Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive lack of interest regarding damages calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the petition for cassation filed by the victim's family against the Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court failed to consider the defendant's intoxication and lack of remorse when calculating damages. The court ruled that the appellate court had properly weighed these facts and that the specific reasoning regarding the driver's state of mind is not subject to cassation review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court dismisses a cassation appeal if the lower court considered the relevant facts and if the appellant lacks legal interest in challenging the specific reasoning regarding the assessment of damages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1166 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1166/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: ..., ατομικώς και ως ασκούντος την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του ... και ..., 2) ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Καϊμακάμη, ο οποίος με τις από 18/4/2008 προτάσεις του δήλωσε ότι ο 2ος των ως άνω αναιρεσειόντων ενηλικιώθηκε και συνεχίζει ατομικά την παρούσα δίκη. Οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σπανουδάκη και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2004 αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 488/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 472/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/4/2007 αίτηση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου, ανέγνωσε την από 18/4/2008 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Aντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Πετράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία του κλητευθέντος.
Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέεως, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία ορίστηκε αρμοδίως δικάσιμος η 9-5-2008, και κλήση προς συζήτηση κατ'αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, προς την τρίτη αναιρεσίβλητο, "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.".
Κατά την δικάσιμο αυτή, η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, με επισημείωση επί του πινακίου, η οποία επέχει θέση κλητεύσεως, για όλους τους διαδίκους (άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, εφ' όσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, κατά την αυτή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως, από το πινάκιο, στη σειρά της, και δεν παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της.
Επειδή, από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωσή του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ'άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ'άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου.
Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ'αυτού (αν ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ενηλικιώσεώς του μέχρι της ασκήσεως της αναιρέσεως), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του.
Τυχόν ασκηθείσα στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του) είναι απαράδεκτος, εκτός αν εγκριθεί εκ των υστέρων από τον ήδη ενήλικο, ως δικαιούχο διάδικο. Στην παρούσα περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 29-4-2007 αίτηση, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 472/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, η οποία ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα ατομικώς και ως ασκούντα την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του..., ...
και ..., με την κατάθεσή της, την 29-5-2007, στην γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου. 'Όμως, ο εκ των τέκνων αυτού..., ως γεννηθείς την 21-3-1989, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ'αριθμ. ...πιστοποιητικό του Δημάρχου ..., κατά τον ανωτέρω χρόνο είχε ενηλικιωθεί και επομένως η αίτηση αναιρέσεως έπρεπε να ασκηθεί στο όνομά του.
Παρά ταύτα η αίτηση αναιρέσεως, κατατεθείσα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Καϊμακάκη, είναι παραδεκτή, εφ'όσον ο ίδιος, με το υπ'αριθμ. ... "δηλωτικό εγκρίσεως" της Συμ/φου Ηρακλείου Κρήτης, Ιωάννας Νικολάου Σφίγγα, ενέκρινε αυτή ρητώς και επομένως νομίμως η δίκη συνεχίζεται στο όνομά του.
Επειδή, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, σε περίπτωση δε θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια λόγω ψυχικής οδύνης.
Με την διάταξη αυτή, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού πταίσματος του υποχρέου, της ηλικίας του θανόντος και των δικαιούχων, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών κλπ και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής να επιδικάσει ή όχι στην οικογένεια του θύματος χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ψυχική οδύνη, καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο κατά την ανέλεγκτη κρίση του.
Οι ως άνω συμπαρομαρτούσες συνθήκες (ηλικίας θανόντος και δικαιούχου, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών κλπ) λαμβάνονται υπόψη, για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος κι επομένως δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση κάποιας από αυτές ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση, να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο.
Επίσης, με την πιο πάνω διάταξη, ο προσδιορισμός του ποσού της επιδικαζόμενης εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1Κ.Πολ.Δ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, που ιδρύει τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ αναιρετικούς λόγους.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται, ως νομικός κανόνας, με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.
Δηλαδή ο έλεγχος, από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής, γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας, κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σε αυτά ν' αποφασίζουν.
Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη, σε συγκεκριμένη περίπτωση, στον ορθό προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 του ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες, που το ίδιο άρθρο θέτει και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο.
Αλλά η πιο πάνω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη χρηματική ικανοποίηση ελέγχεται κατ' αναίρεση, αν κατά τον προσδιορισμό του ποσού αυτής έχουν ληφθεί υπόψη περιστατικά, που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμηθούν για το σχηματισμό της κρίσεως αυτής ή αν δεν συνεκτιμήθηκαν γεγονότα, τα οποία είχαν τεθεί υπόψη του και επιδρούν στον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως.
Η παράλειψη αυτή του δικαστηρίου στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη πραγμάτων, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι, εφόσον ο παθών είναι εκκαλών, τα ως άνω ουσιώδη γεγονότα είχαν επαναφερθεί στο Εφετείο με λόγο εφέσεως.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο, δεύτερο και τέταρτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι, με το να καθορίσει, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την επιδικαστέα στον αναιρεσείοντα και στα εκπροσωπούμενα από αυτόν τρία ανήλικα τέκνα του, σύζυγο και τέκνα, αντιστοίχως, της θανούσης, εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στα αναφερόμενα υπερμέτρως ασυνήθη μικρά ποσά, ανερχόμενα σε 55.000 ευρώ για τον σύζυγο και σε 40.000 ευρώ για καθένα από τα τέκνα του, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ και τη θεσπίζουσα την αρχή της αναλογικότητας διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερες τις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, πρέπει, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Εξ άλλου, με τον ίδιο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο επίσης μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ανεπάρκεια της αιτιολογίας της, για τον καθορισμό του ύψους της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως, διότι δεν περιέχει καμία αναφορά για τον εύλογο χαρακτήρα αυτής.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της αιτιολογίας της αποφάσεως, όπως ορθώς από εννοιολογική άποψη εκτιμάται, προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε, ότι το καθοριζόμενο για κάθε ένα δικαιούχο ποσό αντιστοιχεί στην εύλογη χρηματική ικανοποίηση αυτού. Περαιτέρω, με τον ίδιο πρώτο λόγο, κατά το τρίτο μέρος του, της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ, και με τους δεύτερο και τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους, από την ίδια διάταξη, ψέγεται το Εφετείο, διότι κατά τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, που επιδίκασε στον αναιρεσείοντα και σε κάθε ένα από τα τέκνα του, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τα ακόλουθα γεγονότα, που είχαν τεθεί υπόψη του με την αγωγή, ήτοι α) την ηλικία της θανούσης και του αναιρεσείοντος, καθώς και των ανηλίκων τέκνων του, κατά το χρόνο του ατυχήματος, β) το βαθμό του πταίσματος της πρώτης αναιρεσίβλητης οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και γ) την αμέσως μετά το ατύχημα και τη μεταγενέστερη συμπεριφορά της ίδιας αναιρεσιβλήτου, η οποία, μετά την πράξη της, δεν παρέμεινε στον τόπο του ατυχήματος μέχρι την άφιξη της αστυνομίας, την οποία δεν ειδοποίησε, ούτε πρόσφερε την αναγκαία βοήθεια στο θύμα και δεν κάλεσε ασθενοφόρο, όπως, επίσης, δεν εκδήλωσε κανένα ενδιαφέρον ή μέριμνα για την ψυχική υγεία του αναιρεσείοντος και των τέκνων του, ούτε εξέφρασε, έστω και τυπικά, την συγγνώμη της, για την όλη συμπεριφορά της.
Οι λόγοι αυτοί, καθόσον μεν αφορούν τα υπό στοιχεία α' και β'πραγματικά περιστατικά, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, σ'αυτή, κατά την έκθεση του αποδεικτικού πορίσματος, προσδιορίζεται η ηλικία της θανούσης (35 ετών) και καθενός από τα ανήλικα τέκνα της (15, 10 και 5, αντιστοίχως), καθώς και ο βαθμός του πταίσματος της πρώτης αναιρεσιβλήτου, η οποία κρίθηκε αποκλειστικώς υπαίτια του ατυχήματος και του θανάτου της συζύγου του αναιρεσείοντος, και τα στοιχεία αυτά έχουν ληφθεί υπ' όψη για τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποιήσεως, ενώ, από την αγωγή, δεν προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί με αυτή την δική του ηλικία.
