Legislator Case Law & Legislation
1165/2025 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on damages amount but dismisses procedural grounds regarding evidence evaluation.

Case Number 1165/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final judgment regarding car accident damages. The appellants argued the lower court erred in evaluating witness testimony and failed to provide sufficient reasoning for its decision. The court rejected these claims as they pertained to the assessment of evidence, which is not subject to appellate review, but found the appeal admissible regarding the specific calculation of non-material damages.

Legislator headnote

AI generated

Articles 564, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when specific legal grounds are met while dismissing arguments concerning the factual evaluation of evidence, which remains within the exclusive jurisdiction of the lower court.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evaluation of evidence non-material damages reasoning requirements costs allocation civil procedure code partial remittal

Cited Legislation

AI generated
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1165 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1165/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) V. K. (Β. Κ.) του P. (Π.) και 2) Σ. Δ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αριστέα - Φανουρία Σωτηροπούλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 4-12-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2017 αγωγή του 1ου των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 20-2-2018 αγωγή του 2ου των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16691/2018 μη οριστική και 6136/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1479/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-7-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 5-7-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 512/32/16-2-2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1479/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591, 614 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ.), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκδόθηκε στις 30-8-2021 και η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προσβαλλομένη (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), στις 16-2-2023 (άρθρα 552,553 παρ.1β, 556,558,564 παρ. 3,566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1479/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων V. (Β.) K. (Κ.), ήδη πρώτος αναιρεσείων, με την από 28-11-2017 (αριθμ.

έκθ. κατ. 116274/19262/28-11-2017) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, ζήτησε, όπως περιόρισε το αίτημα από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, ευθυνόμενων εις ολόκληρον, να του καταβάλουν ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία που υπέστη, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ιδιαίτερη χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 Α.Κ.

τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή χρηματικά ποσά, λόγω του τραυματισμού του σε τροχαίο ατύχημα, το οποίο συνέβη κάτω από τις σ' αυτή περιγραφόμενες συνθήκες, οφειλόμενου σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγομένου, ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, κατά τη σύγκρουση του με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου που οδηγούσε ο τελευταίος, ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ίδιος (ενάγων-1ος αναιρεσείων), ιδιοκτησίας της Σ. Δ. και του Ε. Μ. (μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη).

Επίσης, ο ενάγων Σ. Δ., ήδη δεύτερος αναιρεσείων, και άλλα πρόσωπα, που δεν ενδιαφέρουν την προκειμένη αναιρετική δίκη, με την από 20-2-2018 (αριθμ. έκθ. κατ. 3948/3049/ 20-2-2018) αγωγή του ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, ζήτησε, όπως περιόρισε το αίτημα από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, ευθυνόμενων εις ολόκληρον, να του καταβάλουν ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία που υπέστη, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ιδιαίτερη χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 Α.Κ.

τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή του χρηματικά ποσά, λόγω του τραυματισμού του στο προαναφερόμενο τροχαίο ατύχημα, το οποίο συνέβη κάτω από τις σ' αυτή περιγραφόμενες συνθήκες, οφειλόμενου σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγομένου, ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, κατά τη σύγκρουση του με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου που οδηγούσε ο τελευταίος, ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο V. (Β.) K. (Κ.), (1ος αναιρεσείων), ιδιοκτησίας της Σ. Δ. και του Ε. Μ. (μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη), στο οποίο επέβαινε ως συνοδηγός.

Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6691/2018 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου να προσκομισθεί με επιμέλεια του ενάγοντος της πρώτης αγωγής βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του ΙΚΑ, για το είδος, την έκταση και τη διάρκεια των παροχών που έλαβε ή δικαιούται να λάβει από τον ασφαλιστικό του φορέα ως προς τα αιτηθέντα κονδύλια για ιατρικές δαπάνες και να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη σε αμφότερους τους ενάγοντες για τα θέματα που ορίσθηκαν σ' αυτή, διορίζοντας ως πραγματογνώμονες ιατρούς χειρουργούς-ορθοπεδικούς.

