της, ενώ η αιτούσα ήταν κατ' ουσίαν άβουλη, όσον αφορά στην ανατροφή και διαπαιδαγώγηση της ανήλικης κόρης της, μη δυνάμενη να αποστασιοποιηθεί και να διαφοροποιηθεί σε σχέση με τις επιλογές της αδελφής της, ως προς την ανήλικη θετή κόρη της, αφ' ετέρου δε διότι η ίδια η αιτούσα, σύμφωνα με γνωματεύσεις ψυχιάτρων, παρουσίαζε σοβαρή ψυχοπαθολογία και σχέση αλληλοεξάρτησης και δυαδικής ψύχωσης με την αδελφή της Δ [βλ.
προσκομιζόμενη την ως άνω απόφαση, σελ. 6 και 7 αυτής]. Ήδη, προσβάλλουσα η εκκαλούσα, με την κρινόμενη έφεσή της, την εκκαλούμενη απόφαση, υποστηρίζει ότι δεν έλαβε υπόψη της το γεγονός ότι μεταβλήθηκαν οι συνθήκες, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της, εσφαλμένα οδήγησαν στην αφαίρεση από την ίδια της επιμέλειας της ανήλικης κόρης της.
Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο εφέσεως διατείνεται η εκκαλούσα ότι η αδελφή της Δ, δεν διαμένει πλέον μαζί της, αλλά έχει μετακομίσει σε άλλο σπίτι και ότι, κατά τους ισχυρισμούς της, εξέλιπε πλέον κάθε δυνατότητα παρέμβασής της και ρύθμισης απ' αυτήν των θεμάτων που σχετίζονται με την επιμέλεια της ανήλικης κόρης της Ζ.
Ο λόγος αυτός εφέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει ως τέτοιος να απορριφθεί, εφόσον, το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι η εκκαλούσα θα μπορέσει εφεξής να ζήσει χωριστά από την αδελφή της, με την οποία έχει τόσο στενό ψυχικό δεσμό, η τελευταία δε αν και δεν διαμένει μαζί της, δεν θα παύσει, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να έχει ενεργό και ουσιαστικό ρόλο στην άσκηση της επιμέλειας του προσώπου της ανήλικης ανεψιάς της και να παίρνει πρωτοβουλίες αναφορικά με την ανατροφή αυτής.
Το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση αυτή, από την ένορκη κατάθεση της Δ, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά την οποία ανέφερε, χρησιμοποιώντας πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: "σε συζήτηση που κάναμε με το παιδί μας είπε....", "έχουμε καλή συνεργασία με το Διευθυντή και τον κοινωνικό λειτουργό". Το λεκτικό αυτό ύφος και οι εκφράσεις της καταδεικνύουν την πρόθεσή της να διαδραματίσει και στο μέλλον, παρά την αλλαγή κατοικίας, πρωτεύοντα ρόλο στην άσκηση της επιμέλειας της ανήλικης κόρης της αιτούσας.
Επιπροσθέτως, η επί πολλά έτη συμβίωση των δύο αδελφών και η απόλυτη εξάρτηση της μίας από την άλλη, κατά τις γνωματεύσεις των ψυχιάτρων Σ και Σ3, ενισχύουν την κρίση αυτή του δικαστηρίου, εφόσον η δυνατότητα παρέμβασης της αδελφής της αιτούσας στην επιμέλεια της ανήλικης Ζ, συνδέεται αιτιωδώς, κυρίως με τη φύση της σχέσης που τις συνδέει και δευτερευόντως με το γεγονός αν διαμένουν ή όχι μαζί.
Με το δεύτερο λόγο εφέσεως παραπονείται η εκκαλούσα ότι η ανακλητέα απόφαση, έσφαλε στην κρίση της και αφαίρεσε από αυτή την επιμέλεια της ανήλικης θετής κόρης της στηριχθείσα κυρίως, στην κατάθεση ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και την από 27-6-2001 έκθεση, της κοινωνικής λειτουργού της Κοινωνικής Πρόνοιας Θεσσαλονίκης, ..., σύμφωνα με τις οποίες, [κατάθεση, έκθεση] αυτή είναι ανεπαρκής για να ασκεί την επιμέλεια της ανήλικης, αλλά και στις γνωματεύσεις των Ψυχιάτρων,Σ2, Σ και Σ3, σύμφωνα με τις οποίες παρουσιάζει βεβαρημένη ψυχο-παθολογική κατάσταση, ενώ αντιθέτως η ψυχική υγεία της είναι καλή, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ιατρικές γνωματεύσεις.
