1166/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1166/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, οι προαγωγές γίνονται βάσει προσόντων, η σειρά δικαιούχων προαγωγής, προς κάλυψη των κενών θέσεων, προσδιορίζεται από αυτά. Έτσι, αν κάποιος τρίτος υπάλληλος της ΑΤΕ, ομοιόβαθμος με τον ενάγοντα που κι' αυτός παραλείφθηκε, έχει προσόντα ανώτερα του ενάγοντος, τότε μόνο αυτός και όχι ο ενάγων έχει σειρά για την προαγωγή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1166 / 2007 (Β, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1166/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ζαχαρίου. Της αναιρεσίβλητης: ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1590/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1923/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-2-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 22-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 104 παρ. 1 και 107 στοιχ. α' του Οργανισμού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τευχ. Α. 270/1973, κυρώθηκε με το ν.δ. 213/1973 και έχει ισχύ νόμου, προκύπτει ότι η προαγωγή υπαλλήλου της Αγροτικής Τράπεζας στο βαθμό του Διευθυντή ενεργείται ύστερα από πρόταση του διοικητή κατ' απόλυτη εκλογή με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, μετά από σύγκριση εκείνων που έχουν τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 101 παρ. 1 εδ.α-γ, 102 και 103 του Οργανισμού τούτου προσόντα, ενώ συνεκτιμώνται και τα στοιχεία του ατομικού φακέλου του υπό κρίση υπαλλήλου, αναφορικά με το χαρακτήρα, το ήθος, τα τυπικά και επαγγελματικά του προσόντα, τις ηθικές αμοιβές και τις εκθέσεις των προϊσταμένων του, την επιτυχή μετεκπαίδευσή του, τα φύλλα ποιότητος, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, το χρόνο της πραγματικής υπηρεσίας του που υπολογίζεται για την προαγωγή, ακόμη και τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου, αλλά και οποιοδήποτε χρήσιμο για την κρίση του στοιχείο ή έγγραφο.
Ως προακτέοι κατ' απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζονται, κατά το άρθρο 106 παρ. 3α του ίδιου Οργανισμού, εκείνοι από τους υπαλλήλους που διακρίθηκαν μεταξύ των συναδέλφων τους για το χαρακτήρα και το ήθος τους και επέδειξαν σε πολύ υψηλό βαθμό διοικητική δεξιότητα και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον, παρέσχον δε με την πρωτοβουλία τους, την ετοιμότητα και το ζήλο τους, εξαιρετικές υπηρεσίες.
Το διοικητικό συμβούλιο της ΑΤΕ, το οποίο είναι όργανο του εργοδότη, αποφαίνεται μεν κατ' ελεύθερη κρίση, η κρίση του όμως αυτή υπόκειται στον έλεγχο των τακτικών δικαστηρίων κατά το άρθρο 281 ΑΚ, όταν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης στερείται της προαγωγής του υπάλληλος που έχει αποκτήσει τα απαιτούμενα για τον ανωτέρω βαθμό τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, καίτοι υπερτερεί καταδήλως συναδέλφου του, προαχθέντος εκ του αυτού βαθμού.
Στην περίπτωση αυτή της παραβάσεως από το ως άνω όργανο του εργοδότη του άρθρου 281 ΑΚ διαπράττει τούτο αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ. Τότε ο παραλειφθείς δικαιούται να ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώριση της, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ, παραλείψεώς του και την επιδίκαση λόγω αποζημιώσεως της διαφοράς αποδοχών, καθώς και ανάλογη χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του από την παράνομη και υπαίτια παράλειψή του (ΑΠ Ολομ. 14/1998).
Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, οι προαγωγές γίνονται βάσει προσόντων, η σειρά δικαιούχων προαγωγής, προς κάλυψη των κενών θέσεων, προσδιορίζεται από αυτά. Έτσι, αν κάποιος τρίτος υπάλληλος της ΑΤΕ, ομοιόβαθμος με τον ενάγοντα που κι' αυτός παραλείφθηκε, έχει προσόντα ανώτερα του ενάγοντος, τότε μόνο αυτός και όχι ο ενάγων έχει σειρά για την προαγωγή.