Μετά τη διεξαγωγή της διαταχθείσας, κατά τα άνω, ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, οι ενάγοντες με κλήση επανέφεραν προς συζήτηση τις προαναφερθείσες αγωγές τους και συζητήσεως γενομένης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6136/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού έκρινε ότι, όπως συνομολόγησαν οι εναγόμενοι, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού, δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, ότι αμφότεροι οι ενάγοντες υπέστησαν μερική ισόβια αναπηρία από το ατύχημα και ότι δικαιούνται ιδιαίτερη χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατ'άρθρο 932 ΑΚ, ο μεν ενάγων της πρώτης αγωγής (1ος αναιρεσείων) τα ποσά των 15.000 ευρώ και 20.000 ευρώ αντιστοίχως, ο δε ενάγων της δεύτερης αγωγής (2ος αναιρεσείων) τα ποσά των 12.000 ευρώ και 15.000 ευρώ αντιστοίχως και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να τους καταβάλουν για τις αιτίες αυτές τα προαναφερόμενα ποσά, ενώ απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αξίωση του ενάγοντος της δεύτερης αγωγής- δεύτερου αναιρεσείοντος για απώλεια εισοδημάτων και διαφυγόντα κέρδη.

Επί ασκηθεισών εκ μέρους των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων, εφέσεων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1479/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις, επικυρώνοντας τις πρωτόδικες αποφάσεις (μη οριστική και οριστική). Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του".

Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής επιστήμης αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Η Α.Κ. 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.

Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τέτοια δεν σημαίνει κατ' ανάγκην πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας.

Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, κατά την ορθή ερμηνεία της ίδιας διάταξης, με αυτή προβλέπεται η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν μπορεί να προσδιοριστεί, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Συνεπώς, και στην περίπτωση αυτή, όπως και στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ο προσδιορισμός του επιδικαζόμενου εύλογου κατά την κρίση του Δικαστηρίου χρηματικού ποσού της προβλεπόμενης από το άρθρο 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής εναπόκειται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και η περί αυτού κρίση του τελευταίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου. Επιβάλλεται, όμως, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας (Α.Π. 1617/2024, Α.Π.1424/2022, Α.Π. 187/2021, Α.Π. 548/2020, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 1430/2018).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί, ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 9/2015, Α.Π. 1617/2024, Α.Π. 548/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 553/2019, Α.Π. 1207/2017).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 Α.Κ. προκύπτει ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον (Α.Π. 909/2022, Α.Π. 1105/2015).

Η μελλοντική περιουσιακή ζημία, την οποία υφίσταται ο παθών, μπορεί να είναι και μελλοντική θετική ζημία. Αυτό εμφανίζεται στις διάφορες εγχειρήσεις στις οποίες ο παθών πρέπει να υποβάλλεται διαδοχικά μέχρις ότου ολοκληρωθεί η όλη διαδικασία της αποθεραπείας του, ιδιαίτερα στα κατάγματα (Α.Π. 1935/2013, Α.Π. 1379/2010).

Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο.

Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 Α.Κ., ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας. Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται ως "πρόωρη", και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί (Α.Π. 909/2022, Α.Π. 1105/2015, Α.Π. 2153/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Η παραβίαση, δηλαδή, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται, υπό την επίκληση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο, αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 6/2020, Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 6/2019, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 6/2006, Α.Π. 1673/2023, Α.Π. 671/2020).

Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 2/2019, Α.Π. 736/2021).

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.ΑΠ 6/2020, Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 6/2019, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1617/2024, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 834/2021, Α.Π. 1284/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον, σχετικά με τους λόγους αναίρεσης, τμήμα της, αναφορικά με τα κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης των αναιρεσειόντων, της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ και της αξίωσης του δεύτερου αναιρεσείοντος για απώλεια εισοδημάτων και διαφυγόντα κέρδη, δέχθηκε τα εξής: "...