Ως προς τις ιατρικές γνωματεύσεις τις οποίες προσκομίζει προς επίρρωση του ως άνω ισχυρισμού της η εκκαλούσα, επισημαίνεται ότι: α) η από 24-8-2001 ιατρική γνωμάτευση του ψυχίατρου ..., Επιμελητή Α' του ψυχιατρικού τμήματος του Γεν. Νοσοκομείου "...", β) η από 18-7-2001 γνωμάτευση της ..., ψυχολόγου του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου ...
και γ) το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του Ειδικού Ψυχιατρικού Νοσοκομείου ..., δεν αποτελούν νέα περιστατικά προς το Δικαστήριο, εφόσον εκδόθηκαν πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης για αφαίρεση από την αιτούσα της γονικής μέριμνας της ανήλικης Ζ, που έγινε στις 3 Σεπτεμβρίου 2001 και ελήφθησαν υπόψη από το εκδόσαν την περί αφαιρέσεως της γονικής μέριμνας υπ' αριθμ. 28327/2001 απόφαση, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Περαιτέρω, από την με ημερομηνία 9-12-2004 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου-ψυχίατρου .Τ και την από 24-1-2007 ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου Ρ, που εκδόθηκαν μετά την τελεσιδικία της ως άνω αποφάσεως, δηλαδή μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 2124/2002 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι η αιτούσα "δεν εμφανίζει μεν ψυχοπαθολογικά στοιχεία, αλλά ότι εμφανίζει ψυχαναγκαστικές τάσεις οριακού τύπου".
Ωστόσο όμως ένας από τους λόγους που οδήγησαν το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την υπ ' αριθμ. 28327/2001 απόφασή του, να αφαιρέσει από την αιτούσα την επιμέλεια της ανήλικης θετής κόρης της, ήταν η σχέση αλληλεξάρτησης αυτής και της αδελφής Δ, στοιχείο το οποίο δεν μετεβλήθη, δεδομένου ότι καμία από τις ανωτέρω μεταγενεστέρως εκδοθείσες ιατρικές γνωματεύσεις αναφέρει ότι οι δύο αδελφές δεν εμφανίζουν πλέον στοιχεία δυαδικής ψύχωσης.
Αντιθέτως, με την ιατρική γνωμάτευση του Σ και την από 20-6-2001 έκθεση αυτού και της Σ3, ψυχιάτρων του ... Νοσοκομείου, [η εκκαλούσα δεν εξετάσθηκε από τον ψυχίατρο Σ2, σύμφωνα με την από 31-7-2001 βεβαίωση του ... Νοσοκομείου], οι οποίοι εξέτασαν την ανήλικη Ζ, την αιτούσα και την αδελφή της, τις οποίες έλαβε υπόψη του το προαναφερθέν δικαστήριο και εξέδωσε την ως άνω απόφαση, βεβαιώνεται, όσον αφορά στην Δ, ότι παρουσιάζει σοβαρή ψυχοπαθολογία, με παρανοϊκές ιδέες παρακολούθησης και δίωξης κυρίως σεξουαλικού περιεχομένου, ότι οι δυο αδελφές, οι οποίες είναι απόλυτα εξαρτημένες η μία από την άλλη, είναι άτομα με σοβαρή ψυχοπαθολογία και εμφανίζουν στοιχεία δυαδικής ψύχωσης, καταλήγουν δε οι ως άνω ψυχίατροι, τονίζοντας ότι, "η ψυχική υγεία της Ζ βρίσκεται σε κίνδυνο, λόγω της συμβίωσής της με τις αδελφές Δ,Χ..., οι οποίες παρουσιάζουν σοβαρή ψυχοπαθολογία..." και εκφράζουν [οι ψυχίατροι], "...την έντονη ανησυχία τους για την παραμονή της Ζ στο παθολογικό σύστημα που συνιστούν οι αδελφές Δ ...".