Στην περίπτωση αυτή η προαγωγή άλλου, που υστερεί σε προσόντα, σε σύγκριση με τον ενάγοντα, πλήττει το προς προαγωγή δικαίωμα του υπερτερούντος τρίτου και όχι του ενάγοντος, ο οποίος επομένως, δεν νομιμοποιείται να ασκήσει την ως άνω αγωγή. Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός του εναγόμενου εργοδότη, σύμφωνα με τον οποίο, εκτός από τον ενάγοντα παραλείφθηκε κατά τις ίδιες προαγωγικές κρίσεις και ένας συγκεκριμένος τρίτος υπάλληλος, ο οποίος υπερείχε τούτου, έτσι ώστε, αν δεν είχε προκριθεί ο αναφερόμενος στην αγωγή και υστερών σε σύγκριση με τον ενάγοντα, την αντίστοιχη κενή θέση θα έπρεπε να καταλάβει ο αντιπροτεινόμενος, ως έχων μόνον αυτός το δικαίωμα προαγωγής και όχι ο ενάγων, συνιστά ένσταση διακωλυτική της αγωγής, η οποία καταλύει την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος, αφού διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της προκρίσεως του προαχθέντος και της παραλείψεως του ενάγοντος.
Η ένσταση αυτή δεν αντίκειται στην καλή πίστη ή στα χρηστά ήθη (ΑΠ Ολομ. 14/1998), στηρίζεται δε στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις ως άνω διατάξεις του Οργανισμού της Τράπεζας. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είναι κάτοχος πτυχίου Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος στις 13.7.1968, ύστερα από επιτυχία σε σχετικό διαγωνισμό.
Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του εξελίχθηκε ομαλώς στην υπαλληλική ιεραρχία και προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή στο βαθμό του Τμηματάρχη Α από 1.5.1982 και στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 20.11.1996. Γνωρίζει στοιχειωδώς την αγγλική γλώσσα, βαθμολογηθείς στα φύλλα ποιότητας με το βαθμό 5 με άριστα το 10. Παρακολούθησε 14 επιμορφωτικά σεμινάρια με θέματα, "Σεμινάρια Διοικητικής", "Νέες κατευθύνσεις και πολιτική Άσκησης της Αγροτικής Πίστης", "Στήριξη του Συνεταιριστικού Κινήματος", "Διοίκηση Ανθρώπινου Δυναμικού", "Αναπτυξιακός Νόμος 1262/82 και Αρμοδιότητες της ΑΤΕ", "Διοικητικό GRID", "Πρότυπα Διοικητικής Συμπεριφοράς και Τραπεζικά Θέματα", "Αγορές χρήματος και Συναλλάγματος", "Τραπεζοασφαλιστική συνεργασία", "Δημιουργία Πελατοκεντρικής Νοοτροπίας μέσω του Employeeship", "Αξιοποίηση και διαχείριση της ακίνητης περιουσίας της ΑΤΕ", "Εργασιακές Ικανότητες στον Τραπεζικό χώρο", "Η ΑΤΕ του 21ου αιώνα" και "Χρηματοοικονομική μίσθωση Leasing".
Από την ημέρα της προσλήψεώς του απασχολήθηκε ως υπάλληλος του Καταστήματος Λάρισας, από 16.2.1977 ως προϊστάμενος του Γραφείου Δικαστικού, από 3.3.1980 ως προϊστάμενος Λογιστηρίου του Καταστήματος Αγιάς, από 13.3.1984 ως Υποδιευθυντής του Καταστήματος Βόλου, από 19.4.1985 ως Διευθυντής του ίδιου Καταστήματος, με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντή, από 14.2.1986 ως Διευθυντής του Καταστήματος Τυρνάβου, από 8.10.1993 ως Διευθυντής του Καταστήματος Β Λάρισας με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντή, από 22.4.1994, ως Διευθυντής Καταστήματος Τυρνάβου και από 10.11.1995 ως υποδιευθυντής του Καταστήματος Α Λάρισας.
Στα φύλλα ποιότητας των ετών 1990 και 1994 χαρακτηρίζεται ως "Άριστος", ενώ κατά τα κρίσιμα προς προαγωγή έτη δεν έχει ελεγχθεί πειθαρχικώς, ούτε έλαβε ηθικές ή άλλες αμοιβές. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 20.11.1996 στο βαθμό του Διευθυντή το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης παρέλειψε να τον προάγει στο βαθμό αυτό και προήγαγε τους ομοιόβαθμους συναδέλφους του Χ1, Χ2 και Χ3.