Από το ατύχημα ο ενάγων της πρώτης αγωγής (ήδη πρώτος αναιρεσείων) και ο πρώτος ενάγων της δεύτερης αγωγής (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) τραυματίσθηκαν. Ο ενάγων της πρώτης αγωγής διακομίσθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο Ξάνθης, νοσηλεύθηκε για ένα βράδυ και κατόπιν διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου που εισήχθη στην Οφθαλμολογική Κλινική, νοσηλευόμενος από 12-11-2016 έως 19-11-2016 και κατόπιν στη Β' Ορθοπεδική κλινική από 19- 11-2016 έως 28-11-2016 οπότε και εξήλθε.

Από το ατύχημα υπέστη ρήξη του βολβού του δεξιού οφθαλμού, με συνοδό κάταγμα του έσω τοιχώματος του σύστοιχου οφθαλμικού κόγχου, κάταγμα κνημιαίων κονδύλων του αριστερού γόνατος, κάταγμα στον 7° θωρακικό σπόνδυλο, εξάρθρημα της δεξιάς κλείδας, κάταγμα πλάγιου τόξου πλευράς δεξιά με μικρή ρύπανση οπισθοστερνικά.

Τα κατάγματα στο αριστερό γόνατο αντιμετωπίσθηκαν με χειρουργική μέθοδο ανοικτής ανάταξης και οστεοσύνθεσης με τη χρήση ειδικής πλάκας και ανάλογων κοχλιών, τα κατάγματα του Θ7 σπονδύλου και της δεξιάς κλείδας αντιμετωπίσθηκαν συντηρητικά. Η πλήρης καταστροφή του δεξιού οφθαλμικού βολβού αντιμετωπίσθηκε από την Πανεπιστημιακή Οφθαλμολογική Κλινική του Γενικού νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ με προετοιμασία του οφθαλμικού κόγχου για την κατάλληλη εφαρμογή οφθαλμικής πρόθεσης ενώ μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ μεταφέρθηκε στο Κέντρο Αποκατάστασης και Αποθεραπείας ΑΡΩΓΗ όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι την 27.1.2017.

Ο ορισθείς πραγματογνώμονας ιατρός, χειρουργός ορθοπεδικός Ε. Κ. στη διενεργηθείσα ιατρική πραγματογνωμοσύνη αποφάνθηκε ότι ο ενάγων βαδίζει χωλαίνοντας με τη βοήθεια μιας βακτηρίας, η όρασή του είναι μόνιμα μονόφθαλμη, ενώ στη θέση του δεξιού οφθαλμικού κόγχου την απώλεια του οφθαλμικού βολβού υποκαθιστά κοσμητική οφθαλμική πρόθεση, στο χειρουργημένο αριστερό γόνατο διαπιστώνεται έντονη πλαγιοαστάθεια, υπερέκταση στην άρθρωση λόγω ανεπάρκειας του οπίσθιου χιαστού συνδέσμου και αδυναμία του τετρακέφαλου μυός, ο δεξιός ώμος εμφανίζει έντονα σημεία αστάθειας και οι προσπάθειες ανύψωσης και προσαγωγής του βραχίονα είναι ιδιαίτερα επώδυνες, ο καταγματικός 7ος θωρακικός σπόνδυλος απεικονίζεται με μικρού βαθμού καθίζηση της άνω επιφυσιακής πλάκας του σώματός του.

