Supreme Court dismisses appeal in work injury case, ruling employer negligence sufficient for damages without proving specific safety violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a work injury claim. The plaintiff argued the employer was solely liable for failing to hire a qualified electrician and ignoring safety protocols, while the employer contended the employee was exclusively at fault. The court rejected the appeal, holding that any negligence by the employer, not just specific safety violations, is sufficient to award damages for moral harm in work accidents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 299, 300, 914, 932 of the Civil Code; Article 1, 2 of Presidential Decree 778/1980: In work accident cases, compensation for moral harm is due if the employer's negligence contributed to the accident, without requiring proof of specific safety regulation violations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1166 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1166/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ - ΠΥΡΚΑΛ", που εδρεύει στον Υμηττό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κακουλάκη. Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σαρρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1593/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5953/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-3-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 20-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 914, 932 ΑΚ και 1,16 του Ν 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Τέτοια αδικοπραξία μπορεί να υπάρχει και στην περίπτωση που δεν συντρέχει η ειδική αμέλεια του ανωτέρω άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, κατά το οποίο ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών.
Συνεπώς, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας της ανωτέρω διατάξεως.
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 1, 2 παρ. 1 και 3,3 παρ. 1γ του Π.Δ 778/1980, κατά την εκτέλεση εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών, ως και της εκτελέσεως σ' αυτές κάθε φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών, πρέπει να χρησιμοποιούνται ικριώματα ή φορητές κλίμακες υπό τους αναφερόμενους όρους και περιορισμούς, ανάλογα με το ύψος αυτών από τη στάθμη του εδάφους ή του δαπέδου ορόφου της οικοδομής κατά περίπτωση.
Συγκεκριμένα, στις εσωτερικές εργασίες άνω των 3,50 μέτρων χρησιμοποιούνται σταθερά ικριώματα. Επίσης, στις εργασίες αυτές μπορούν να χρησιμοποιούνται και κινητά μεταλλικά ικριώματα "εν είδει" πύργων, εφόσον το ύψος τους δεν υπερβαίνει τα δώδεκα μέτρα. Σταθερά δε ικριώματα είναι μεταλλικές (σωληνωτές) ή ξύλινες κατασκευές, που εξυπηρετούν τις εκτελούμενες σε διάφορα ύψη ως άνω εργασίες, ενώ κινητά μεταλλικά ικριώματα "εν είδει" πύργων νοούνται ανθεκτικές μεταλλικές σωληνωτές κατασκευές, ύψους όχι ανώτερο από το τριπλάσιο του μήκους της μικρότερης πλευράς της βάσεως αυτών.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στις 4-9-1978 από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία " Ανώνυμη Εταιρία Ελληνικού Πυριτιδοποιείου και Καλυκοποιείου ΑΕ", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η αναιρεσείουσα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, ως ηλεκτρολόγος συντηρητής των εγκαταστάσεων της έδρας αυτής.
Η αναιρεσείουσα, περί τις αρχές Νοεμβρίου του έτους 2002, ανέθεσε σε ομάδα ηλεκτρολόγων συντηρητών, στην οποία περιλαμβανόταν και ο αναιρεσίβλητος και όχι, όπως όφειλε, σε ομάδα ηλεκτρολόγων εγκαταστατών, την τοποθέτηση καινούργιου τηλεφωνικού δικτύου σε αντικατάσταση του παλαιού, που εμφάνιζε προβλήματα και συγκεκριμένα, την τοποθέτηση τηλεφωνικού καλωδίου στον εξωτερικό και εσωτερικό χώρο της παραγωγικής μονάδας της καλυκοποιείας αυτής.
Ο αναιρεσίβλητος, κατά την εργασία του στις 20-12-2002 στον εσωτερικό χώρο του κτιρίου, χρησιμοποιούσε ηλεκτρικό δράπανο, προκειμένου να ανοίγει τρύπες στο δοκάρι από "μπετόν", όπου στη συνέχεια θα τοποθετούνταν αποδοχές για να εισαχθούν σ' αυτές στηρίγματα, τα οποία θα συγκροτούσαν τα καλώδια των τηλεφωνικών γραμμών.