Ο Χ1 είναι κάτοχος απολυτηρίου Εξαταξίου Γυμνασίου, προσλήφθηκε την 1.7.1968, ύστερα από επιτυχία σε διαγωνισμό με το βαθμό του Γραφέα Δ και μετατάχθηκε στον Οικονομικό κλάδο από 1972 με το βαθμό του Βοηθού, στον οποίο έκτοτε υπηρετεί. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην ΑΤΕ εξελίχθηκε ομαλώς στην υπαλληλική ιεραρχία και είχε προαχθεί διαδοχικώς στους βαθμούς αυτής και κατ΄ απόλυτη εκλογή στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 28.6.1994.
Ο ίδιος φέρεται ότι γνωρίζει την αγγλική γλώσσα και κατά δήλωσή του - δεν κατέχει τίτλο σπουδών - υπάρχει σχετική εγγραφή στα φύλλα ποιότητος, όπου βαθμολογείται με τον βαθμό 5 στην πιο πάνω δεκαδική κλίμακα και έχει για την επιμόρφωσή του παρακολουθήσει δύο (2) σεμινάρια με θέμα "Ο αναπτυξιακός νόμος 1262/82 και αρμοδιότητες της ΑΤΕ" στις 26.9.1988, διάρκειας 7 ωρών και "ON LINE #3", από 20-22.2.1991, διαρκείας 21 ωρών.
Από της προσλήψεώς του απασχολήθηκε έως τις 14.3.1976 ως απλός υπάλληλος, από 15.3.1976 ως Προϊστάμενος του Γραφείου χορηγήσεων του Καταστήματος Άργους, από 31.7.1976 ως Προϊστάμενος Λογιστηρίου του Καταστήματος Λεωνιδίου, από 5.1.1982 ως Διευθυντής του Καταστήματος αυτού, από 5.1.1982 ως Διευθυντής του Καταστήματος Λεχαινών, από 19.11.1990 ως Προϊστάμενος της Θυρίδας Περιστερίου, από 3.12.1993 ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Προσωπικού με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντού και από 28.6.1994 με το βαθμό του Υποδιευθυντού και από 22.12.1995 ως Διευθυντής του Καταστήματος Αθηνών με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Διευθυντού και από 20.11.1996 με το βαθμό του Διευθυντού.
Στα φύλλα ποιότητας των ετών 1988 και 1991 που συνέταξε η Υπηρεσία Επιθεωρήσεως, χαρακτηρίζεται ως "'Άριστος" και στα φύλλα ποιότητος των ετών 1991,1992 και 1993 της Υπηρεσιακής του Μονάδος χαρακτηρίζεται ως "Άριστος", ενώ δεν έχει ελεγχθεί πειθαρχικώς, ούτε έλαβε ηθικές ή άλλες αμοιβές. Ο Χ2, είναι κάτοχος πτυχίου Παντείου Σχολής, έχει προσληφθεί από την αναιρεσίβλητη στις 13.10.1972, ύστερα από επιτυχία του σε σχετικό εξωτερικό διαγωνισμό και έκτοτε προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Οικονομικό κλάδο με το βαθμό του Υπολογιστή.
Ο ίδιος φέρεται ότι γνωρίζει Αγγλική γλώσσα και κατά δήλωσή του - δεν κατέχει τίτλο σπουδών - υπάρχει σχετική εγγραφή στα φύλλα ποιότητος, όπου βαθμολογείται με το βαθμό 7 στην προδιαληφθείσα κλίμακα, και για την επιμόρφωσή του έχει παρακολουθήσει επτά (7) σεμινάρια, με θέμα: "Εντατική Εκπαίδευση Οικονομικών και Εποπτικών Υπαλλήλων", "Οικονομική Ανάλυση Επιχειρήσεων", "Επιστημονικαί Μέθοδοι Λήψεως Αποφάσεων", "Το Marketing των Εξαγωγών", "Βασικό Πρόγραμμα Οικονομικού Management", "GRID Προϊσταμένων" και "Διαχείριση προβληματικού χαρτοφυλακίου", από 2/2 έως 24/6/1976, 3/5-10/5/1977, 15-30/6/1978, 12/10-14/11/1978, 8/11-6/12/1983, Φεβρουάριο 1989 και 7-17/12/1992, αντιστοίχως.