Το ποσοστό αναπηρίας του παθόντος το προσδιορίζει ο πραγματογνώμονας σε 56,8%,ποσοστό παρεμφερές με αυτό που γνωμάτευσε η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή ΚΕΠΑ την 4.12.2017. Ο ίδιος πραγματογνώμονας αναφέρει ότι ο ενάγων της πρώτης αγωγής για τη βελτίωση της κατάστασης της υγείας του πρέπει τα επόμενα 1-2 χρόνια να υποβληθεί σε επέμβαση αφαίρεσης των μεταλλικών υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για την οστεοσύνθεση των καταγμάτων της αριστερής κνήμης με συνολικό κόστος 3.750 ευρώ έως 4.800 ευρώ, αποκατάσταση του τραυματικού εξαρθρήματος της κλείδας στο δεξιό ώμο με χειρουργική επέμβαση σταθεροποίησης και οστεοσύνθεσης της κλείδας στην ακρωμιοκλειδική άρθρωση με συνολικό κόστος της επέμβασης 3.700 ευρώ ως 4.800 ευρώ.

Η πλήρης επιτυχία των ως άνω επεμβάσεων και η τήρηση των προγραμμάτων αποκατάστασης θα μπορούσε να κατεβάσει το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του σε 35 με 40% όπως γνωματεύει ο ως άνω ορισθείς πραγματογνώμονας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά τη διάρκεια αποθεραπείας του στην οικία του, δεδομένου ότι κατά το χρονικό διάστημα που νοσηλευόταν στο νοσοκομείο η ανάγκη εξυπηρέτησής του καλύπτονταν από το νοσηλευτικό προσωπικό, δεν είχε ικανότητα αυτοεξυπηρέτησης και είχε ανάγκη βοήθειας από τρίτο άτομο για το χρονικό διάστημα από 27.1.2017 έως 27.10.2017. Τις υπηρεσίες αυτές ανέλαβαν να τις προσφέρουν η σύζυγός του και η πεθερά του οι οποίες με εντατικοποίηση των προσπαθειών τους βοηθούσαν τον ενάγοντα - παθόντα στην κάλυψη των καθημερινών αναγκών του. Ο τελευταίος δεν κατέβαλε, βέβαια, αμοιβή, στη σύζυγο και στην πεθερά του πλην όμως, δικαιούται αποζημίωσης ανάλογης μ' αυτή που θα αναγκαζόταν να καταβάλει, εάν προσλάμβανε για το σκοπό αυτό τρίτο άτομο, η οποία προσδιορίζεται, στο ποσό των 20 ευρώ ημερησίως, το οποίο το δικαστήριο κρίνει ανάλογο με το ποσό που θα λάμβανε μία μη εξειδικευμένη βοηθός.

Συνεπώς, πρέπει να του επιδικαστεί το συνολικό ποσό των 5.400 ευρώ για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα. Το υπόλοιπο χρονικό διάστημα ο ενάγων μπορούσε και μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος έφεσης και το αιτούμενο αγωγικό κονδύλιο. Ο ενάγων κατά το χρόνο του ατυχήματος εργαζόταν ως οδηγός φορτηγού-φορτοταξί στην επιχείρηση "Δ.

Σ. Μ. Ε. ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ" που τον είχε προσλάβει με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 7.9.2016 για να εργασθεί ως υπάλληλος οδηγός μικρών φορτηγών κατά τις ημέρες Δευτέρα έως Σάββατο και από ώρες 11:00 έως 14:00 ήτοι συνολικά για 18 ώρες εργασίας εβδομαδιαίως και με μικτές αποδοχές 703,30 ευρώ μηνιαίως.