Στο χώρο αυτό του κτιρίου οι ανωτέρω εργασίες εκτελούνταν σε ύψος μεγαλύτερο των τεσσάρων μέτρων και για το λόγο αυτό οι εργαζόμενοι χρησιμοποιούσαν σκαλωσιά με ρόδες, πλην όμως η αναιρεσείουσα, λόγω του ότι η εργασία ήταν μεγάλης εκτάσεως, έπρεπε να διαθέσει σ' αυτούς α) σταθερό ικρίωμα με κατάλληλα δάπεδα εργασίας (πλάτους 0.60 μ.
τουλάχιστο) με προστατευτικές διατάξεις έναντι της πτώσεως (χειρολισθήρα ή ράβδο ή σανίδα μεσοδιαστήματος) ή β) κατάλληλο εξοπλισμό εργασίας (καλαθοφόρο όχημα), με τον οποίο θα μπορούσε να ανυψωθεί με ασφάλεια ο εργαζόμενος, χωρίς να χρειάζεται να ανεβαίνει και να κατεβαίνει διαρκώς. Για το λόγο δε ότι οι διαστάσεις της πλατφόρμας της χρησιμοποιούμενης σκαλωσιάς, που ήταν ανασφαλής, ως μη φέρουσα τις ως άνω προστατευτικές διατάξεις, ήταν μικρές, ο αναιρεσίβλητος αναγκάσθηκε να κατέβει από τη σκαλωσιά, χρησιμοποιώντας διπλή μεταλλική κλίμακα αλουμινίου, την οποία είχε τοποθετήσει παράλληλα με το δοκάρι.
Τη στιγμή που κατέβαινε απ' αυτή μετά το πέρας της εργασίας του στο τμήμα του δοκαριού. Όπου εργαζόταν και βρισκόταν σε σκαλοπάτι της κλίμακας αυτής, το οποίο απείχε από το έδαφος περί τα τέσσερα μέτρα, γλίστρησε η σκάλα (πιθανόν λόγω της ολισθηρότητας του δαπέδου και των φθαρμένων πελμάτων της), με αποτέλεσμα να πέσει ο ίδιος και να τραυματισθεί σοβαρά, υποστάς τις αναφερόμενες σωματικές βλάβες.
Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι η επέλευση του εργατικού αυτού ατυχήματος και των εντεύθεν συνεπειών του τελεί σε πρόσφορο αιτιώδη συνδυασμό με το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα από αμέλειά της δεν είχε μεριμνήσει δια των προστηθέντων αρμοδίων οργάνων της ως προς την τήρηση των κατά το νόμο απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας, αφού η σκαλωσιά, που είχε διατεθεί στους ως άνω εργαζόμενους για να τη χρησιμοποιήσουν κατά την εν λόγω εργασία τους στον εσωτερικό χώρο του κτιρίου, δεν έφερε τα αναγκαία προστατευτικά μέσα, γεγονός που ανάγκασε τον αναιρεσίβλητο να χρησιμοποιήσει κατά την εκτέλεση της εργασίας του τη φορητή μεταλλική σκάλα αλουμινίου, χωρίς να βρίσκεται στη βάση της άλλος εργάτης για να την κρατεί και να εξασφαλίζει τη σταθερότητά της.
Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά το Εφετείο έκρινε ότι η ως άνω συμπεριφορά των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα οργάνων της συνιστά όχι μόνο παράβαση των προαναφερομένων επιτακτικού χαρακτήρα διατάξεων, αλλά υποδηλώνει και έλλειψη καταβολής της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου στον κύκλο της επαγγελματικής δραστηριότητάς του (άρθρ 330 εδ.
β, 914 ΑΚ), το δε εργατικό αυτό ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά στην υπαιτιότητα των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας και των προστηθέντων απ' αυτή αρμοδίων υπαλλήλων της (τεχνικών ασφαλείας), ενώ δεν οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα ή, έστω, τη συνυπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ενήργησε κατά τον προεκτιθέμενο τρόπο (χρησιμοποίηση αλουμινένιας σκαλωσιάς) προς αποκλειστικό όφελος της αναιρεσείουασς, εξαναγκασθείς προς τούτο, γιατί, λόγω ελλείψεως των ως άνω επιβαλλόμενων μέτρων ασφαλείας, ήταν ο μόνος εφικτός τρόπος για να περαιώσει την ανατεθείσα σ' αυτόν εργασία, στην οποία, εξάλλου, δεν ήταν υποχρεωμένος να προβεί.