Από της προσλήψεώς του έως της 25/6/1976 υπηρέτησε ως απλός υπάλληλος, από 26/6/1976 ως Προϊστάμενος Γραφείου χορηγήσεων του Καταστήματος Κύμης έως 24/2/1977, από 21/7/1981 ως Προϊστάμενος του Γραφείου Α΄ Πιστοδ. Γεωργ. Βιομ. του Οργανισμού του Τμήματος Πιστ. Βιομ. Επεξεργασίας της Διευθύνσεως Γεωργικών Βιομηχανιών, από 26/5/1983 ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου του άνω Τμήματος της αυτής Διευθύνσεως, από 29/11/1984 ως προϊστάμενος του Τμήματος Ρευστοποιήσεως της ίδιας Διεύθυνσης, από 27/4/1994 ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου της, ως άνω, Διευθύνσεως με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντού και από 28/6/1995, με το βαθμό του Υποδιευθυντού, και από 15/12/1995 ως Προϊστάμενος της παραπάνω Διευθύνσεως με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Διευθυντού και από 20/11/1996 με το βαθμό του Διευθυντού.
Στα φύλλα ποιότητος της Υπηρεσιακής του Μονάδος, των ετών 1988 έως 1993, χαρακτηρίζεται ως "Άριστος", ενώ δεν έχει ελεγχθεί πειθαρχικώς ούτε έλαβε ηθικές ή άλλες αμοιβές. Ο Χ3, είναι κάτοχος πτυχίου Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης, έχει προσληφθεί από την αναιρεσίβλητη στις 11/3/1971 με το βαθμό του Υπολογιστή, μετά από επιτυχία του σε σχετικό εξωτερικό διαγωνισμό και έχει κατ' απόλυτο εκλογή προαχθεί στο βαθμό του υποδιευθυντή από 28/6/1994.
Γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα και στα φύλλα ποιότητος βαθμολογείται με τον βαθμό 5 της πιο πάνω κλίμακας, ενώ για την επιμόρφωσή του έχει παρακολουθήσει 5 σεμινάρια, από 15/11-14/12/71, 5-25/11/73, 2/2-24/6/1976, 19-27/10/1987 και 22-26/8/1994, με θέμα, αντιστοίχως "Επιμόρφωση νεοπροσληφθέντων υπαλλήλων", "Γενική και Ειδική Επιμόρφωση" της Διευθύνσεως Οργανώσεως και Μηχανογραφήσεως, "Εντατική Εκπαίδευση Οικονομικών και Εποπτικών Υπαλλήλων", "Τεχνική και διαδικασίες Διεκπεραίωσης Εργασιών Εισαγωγών-Εξαγωγών" και "Management".
Από της προσλήψεώς του έως τις 7/1/1975 υπηρέτησε ως απλός υπάλληλος, από 8/1/1975 ως προϊστάμενος του Γραφείου χορηγήσεων του Καταστήματος Νάουσας, από 4/8/1977 ως Προϊστάμενος του Γραφείου - Θυρίδας Σκύδρας του Καταστήματος Εδέσσης, από 2/8/1979 ως Προϊστάμενος Λογιστηρίου του Καταστήματος Αμυνταίου, από 25/10/1983 ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος του Τμήματος Λειτ.
Υπηρεσιών της Διευθύνσεως Επιθεωρήσεως, από 7/3/1984 ως Βοηθός Επιθεωρητής της Διευθύνσεως Επιθεωρήσεως, και παράλληλα, από 26/4/1984 ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος του Τμήματος Επεξεργασίας Φύλλων Ελέγχου της Διευθύνσεως Επιθεωρήσεως, από 10/5/1985 ως Επιθεωρητής στη Διεύθυνση Επιθεωρήσεως, από 6/3/1986 ως Υποδιευθυντής του Καταστήματος Βέροιας, από 17/12/1990 ως Υποδιευθυντής του Καταστήματος Γιαννιτσών, από 16/12/1993 έως 15/2/1994 και από 17/2 μέχρι 4/3/1994 ως Διευθυντής του Καταστήματος Κερκύρας (με απόσπαση), από 6/5/1994 ως Διευθυντής του Καταστήματος Βέροιας με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντού και από 28/6/1994 με το βαθμό του Υποδιευθυντού και από 16/1/1996 ως Διευθυντής του Καταστήματος Ιωαννίνων με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Διευθυντού και από 11/12/1996 με το βαθμό του Διευθυντού.