Αι ως άνω γνωμάτευση και έκθεση των προαναφερομένων ψυχιάτρων δεν αναιρούνται από τα δύο μεταγενεστέρως εκδοθέντα ιατρικά πιστοποιητικά, που προσκομίζει με επίκληση η εκκαλούσα, ως προς τη σχέση της απόλυτης εξάρτησης που συνδέει τις δύο αδελφές, εφόσον, όπως προεκτίθεται, δεν αναφέρουν τίποτε σχετικό με το θέμα αυτό.
Όσον αφορά δε στις αιτιάσεις της εκκαλούσας, περί της προαναφερομένης καταθέσεως και της από 27-6-2001 εκθέσεως της κοινωνικής λειτουργού Φ, αυτές θα μπορούσαν να προβληθούν ως παράπονο επί εφέσεως κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, [υπ' αριθμ.28327/2001], ενώ όπως είναι προφανές δεν αποτελούν νέα περιστατικά προς ανάκληση αυτής.
Προσέτι, η κατάθεση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, του προαναφερομένου μάρτυρος ψυχιάτρου, σχετικά με την κατάσταση της υγείας της εκκαλούσας, ο οποίος καταθέτοντας αναφέρει: "Τώρα διαβεβαιώνω ότι η κατάστασή της είναι μη σοβαρή", ως γενική και αόριστη, δεν προσθέτει νέο στοιχείο στα όσα μέχρι σήμερα γνωρίζει το Δικαστήριο από το υπάρχον αποδεικτικό υλικό και συνεπώς δεν παρέχει περαιτέρω τα εχέγγυα για σχηματισμό ασφαλούς κρίσεως για το εν λόγω ζήτημα.
Με τις παραδοχές αυτές και ο λόγος αυτός εφέσεως κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, με τον τρίτο λόγο εφέσεως ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι ζητά την ανάκληση της εκκαλούμενης αποφάσεως διότι δεν έλαβε υπόψη της το πραγματικό συμφέρον της ανήλικης θετής κόρης της, το οποίο επιβάλλει να διαβιώνει μαζί της, ενόψει του ότι αυτή ήδη έχει μεγαλώσει αρκετά και έχει εκφράσει την επιθυμία αυτή και διότι, σε κάθε περίπτωση, η περαιτέρω διαμονή της στο εφεσίβλητο "Παιδικό Χωριό", συνιστά εγκλεισμό της σε ίδρυμα και της στερεί τη μητρική φροντίδα και θαλπωρή.
Ως προς το λόγο αυτό εφέσεως, πρέπει να αναφερθεί ότι, με την υπ' αριθμ. 203 ΖΔ/αγ/26-1-2007 κοινωνική έκθεση, που συντάχθηκε μετά από αίτηση της εκκαλούσας, ο κοινωνικός λειτουργός στο "Παιδικό Χωριό", ..., βεβαιώνει ότι η ανήλικη Ζ, "έχει προσαρμοστεί στο περιβάλλον και τη λειτουργία του Ελληνικού Παιδικού Χωριού, σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό, εμφανίζοντας την εικόνα ενός ισορροπημένου και ευτυχισμένου παιδιού".
Προσέτι, από την επικοινωνία που είχε το μέλος του Δικαστηρίου με την ανήλικη, διαπιστώνεται ότι η Ζ, ηλικίας σήμερα 12 ετών, είναι ένα χαρούμενο και κοινωνικό κορίτσι, έξυπνο, με ικανότητα να αξιολογεί τα συναισθήματά της και τις σχέσεις της με το περιβάλλον, όπου διαβιώνει και αυτό της θετής της μητέρας.
Έτσι, με προφανή ωριμότητα, εξέφρασε τη χαρά και την ευχαρίστησή της για το περιβάλλον του χωριού και τις φιλίες που έχει αναπτύξει με τα άλλα παιδιά, ανέφερε δε ότι νοιώθει ήρεμη, που βρίσκεται στο Χωριό και ικανοποιημένη από τις φροντίδες των ανθρώπων του. Με βάση τα αποδειχθέντα ως άνω περιστατικά, το δικαστήριο κρίνει ότι το συμφέρον της ανήλικης επιβάλλει να παραμείνει αυτή στο Ελληνικό Παιδικό Χωριό, το οποίο ασκεί την επιμέλειά της δυνάμει της υπ' αριθμ. 28327/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που κατέστη τελεσίδικη, η οποία δεν πρέπει να ανακληθεί, εφόσον δεν αποδείχθηκε μεταβολή των συνθηκών, με βάση τις οποίες το ως άνω δικαστήριο διέταξε την αφαίρεση της επιμέλειας της ανήλικης Ζ από την εκκαλούσα θετή μητέρα της, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την τελευταία".