Ακολούθως έκρινε το Εφετείο ότι, λαμβανομένων υπόψη της σοβαρότητας του τραυματισμού του αναιρεσιβλήτου και της επιδράσεως της αναπηρίας του, κατά ποσοστό 67%, στον ψυχικό του κόσμο και στη μεταλλική επαγγελματική και κοινωνική του ζωή, της αποκλειστικής υπαιτιότητας της αναιρεσείουασς και της κοινωνικής και οικονομικής θέσεως των διαδίκων, η χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσιβλήτου λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από το προαναφερόμενο εργατικό ατύχημα, ανέρχεται στο ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο είναι εύλογο.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη από 25-2-2004 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού το ανωτέρω κεντρικό κτίριο της αναιρεσείουσας αποτελεί οικοδομή με την έννοια του άρθρου 1 του Π.Δ 778/1980, οι δε επιχειρούμενες ως άνω εργασίες αποτελούν επισκευαστικές εργασίες, ως αφορώσες την τοποθέτηση καινούργιου τηλεφωνικού δικτύου σε αντικατάσταση του εμφανίζοντος προβλήματα παλαιού δικτύου, κατά την εκτέλεση των οποίων χρησιμοποιείτο μάλιστα από τον αναιρεσίβλητο ηλεκτρικό δράπανο και για το λόγο αυτό αποτελούν και ηλεκτρολογικές εργασίες και συνεπώς, εμπίπτουν στην έννοια των εργασιών των άρθρων 1 και 3 παρ. 1γ του Π.Δ 778/1980.
Επίσης, ναι μεν κατά την εκτέλεση σε ύψος μεγαλύτερο των τεσσάρων μέτρων των εν λόγω εργασιών στον εσωτερικό χώρο του ως άνω κτιρίου της αναιρεσείουσας υπήρχε δυνατότητα από το νόμο χρησιμοποιήσεως κινητού μεταλλικού ικριώματος "εν είδει" πύργου, πλην όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση επιβαλλόταν η χρησιμοποίηση σταθερού ικριώματος, που να φέρει τις ανωτέρω προστατευτικές διατάξεις έναντι της πτώσεως, γιατί οι εργασίες αυτές ήταν μεγάλης εκτάσεως.
Επομένως, ο πρώτος, κατά τα δύο πρώτα μέρη του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των προαναφερόμενων διατάξεων, που εφάρμοσε, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ.- Επειδή, ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νόμιμων εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Η παραβίαση δε των διδαγμάτων αυτών ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1β Κ.Πολ.Δ, λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1β Κ.Πολ.Δ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως του διδάγματος της κοινής πείρας, ότι το τηλεφωνικό δίκτυο δεν περιέχει ηλεκτρισμό ή ηλεκτρική ενέργεια και στις εργασίες σε τηλεφωνικό δίκτυο ή στην εγκατάσταση νέου τηλεφωνικού δικτύου καμία σχέση ή εξάρτηση φέρει ο ηλεκτρισμός.
Με το περιεχόμενο όμως αυτό ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί το παρατιθέμενο συμπέρασμα δεν έχει χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την προαναφερόμενη έννοια και χρησιμοποιήθηκε απλώς κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αποτελούνται από τις καταθέσεις των νομίμων εξετασθέντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μαρτύρων των διαδίκων, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων αυτών, που συντάχθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα.
ΙΙΙ.- Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό.
Παραμόρφωση όμως με την ως άνω έννοια δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο ανέγνωσε σωστά το έγγραφο και, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενό του, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος, αν δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο κατά λέξη το ακριβές περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο ή δεν προκύπτει, έστω και έμμεσα, ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξ αιτίας της παραμορφώσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από ..... βεβαιώσεως της Ενώσεως Ηλεκτροτεχνιτών ....., με το να δεχθεί ότι οι ηλεκτροτεχνίτες συντηρητές δεν έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν σε εκτελέσεις ηλεκτρολογικών εγκατατάσεων, ενώ το αληθές περιεχόμενο αυτού είναι ότι οι εργαζόμενοι, ως ηλεκτροτεχνίτες συντηρητές, δεν έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν σε επεκτάσεις ηλεκτρολογικών εγκατατάσεων, ενώ έχουν υποχρέωση να προβαίνουν μόνο στη συντήρηση και αποκατάσταση βλαβών.