Στα φύλλα ποιότητος της Υπηρεσίας Επιθεωρήσεως των ετών 1987 και 1989 χαρακτηρίζεται ως "Άριστος", ενώ δεν έχει ελεγχθεί πειθαρχικώς ούτε έλαβε ηθικές ή άλλες αμοιβές. Από τη συγκριτική αντιπαραβολή των αξιολογικών στοιχείων του αναιρεσείοντος προς εκείνα των ανωτέρω ομοιοβάθμων και προαχθέντων συναδέλφων του προκύπτει ότι ο αναιρεσείων έναντι του Χ1 συμβαδίζει ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, υστερεί κατά ένα έτος ως προς την αρχαιότητα στο βαθμό του Υποδιευθυντή, υπερτερεί καταδήλως ως προς τον τίτλο σπουδών και ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων που παρακολούθησαν, υπερέχει προδήλως ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού ο τελευταίος έως το έτος 1993 άσκησε καθήκοντα Διευθυντού και Υποδιευθυντού σε ήσσονος σημασίας και βαρύτητας καταστήματα (Λεωνιδίου και Λεχαινών) καθώς και σε θυρίδα, ενώ ο εκκαλών τα ίδια καθήκοντα στο μεγάλης όμως εμβέλειας Κατάστημα Βόλου, και ανώτερο, εξ απόψεως τραπεζικής κινήσεως και βαρύτητος της θυρίδος, Κατάστημα Τυρνάβου, ενώ, εν συνεχεία προκύπτει ισοδυναμία αμφοτέρων ως προς το προσόν τούτο, και, τέλος, είναι ισότιμος με τον πιο πάνω συνάδελφό του ως προς τον ποιοτικό χαρακτηρισμό και την πειθαρχική κατάσταση.
Έναντι του Χ2 υπερτερεί προδήλως ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, είναι ισότιμος ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό και ως προς τους τίτλους σπουδών, υπερέχει ελαφρώς ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων που παρακολούθησαν (ο εκκαλών 8, ο συγκρινόμενος 7), υστερεί ελαφρώς ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας (5 βαθμούς ο εκκαλών και 7 ο Χ2), υπερέχει απλώς ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού ο συγκρινόμενος ήδη από τον Ιούνιο του 1976 έως 24-2-1977 και κυρίως από τον Ιούλιο του 1981 άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα (Αναπληρωτή Προϊσταμένου και Προϊσταμένου Τμήματος και Αναπληρωτού Προϊσταμένου Διευθύνσεως και Προϊσταμένου Διευθύνσεως, όχι υποδεέστερα εκείνων που άσκησε ο αναιρεσείων (Υποδιευθυντής και Διευθυντής Καταστημάτων) και σε θέσεις της Τράπεζας όχι ήσσονος σημασίας και βαρύτητας, και είναι ισάξιος ως προς τον ποιοτικό χαρακτηρισμό και πειθαρχική κατάσταση.
Έναντι του Χ3 υπερέχει προδήλως ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, υστερεί ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό ελαφρώς (κατά 1 έτος), συμβαδίζει ως προς τον τίτλο σπουδών, γνώση ξένης γλώσσας, ποιοτικό χαρακτηρισμό και πειθαρχική κατάσταση, υπερέχει ελαφρώς ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (8 ο αναιρεσείων, 5 ο συγκρινόμενος, εκ των οποίων όμως το ένα - εντατική εκπαίδευση υπαλλήλων - είχε διάρκεια 438 ώρες), και υστερεί ελαφρώς ως προς την διάρκεια, είναι δε ισοδύναμος ως προς την βαρύτητα και σημασία των υπευθύνων καθηκόντων που άσκησε, εν σχέση με το συγκρινόμενο.
Εκ της πιο πάνω συγκρίσεως και συνεκτιμήσεως των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των εν λόγω υπαλλήλων, προκύπτει ότι η επίδοση και η ικανότητα του αναιρεσείοντος και των 2ου και 3ου συγκρινόμενων ομοιοβάθμων συναδέλφων του, καθώς και η διοικητική επιδεξιότητα και η εν γένει υπηρεσιακή απόδοσή τους, σε συνδυασμό με το ήθος και την φιλεργία τους βρίσκονται στο ίδιο ικανοποιητικό επίπεδο και ότι ο εκκαλών δεν υπερέχει καταφανώς των ανωτέρω συναδέλφων του από την άποψη των μνησθέντων προσόντων, καθόσον το πρόδηλο προβάδισμα αυτού μόνο ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα δεν αρκεί να καταστήσει και ως προς τα λοιπά προσόντα, τα οποία συνεκτιμώνται, την υπεροχή του πρόδηλη και καταφανή.