Ο ενάγων ο οποίος ήταν συνταξιούχος επιπλοποιός και κατά το χρόνο του ατυχήματος οδηγός φορτοταξί απώλεσε, λόγω της αναπηρίας του εισοδήματα για το χρονικό διάστημα από 12.11.2016 έως 12.12.2019 το ποσόν των 26.022,10 ευρώ ( ήτοι 703,30 ευρώ *37 μήνες) το οποίο πρέπει να του επιδικασθεί όπως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ το αιτούμενο κονδύλιο ήτοι μέχρι το έτος 2032 οπότε και θα συνταξιοδοτείτο ως οδηγός φορτοταξί κρίνεται ως προώρως ασκούμενο καθόσον δεν είναι βέβαιο ότι θα ασκούσε και θα αποκόμιζε από την εργασία του εισοδήματα για τόσο μακρό χρονικό διάστημα, ενόψει και του ότι προ του ατυχήματος ασκούσε το επάγγελμα του επιπλοποιού ενώ από τους προσκομιζόμενους πίνακες ενσήμων προκύπτει ότι ο παθών τα προηγούμενα του ατυχήματος έτη εργαζόταν κατά μέσο όρο 30-40 ημέρες ετησίως (το έτος 2015 34 ημέρες εργασίας, το έτος 2014 0 ημέρες εργασίας, το έτος 2016 9 ημέρες εργασίας κ.λ.π.) ενώ από τις προσκομιζόμενες φορολογικές δηλώσεις του προκύπτει ότι τα προηγούμενα έτη προ του ατυχήματος αποκέρδαινε περί τα 600 ευρώ ετησίως.

Επιπλέον εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι ο ενάγων πραγματοποιούσε ή θα πραγματοποιούσε στο μέλλον υπερωρίες και ότι ελάμβανε επιπλέον αποδοχές για την εκτός έδρας εργασία του γι' αυτό το σχετικό αιτούμενο αγωγικο κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο ως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορριπτομένου του δευτέρου λόγου έφεσης.

Ο ενάγων αιτείται την καταβολή του ποσού των 547.000 ευρώ για μελλοντικές επεμβάσεις, φυσιοθεραπείες, παρακλινικές εξετάσεις κ.λ.π. πλην όμως δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα ότι αυτός θα πραγματοποιήσει τις ως άνω ιατρικές εξετάσεις, φυσιοθεραπείες κ.λ.π. ενόψει άλλωστε που και οι περισσότερες άλλως όλες θα καλύπτονται από τον ασφαλιστικό του φορέα και γι' αυτό τα ως άνω κονδύλια πρέπει να απορριφθούν ως προώρως ασκούμενα, ως ορθά κρίθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορριπτομένου του τρίτου λόγου έφεσης.

Επίσης προέκυψε ότι ο τραυματισμός από το ένδικο ατύχημα, κατέλειπε στον ενάγοντα της πρώτης κύριας αγωγής, μόνιμη αναπηρία και ως εκ τούτου λόγω της μόνιμης αναπηρίας που υπέστη, η οποία, ενόψει και του επαγγέλματος του ( οδηγός φορτοταξί ) θα επηρεάσει άμεσα το επαγγελματικό του μέλλον, αλλά και την κοινωνική του ζωή δικαιούται πρόσθετης αποζημίωσης, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, την οποία το Δικαστήριο προσδιορίζει, στο ποσό των 15.000 ευρώ, ως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορριπτομένου του τέταρτου λόγου έφεσης.

Λόγω της γενομένης σε βάρος του αδικοπραξίας ο ενάγων τη πρώτης αγωγής υπέστη ηθική βλάβη, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος, του είδους και της έντασης της προσβολής, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγόμενου, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων το ποσό των 20.000 που κρίνεται εύλογο (πέραν του ποσού των 50 ευρώ, που επιφυλάσσεται να διεκδικήσει, ως πολιτικώς ενάγων στο ποινικό δικαστήριο).

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε καταρχήν ομοίως ως προς τα επιδικασθέντα ποσά στον ενάγοντα της πρώτης αγωγής ορθά εκτίμησε τις προσκομισθείσες ενώπιον του αποδείξεις γι' αυτό απορριπτομένων όλων των λόγων της δεύτερης έφεσης πρέπει να απορριφθεί αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη... Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι από το ένδικο τροχαίο ατύχημα τραυματίσθηκε και ο Σ.