Έτσι, όμως το Εφετείο, διέλαβε, με την εξενεχθείσα, ως άνω κρίση του, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το συμφέρον του τέκνου να αποϊδρυματοποιηθεί ή μη, που αποτελεί αόριστη νομική έννοια, και ως προς τη μεταβολή ή μη των επικαλουμένων συνθηκών (ΑΠ1377/1996). Ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται επαρκώς η κατά το χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως στο Εφετείο, (26-1-2007), κατάσταση της υγείας της αναιρεσείουσας και κατά συνέπεια αν κατά το χρόνο αυτό μπορούσε να ανταποκριθεί στην άσκηση της επιμέλειας της ανήλικης κόρης της.
Η ανακλητέα απόφαση βάσισε την κρίση της για την αφαίρεση της επιμέλειας της θετής της θυγατέρας, μεταξύ άλλων και στην παραδοχή της συγκατοίκησης της αναιρεσείουσας με την αδελφή της Δ. Αυτή επικαλέστηκε το επιγενόμενο γεγονός ότι η συμβίωση με την αδελφή της έπαυσε, αφού αυτή εγκαταστάθηκε σε ιδιόκτητη κατοικία, στην ίδια πόλη, επί της οδού ....
Η πληττόμενη απόφαση δέχεται τη μετοίκηση της αδελφής της και χωρίς πραγματικά δεδομένα αρνητικής επιρροής, (δεν συνιστά αρνητική επιρροή η αναφορά ότι "έχουμε καλή συνεργασία με το Διευθυντή και τον κοινωνικό λειτουργό") και χωρίς επαρκείς αιτιολογίες, υποστηρίζει ότι η αδελφή της δεν θα παύσει να έχει ρόλο, χωρίς να διευκρινίζει πως η αναιρεσείουσα επηρεάζεται από αυτή και προς ποια κατεύθυνση, αναφορικά με τη φροντίδα της ανήλικης.
Η αναιρεσείουσα, για την απόδειξη του αιτήματός της για ανάκληση της 28327/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της εφέσεώς της κατά της 31781/2006 αποφάσεως του ιδίου Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι είναι οικονομικά ανεξάρτητη, με επαρκή οικονομική επιφάνεια, προκειμένου να φροντίσει το τέκνο της, προσκόμισε δε την με ημερομηνία 9-4-2004 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου-ψυχιάτρου Τ και την από 24-1-2007 ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου Ρ, και εξέτασε ως μάρτυρα το Φ.
Η πληττόμενη απόφαση δέχεται ότι προσκομίστηκαν οι ως άνω ιατρικές γνωματεύσεις, χωρίς να εκθέτει το περιεχόμενο της καθεμιάς εξ αυτών. Δέχεται ότι δεν εμφανίζει ψυχοπαθολογικά στοιχεία, αλλά ψυχαναγκαστικές τάσεις οριακού τύπου, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, από τον οποίο να τεκμηριώνεται η ανικανότητα της αναιρεσείουσας για την επανάκτηση από αυτήν της επιμέλειας της θετής θυγατέρας της.
Ενώ η κατάσταση της υγείας της αναιρεσείουσας έπρεπε να ερευνηθεί με βάση το χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως στο Εφετείο (26-1-2007) και παρά την αναφορά στην κατάθεση ενώπιόν του του Φ-ψυχιάτρου, ο οποίος με βάση την εξέταση της αναιρεσείουσας κατέθεσε? "τώρα διαβεβαιώνω ότι η κατάστασή της είναι μη σοβαρή", άγεται σε αντίθετη κρίση, χωρίς ειδική τεκμηρίωση.
Με τον τρόπο αυτό, το Εφετείο κατέστησε ανέφικτο τον ακυρωτικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συνεπώς στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και ο πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση των αναφερομένων στο αναιρετήριο περιστατικών, τα οποία και στηρίζουν το λόγο αυτό, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.
Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 961/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