Επίσης, με το τέταρτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 1441/2002 εκθέσεως έρευνας του τεχνικού Επιθεωρητή του Σώματος Επιθεωρήσεως Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας, με το να δεχθεί ότι, λόγω του ότι η εργασία ήταν μεγάλης εκτάσεως, έπρεπε να διατεθεί στους εργαζομένους α) σταθερό ικρίωμα με κατάλληλα δάπεδα εργασίας και προστατευτικές διατάξεις έναντι της πτώσεως (χειρολισθήρα ή ράβδος ή σανίδα μεσοδιαστήματος) ή β) κατάλληλος εξοπλισμός εργασίας (καλαθοφόρο όχημα), ενώ το αληθές περιεχόμενο αυτού είναι ότι το ατύχημα συνέβη, όταν γλίστρησε η σκάλα κατά πιθανολόγηση λόγω της ολισθηρότητας του δαπέδου και των φθαρμένων πελμάτων της σκάλας, χωρίς να γίνεται μνεία πως το ατύχημα και ο εντεύθεν τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου οφείλεται στη μη τήρηση των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας.
Με τέτοια διατύπωση, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως, πέραν της αοριστίας του για μη παράθεση στο αναιρετήριο κατά λέξη του ακριβούς περιεχομένου των εγγράφων που φέρονται να παραμορφώθηκαν είναι απορριπτέοι σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτοι και αβάσιμοι, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απλά συνεκτίμησε τα έγγραφα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να τα εξαίρει στο πόρισμα, μετά δε από ορθή ανάγνωσή τους και αξιολόγηση του αληθούς περιεχομένου τους κατέληξε στα προαναφερόμενα συμπεράσματα, τα οποία βέβαια είναι διαφορετικά από εκείνα που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθά, η δε κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση των περιεχομένων στα εν λόγω αποδεικτικά έγγραφα πραγματικών περιστατικών.
IV.- Επειδή, ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει το προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.
Με την έννοια αυτή πράγματα αποτελούν η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων πραγματικά περιστατικά. Όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για λήψη υπόψη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και μη προταθέντος ισχυρισμού, κατά τον οποίο η ίδια ανέθεσε παράνομα στον αναιρεσίβλητο τη συγκεκριμένη ως άνω εργασία, η οποία δεν αναγόταν στον κύκλο των καθηκόντων του και της ειδικότητάς του, ως ηλεκτρολόγου συντηρητή, αφού η εργασία αυτή έπρεπε να ανατεθεί σε ηλεκτρολόγο εγκαταστάτη.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος προς θεμελίωση του δικαιώματός του περί χρηματικής ικανοποιήσεώς του, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη συνέπεια του προαναφερόμενου εργατικού ατυχήματος, προέτεινε τον αγωγικό ισχυρισμό του, ότι υπαίτια για την επέλευση αυτού και του εντεύθεν τραυματισμού του είναι η αναιρεσείουσα, η οποία, δια των προστηθέντων από την ίδια οργάνων της, ανέθεσε σ' αυτόν την ως άνω εργασία, μολονότι δεν είχε την απαιτούμενη ειδικότητα του ηλεκτρολόγου εγκατάσταση και δεν τήρησε τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντος ισχυρισμού, κατά τον οποίο ο αναιρεσίβλητος τυγχάνει αποκλειστικά υπαίτιος του ως άνω εργατικού ατυχήματος και του εντεύθεν τραυματισμού του, αφού, κατ' απαίτηση του ιδίου και των αναφερόμενων συναδέλφων του, η συγκεκριμένη εργασία ανατέθηκε σ' αυτούς, ως ηλεκτρολόγους συντηρητές, που είχαν αποφασίσει να εκτελούν τις εν λόγω εργασίες αντί αμοιβής, συνισταμένης στην καταβολή προσθέτου επιδόματος.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" με την προαναφερόμενη έννοια του όρου, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, αφού με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται σαφές, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.
V.- Επειδή, με το τρίτο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του το υπ' αριθ. .... υπηρεσιακό σημείωμα της αναιρεσείουσας, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η ίδια, από το οποίο προέκυπταν οι ώρες εργασίας του αναιρεσιβλήτου και των συναδέλφων του ηλεκτρολόγων συντηρητών, καθώς και η αντίστοιχη για τον καθένα πρόσθετη αμοιβή για την εκτέλεση του ως άνω έργου. Από την περιεχόμενη όμως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου, ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των νομίμων εξετασθέντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που συντάχθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες της αποφάσεως, συνάγεται αναμφίβολα ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και το ως άνω έγγραφο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-3-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΒΕΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5953/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