Δ. (ήδη δεύτερος αναιρεσείων), συνοδηγός του ζημιωθέντος φορτηγού οχήματος, διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Ξάνθης όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα του οπίσθιου χείλους της αριστεράς κοτύλης, οπίσθιο εξάρθρημα αριστερού ισχίου, κάταγμα της κεφαλής του αριστερού μηριαίου οστού, υποβλήθηκε σε κλειστή ανάταξη του εξαρθρήματος της μηριαίας κεφαλής και τοποθετήθηκε σκελετική έλξη από τους μηριαίους κονδύλους, νοσηλεύθηκε μέχρι τις 13.11.2016, κατόπιν διακομίσθηκε με ασθενοφόρο στη Β' Ορθοπεδική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση ανοικτής ανάταξης και εσωτερικής οστεοσύνθεσης του κατάγματος του οπισθίου χείλους της κοτύλης και αφαίρεση οστεοχόνδρινων τεμαχίων από την άρθρωση του αριστερού ισχίου, τοποθετήθηκε εκ νέου σκελετική έλξη από τους μηριαίους κονδύλους για το συνολικό χρονικό διάστημα των έξι εβδομάδων.

Παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 28.11.2016 και συνέχισε τη νοσηλεία του στην οικία του για τις επόμενες έξι εβδομάδες, καθηλωμένος σε κλίνη με εφαρμοσμένη τη σκελετική έλξη. Μετά την αφαίρεση της σκελετικής έλξης διαπιστώθηκε δυσκαμψία του αριστερού γόνατος, υποβλήθηκε σε 60 συνεδρίες φυσικοθεραπειών όπου υπήρξε μικρή βελτίωση της κάμψης.

Του εφαρμόσθηκε λειτουργικός νάρθηκας κατά το νυχτερινό ύπνο κυρίως σε κάμψη του γόνατος. Νοσηλεύθηκε εκ νέου στο ίδιο Νοσοκομείο από 13.3.2017 έως 20.3.2017, στις 14.3.2017 υποβλήθηκε σε πλαστική επιμήκυνση του αριστερού τετρακέφαλου μυός λόγω ελλείμματος κάμψης του αριστερού γόνατος, από 11.5.2017 έως 17.5.2017 νοσηλεύθηκε στη Β' Καρδιολογική κλινική του ίδιου Νοσοκομείου λόγω θωρακικού άλγους και υπέρτασης, στις 11.1.2018 υποβλήθηκε σε ολική αρθροπλαστική του αριστερού ισχίου.

Από την ιατρική πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε ο ορισθείς με την υπ' αριθ. 16691/2018 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Γ. Β. προκύπτει ότι ο πρώτος ενάγων της δεύτερης αγωγής βαδίζει με την υποβοήθηση μιας βακτηρίας , με μόνιμη χωλότητα, έχει άλγος του αριστερού ισχίου που δυσχεραίνει την καθημερινότητά του και αποφαίνεται ότι το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του ανέρχεται σε 40% καθόσον υποβλήθηκε σε ολική αρθροπλαστική αριστερού ισχίου και εμφανίζει δυσκαμψία αριστερού γόνατος σε έδαφος πλαστικής τετρακεφάλου, ότι η κατάσταση της υγείας του είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη καθόσον θα φέρει ισοβίως μια τεχνητή άρθρωση στο αριστερό ισχίο η δε χρονική διάρκεια καλής λειτουργίας της ολικής αρθροπλαστικής του ισχίου ανέρχεται σε δεκαπέντε με είκοσι χρόνια.