Έναντι όμως του Χ1 η υπεροχή του αναιρεσείοντος, παρίσταται προφανής, αφού αυτή εκδηλώνεται στα μείζονος αξίας και βαρύτητας κριτήρια, ήτοι στον τίτλο σπουδών, στον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων και εν γένει στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, χωρίς η πρόδηλη αυτή υπεροχή του να αντισταθμίζεται μόνο εκ της, κατά ένα έτος, υπεροχής αυτού ως προς την ειδική αρχαιότητα.
Περαιτέρω το Εφετείο ως προς την διακωλυτική ένσταση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και τα προσόντα του προτεινομένου προς σύγκριση και παραληφθέντος στην ίδια κρίση ομοιοβάθμου του συναδέλφου του αναιρείοντος Ζ1 δέχθηκε τα εξής: Ο εν λόγω ομοιόβαθμος του αναιρεσείοντος υπάλληλος προσελήφθη από την Τράπεζα στις 14/4/1965 με το βαθμό του Γραμματέα Δ΄ μετά από επιτυχία σε σχετικό εξωτερικό διαγωνισμό, μετατάχθηκε στον Οικονομικό Κλάδο από 1/7/1972 με το βαθμό του Λογιστή Β΄ και προήχθη κατ' απόλυτο εκλογή στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 24/7/1992με αμετάκλητο δικαστική απόφαση (απόφαση Δ.Σ. 4/3-3-1997).
Είναι κάτοχος πτυχίου Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης, γνωρίζει την αγγλική και την γερμανική γλώσσα, βαθμολογηθείς στα φύλλα ποιότητος με το βαθμό 5 της σχετικής κλίμακας, και για την επιμόρφωσή του, έχει παρακολουθήσει οκτώ (8) σεμινάρια με θέμα "Γενική και Ειδική Επιμόρφωση, 1ος κύκλος", "Αποτελεσματική Διοίκηση Προσωπικού", "Ανάλυση της Οικονομικής Καταστάσεως και πρόβλεψη της Χρηματοοικονομικής Εξελίξεως των Επιχειρήσεων", "Τεχνική των Εξαγωγών", "Διοίκηση Ανθρωπίνου Δυναμικού", "Το Δίκτυο INTERNET", "Βελτιώνοντας την αποτελεσματικότητα των Προμηθειών", από 5-25/11/1973, 9-30/4/1975, 5-21/12/1978, 9-25/11/1983, 16-20/6/1986, 10-13/91994 και στις 4/12/1996, αντιστοίχως, ενώ από 8/10/1979 έως 5/5/1980 παρακολούθησε μαθήματα της Γερμανικής γλώσσας στο Ινστιτούτο Γκαίτε.
Από της προσλήψεώς του έως τις 17/8/1972 υπηρέτησε ως απλός υπάλληλος, από 18/8/1982 ως Προϊστάμενος στο Γραφείο Συναλλαγών - Καταθέσεων του Καταστήματος Ελευθερούπολης, από 1/5/1976 ως Προϊστάμενος του Γραφείου Δικαστικού και Ρευστοποιήσεως του Καταστήματος Λαγκαδά, από 29/12/1978 ως Προϊστάμενος της Θυρίδας Χαροκόπου Καλλιθέας, από 9/1/1980 ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος Δημοσίων Σχέσεων της Διευθύνσεως Διοικητικού, από 16/2/1983 ως Προϊστάμενος του άνω Τμήματος της αυτής Διευθύνσεως, από 17/2/1983 ως Υποδιευθυντής του Καταστήματος Αθηνών, από 13/2/1984 ως Υποδιευθυντής Καταστήματος Αττικής, από 18/5/1987 ως Διευθυντής του Καταστήματος Κολιάτσου, από 5/8/1989 ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Προσωπικού με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιεύθυντου, από 5/10/1990 ως Προϊστάμενος του Τμήματος Γραμματείας της Διευθύνσεως Κεντρικού Καταστήματος, από 21/3/1991 ως Προϊστάμενος του Τμήματος Συντηρήσεως Μηχανοργανωτικού Εξοπλισμού της Υποδιευθύνσεως Προμηθειών, από 6/12/1993 ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Προσωπικού με ανάθεση καθηκόντων Υποδιευθυντού και από 28/6/1994 με το βαθμό του Υποδιευθυντού και από 6/12/1995 ως Προϊστάμενος της Υποδιευθύνσεως Προμηθειών.