Καθ'όσον δε αφορούν τα υπό στοιχεία γ' γεγονότα, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, αναφορικώς με την αμέσως μετά το ατύχημα συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσιβλήτου απέναντι στο θύμα, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, διότι, από την διαλαμβανομένη στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραδοχή ότι, για τον προσδιορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως στην οικογένεια του θύματος, έλαβε υπ'όψη, εκτός των άλλων, και τις συνθήκες του ατυχήματος, σε συνδυασμό με την προηγούμενη παραδοχή της ότι η, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, κατάσταση της ίδιας αναιρεσιβλήτου, εξ αιτίας του οινοπνεύματος που είχε καταναλώσει, "ήταν τέτοια που δεν αντιλήφθηκε την πρόσκρουση με την θανούσα", προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη τα επίμαχα γεγονότα.
Αναφορικώς δε με την μεταγενέστερη συμπεριφορά αυτής, οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, διότι, όπως προκύπτει από την έφεση του αναιρεσείοντος, αυτός πρόβαλε τον ισχυρισμό, ότι η αναιρεσίβλητος, με τις αναφερόμενες πράξεις της, προσπάθησε να αποφύγει τις ευθύνες της "ενώ ακόμη και μέχρι σήμερα δεν έχει εκφράσει έστω και τυπικά την συγγνώμη της, για την όλη απάνθρωπη και φρικιαστική συμπεριφορά της".
Τα γεγονότα, όμως, αυτά δεν αποτελούν νόμιμα στοιχεία, για τον προσδιορισμό της επιδικαζόμενης στην οικογένεια του θύματος εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, ήτοι δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επομένως, η μη λήψη αυτών υπ'όψη από το δικαστήριο δεν ιδρύει τον εκ της διατάξεως αυτής αναιρετικό λόγο.
Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 19 του ίδιου, ως άνω, άρθρου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπάρκεια της αιτιολογίας της, ως προς την υπαιτιότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης, ως οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, για την πρόκληση του ατυχήματος και του εντεύθεν θανάτου της συζύγου του αναιρεσείοντος, ως προσδιοριστικού του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, που επιδίκασε, διότι, ενώ αναφέρεται σ' αυτή, ότι η μέθη της ανωτέρω αναιρεσίβλητης συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα και ότι "...
η κατάσταση που βρισκόταν κατά τον χρόνο εκείνο ήταν τέτοια που δεν αντιλήφθηκε την πρόσκρουση με τη θανούσα...", δεν καθορίζεται με ακρίβεια ποια ήταν η κατάσταση, που εμπόδισε την οδηγό να αντιληφθεί την πρόσκρουση με τη θανούσα, ούτε παραθέτει περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι, εκτός από την αδυναμία της να διατηρεί τον έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκίνητου της, είχε στερηθεί πλήρως τις αντιληπτικές της ικανότητες και τη δυνατότητα να βλέπει και να παρατηρεί τον εξωτερικό κόσμο, αλλά και ούτε προσδιορίζεται η ένταση της επιδράσεως του οινοπνεύματος στις ανωτέρω ικανότητές της.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, πρωτίστως, διότι η κρίση του δικαστηρίου για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον προβαλλόμενο αναιρετικό έλεγχο, αλλά και για έλλειψη έννομου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, αφού τις επικαλούμενες ελλείψεις έχουν έννομο συμφέρον να προβάλλουν οι αντίδικοι τούτου.
Κατόπιν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-4-2007 αίτηση των: α) ..., ατομικώς και ως ασκούντος την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του, ... και... και β) ..., περί αναιρέσεως της 472/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων πρώτης και δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