Επίσης ότι μελλοντικά μπορεί να υποβληθεί σε νέα επέμβαση κόστους περί τα 7000 ευρώ για αντικατάσταση των φθαρμένων τμημάτων της τεχνητής άρθρωσης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων της δεύτερης αγωγής κατά τη διάρκεια αποθεραπείας του στην οικία του, δεδομένου ότι κατά το χρονικό διάστημα που νοσηλευόταν στο νοσοκομείο η ανάγκη εξυπηρέτησής του καλύπτονταν από το νοσηλευτικό προσωπικό, δεν είχε ικανότητα αυτοεξυπηρέτησης και είχε ανάγκη βοήθειας από τρίτο άτομο για το χρονικό διάστημα από 28.11.2016 έως 28.5.2017. Τις υπηρεσίες αυτές ανέλαβαν να τις προσφέρουν η μητέρα του και η κόρη του οι οποίες με εντατικοποίηση των προσπαθειών τους βοηθούσαν τον ενάγοντα -παθόντα στην κάλυψη των καθημερινών αναγκών του. Ο τελευταίος δεν κατέβαλε, βέβαια, αμοιβή, στη μητέρα και στην κόρη του, πλην όμως, δικαιούται αποζημίωσης ανάλογης μ' αυτή που θα αναγκαζόταν να καταβάλει, εάν προσλάμβανε για το σκοπό αυτό τρίτο άτομο, η οποία προσδιορίζεται, στο ποσό των 20 ευρώ ημερησίως, το οποίο το δικαστήριο κρίνει ανάλογο με το ποσό που θα λάμβανε μία μη εξειδικευμένη βοηθός.

Συνεπώς, πρέπει να του επιδικαστεί το συνολικό ποσό των 3.600 ευρώ για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα. Το υπόλοιπο χρονικό διάστημα ο ενάγων μπορούσε και μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος έφεσης και το αιτούμενο αγωγικό κονδύλιο. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος εργαζόταν ως βοηθός οδηγού φορτηγού- φορτοταξί, με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην επιχείρηση "Δ. Σ. Μ. Ε. ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ" και ότι εργαζόταν καθημερινά με μεικτό μηνιαίο μισθό 1200 ευρώ και ότι λόγω του σοβαρού τραυματισμού του απώλεσε εισοδήματα ύψους 16800 ευρώ και θα απωλέσει μελλοντικά εισοδήματα μέχρι την 1.2.2033 οπότε και θα συνταξιοδοτηθεί ύψους 216.000 ευρώ. Ωστόσο όμως εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προκύπτει η απασχόλησή του στο ως άνω νομικό πρόσωπο, άλλωστε ο ίδιος δήλωσε ότι εργαζόταν ως ελεύθερος επαγγελματίας στην προανακριτική κατάθεσή του, στις 14.7.2016 προέβη σε διακοπή εργασιών στη Δ.ΟΥ. όπου αναφέρεται ότι ασχολούνταν με λιανικό εμπόριο επίπλων, κατασκευή επίπλων κουζίνας και λιανικό εμπόριο επίπλων.

Συνεπώς ο πρώτος ενάγων δεύτερης αγωγής δεν δικαιούται να του επιδικασθούν διαφυγόντα κέρδη ως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορριπτομένου του δεύτερου λόγος έφεσης... Επίσης προέκυψε ότι ο τραυματισμός από το ένδικο ατύχημα, κατέλειπε στον πρώτο ενάγοντα της δεύτερης κύριας αγωγής, μόνιμη αναπηρία και ως εκ τούτου λόγω της μόνιμης αναπηρίας που υπέστη, η οποία θα επηρεάσει άμεσα το επαγγελματικό του μέλλον, αλλά και την κοινωνική του ζωή δικαιούται πρόσθετης αποζημίωσης, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, την οποία το Δικαστήριο προσδιορίζει, στο ποσό των 12.000 ευρώ, ως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορριπτομένου του τέταρτου λόγου έφεσης.