Στα φύλλα ποιότητος της Υπηρεσίας Επιθεωρήσεως των ετών 1988 και 1993 αντίστοιχα χαρακτηρίζεται "Άριστος", ενώ δεν έχει ελεγχθεί πειθαρχικώς ούτε έλαβε ηθικές ή άλλες αμοιβές. Εκ της ανωτέρω συγκρίσεως και συνεκτιμήσεως των αξιολογικών στοιχείων των πιο πάνω υπαλλήλων προκύπτει ότι ο αναιρεσείων υπερέχει ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (13/7/1968 πρόσληψη αυτού και στις 14/4/1965 πρόσληψη του συγκρινόμενου), υστερεί ως προς την ειδική αρχαιότητα και την γνώση ξένων γλωσσών (κατά 3 περίπου έτη και γνώση μίας μόνο γλώσσας), είναι ισοδύναμος ως προς τους τίτλους σπουδών, αριθμό επιμορφωτικών σεμιναρίων (8 σεμινάρια έκαστος), ποιοτικό χαρακτηρισμό και πειθαρχική κατάσταση, και υστερεί κατά πολύ ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, τόσο σε διάρκεια (έναρξη από 16/2/1977 ο αναιρεσείων και από 18/8/1972 ο συγκρινόμενος), όσο και σε θέσεις της Τραπέζης με μείζονα υπηρεσιακή σημασία και βαρύτητα, σημειουμένου ότι ο τελευταίος ήδη από 31/5/1982, 17/2/1983, 5/6/1989 και 6/12/1993 άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα του Προϊσταμένου Τμήματος, Υποδιευθυντή Καταστήματος Αθηνών, Αναπληρωτή Προϊσταμένου Διευθύνσεως και Αναπληρωτή Προϊσταμένου Διευθύνσεως, αντιστοίχως, ενώ ο εκκαλών, τα υποδεέστερα καθήκοντα του Προϊσταμένου Λογιστηρίου Αγιάς έως 18/4/1984, του Διευθυντή του Καταστήματος Τυρνάβου, ήσσονος βεβαίως υπηρεσιακής δραστηριότητος εκείνου των Αθηνών, Αττικής και Κολιάτσου και του Διευθυντού Καταστήματος Β΄ (και όχι Α΄) Λαρίσης, και, προηγουμένως Βόλου.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο Ζ1 υπερείχε ελαφρώς του αναιρεσείοντος και ότι η υπεροχή αυτή δεν αναιρείται από το προβάδισμα του τελευταίου μόνο ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιόττητα αφού το κριτήριο αυτό αντισταθμίζεται από την πρόδηλη υπεροχή του συγκρινόμενου ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα(κατά 4 και επιπλέον έτη, συνεκτιμωμένου δε και του στοιχείου της ασκήσεως υπευθύνων καθηκόντων, συνάγεται ακώλυτα το συμπέρασμα για το γενικό απλό προβάδισμα του τελευταίου.
Ενόψει αυτών το Εφετείο, κατά παραδοχή της διακωλυτικής ενστάσεως που προέβαλε η αναιρεσίβλητη, απέρριψε το αγωγικό αίτημα περί προαγωγής του αναιρεσείοντος στο βαθμό του Διευθυντού από 20/11/1996, αφού με την ευδοκίμηση της ενστάσεως αυτής διακόπηκε ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραλείψεώς του και της προαγωγής του παραπάνω συναδέλφου του Χ1.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι το Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης που συνήλθε σε συνεδρίαση στις 7/7/1999και απεφάσισε τις προαγωγές του έτους 1999 από την ημερομηνία αυτή, παρέλειψε να προαγάγει τον αναιρεσείοντα στον ίδιο βαθμό του Διευθυντού από τότε, προήγαγε δε, προς πλήρωση υφισταμένων κενών οργανικών θέσεων μεταξύ άλλων, και τον ομοιόβαθμό συνάδελφό του ..... .
Ο υπάλληλος αυτός διορίστηκε στην Τράπεζα στις 14/7/1962 με το βαθμό του Βοηθού (Οικονομικού κλάδου) μετά από επιτυχία του σε σχετικό εξωτερικό διαγωνισμό, και προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή στο βαθμό του Υποδιευθυντού από 28/6/1994. Είναι κάτοχος πτυχίου Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης, έχει παρακολουθήσει για την επιμόρφωσή του ένα σεμινάριο με θέμα "Προβλήματα Εργασιακών Σχέσεων με Συμμετοχή των Εργαζομένων στη Διοίκηση" από 5/6-8/6/1984 και στη γνώση ξένης (αγγλικής) γλώσσας βαθμολογήθηκε με το βαθμό 5 της σχετικής κλίμακας.
Από της προσλήψεώς του έως την 13/4/1967 υπηρέτησε ως απλός υπάλληλος, από 14/6/1967 έως 11/3/1968 ως Προϊστάμενος του Γραφείου Συναλλαγών και Καταθέσεων του Καταστήματος Αστακού, από 8/3/1982 ως Προϊστάμενος του Γραφείου Μισθοδοσίας του Τμήματος Ελέγχου Στοιχείων της Διευθύνσεως Μηχανογράφησης, από 28/6/1983 ως Προϊστάμενος του Τμήματος Ελέγχου Στοιχείων της Διευθύνσεως Μηχανογράφησης, από 9/1/1989 ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Μηχανογράφησης με ανάθεση καθηκόντων Υποδιευθυντού, από 2/11/1990 ως Προϊστάμενος του Τμήματος Υλικού και Εκτυπώσεων της Υποδιευθύνσεως Προμηθειών, από 7/7/1994 ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Μηχανογράφησης και από 11/7/1995 ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Αγροτικής Πίστης.
Στα φύλλα ποιότητος της Υπηρεσιακής Μονάδος των ετών 1981 μέχρι και 1991 χαρακτηρίζεται ως "Άριστος" και σ' εκείνα (φ.π.) της Επιθεωρήσεως του έτους 1993 χαρακτηρίζεται επίσης "Άριστος", ενώ δεν έχει ελεγχθεί πειθαρχικώς ούτε έλαβε ηθικές ή άλλες αμοιβές. Από την αντιπαραβολή και την σύγκριση των, ως άνω, τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του εκκαλούντος προς εκείνα του άνω προς σύγκριση προταθέντος συναδέλφου του προκύπτει ότι η επίδοση και η ικανότητα αυτών και η διοικητική δεξιότητα και η εν γένει υπηρεσιακή απόδοσή τους, σε συνδυασμό προς το ήθος και τη φιλεργία του τους, βρίσκονται στο ίδιο ικανοποιητικό επίπεδο και ότι ο αναιρεσείων δεν υπερέχει καταφανώς του ανωτέρω συναδέλφου του από την άποψη των μνησθέντων προσόντων, καθ' όσον η υπεροχή του μόνο ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων που παρακολούθησαν αντισταθμίζεται απολύτως από την υστέρησή του, ως προς την γενική και ειδική αρχαιότητα ως και από την ισοδυναμία τους κατά τον ποιοτικό χαρακτηρισμό, τη γνώση ξένης γλώσσας, την πειθαρχική κατάσταση, ενώ ως προς το ουσιώδες προσόν της ασκήσεως υπευθύνων καθηκόντων, ουδείς υπερέχει καταφανώς, της απλής και μόνο υπεροχής, ως προς το κριτήριο τούτο του αναιρεσείοντος, δικαιολογημένης εκ του λόγου ότι αυτός ως Υποδιευθυντής και Διευθυντής Καταστημάτων απέκτησε μεγαλύτερη του συγκρινομένου εμπειρία σε Τραπεζικές εργασίες, μη συνεπαγομένης και κρίση περί καταδήλου υπεροχής αυτού ως προς όλα εν γένει τα' αξιολογικά στοιχεία, τα οποία συνεκτιμώνται.
Επομένως, η παράλειψη προαγωγής του εκκαλούντος κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 7/7/1999 στο βαθμό του Διευθυντή δεν αντίκειται στις αρχές που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή για αναγνώριση δικαιώματος προαγωγής του στο βαθμό του Διευθυντή από 20/11/1996, άλλως από 7/7/1999 και επιδίκαση μισθολογικών διαφορών.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του Οργανισμού της ΑΤΕ και τις διατάξεις των άρθρων 281, 297, 298και 914ΑΚ και οι αντίθετοι λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-2-2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της 1923/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