Λόγω της γενομένης, σε βάρος του αδικοπραξίας ο πρώτος ενάγων της δεύτερης αγωγής υπέστη ηθική βλάβη, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος, του είδους και της έντασης της προσβολής, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγόμενου, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων το ποσό των 15.000 που κρίνεται εύλογο(πέραν του ποσού των 50 ευρώ, που επιφυλάσσεται να διεκδικήσει, ως πολιτικώς ενάγων στο ποινικό δικαστήριο)...".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις από 15-10-2020 και 10-10-2020 εφέσεις των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την υπ'αριθμ. 6136/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κρίνει τα ίδια, και κατά το ενδιαφέρον στην παρούσα δίκη μέρος της, είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση των εναγομένων, ήδη αναιρεσίβλητων (υπαίτιου οδηγού και ασφαλιστικής εταιρείας) να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά στους ενάγοντες ως χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αξίωση του ενάγοντος της δεύτερης αγωγής - δευτέρου αναιρεσείοντος για απώλεια εισοδημάτων και για διαφυγόντα κέρδη.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στα προαναφερθέντα ποσά, και ειδικότερα στο ποσό των 20.000 ευρώ για τον πρώτο αναιρεσείοντα και στο ποσό των 15.000 ευρώ για το δεύτερο αναιρεσείοντα, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 του Α.Κ., καθόσον τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά, δεν τελούν σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ηθική βλάβη, που δέχθηκε ότι υπέστησαν οι αναιρεσείοντες, υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονται δε και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσών.

Περαιτέρω, το Εφετείο, καθορίζοντας το ύψος της εύλογης ιδιαίτερης χρηματικής παροχής εκ του άρθρου 931 του Α.Κ. στο ποσό των 15.000 ευρώ για τον πρώτο αναιρεσείοντα και στο ποσό των 12.000 ευρώ για το δεύτερο αναιρεσείοντα, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα προαναφερόμενα ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, είναι κατώτερα και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, ενόψει και των ανέλεγκτων αναιρετικά παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι η μερική ισόβια αναπηρία των αναιρεσειόντων, το ποσοστό της οποίας ανέρχεται για μεν τον πρώτο αναιρεσείοντα σε 56,8% - και σε περίπτωση πλήρους επιτυχίας των μελλοντικών επεμβάσεων και τήρησης των προγραμμάτων αποκατάστασης θα μπορούσε να κατέλθει σε 35% με 40%- , για δε το δεύτερο αναιρεσείοντα σε ποσοστό 40%, στο βαθμό και έκταση που αναλυτικά εκτίθενται στις ως άνω παραδοχές της, οπωσδήποτε στο μέλλον θα επηρεάσει άμεσα το επαγγελματικό τους μέλλον και την κοινωνική τους ζωή.

Επομένως, ο σχετικός πρώτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 931 Α.Κ.

και 932 Α.Κ., καθώς και των διατάξεων του άρθρου 25 του Συντάγματος, επιδίκασε στους αναιρεσείοντες τα ως άνω ποσά, τα οποία υπολείπονται καταφανώς των επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, Α.Π. 687/2024, Α.Π. 1230/2023, Α.Π. 136/2022, Α.Π. 83/2021, Α.Π. 50/2020). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 380/2023, Α.Π. 889/2020, Α.Π. 498/2018, Α.Π. 208/2018).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί του ουσιώδους ζητήματος της απώλειας εισοδημάτων και διαφυγόντων κερδών του δευτέρου αναιρεσείοντος, λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, έλαβε υπόψη και αξιολόγησε τα νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα και ειδικότερα: 1) την κατάθεση της εξετασθείσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρα Ε.

Δ. και 2) τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων Δ. Δ. και Σ. Χ., που περιέχονται στην υπ' αριθμ. ...-2018 ένορκη βεβαίωση, με αποτέλεσμα να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο το ως άνω αγωγικό κονδύλιο. Όπως, όμως, προκύπτει από την ενυπάρχουσα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαβεβαίωση ότι " ...από την επανεκτίμηση ...ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης και την ανωμοτί κατάθεση των εναγόντων αμφοτέρων των αγωγών, από όσα έγγραφα νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η με αριθμό ...-2018 ένορκη βεβαίωση που λήφθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, με επιμέλεια των εναγόντων μετά από κλήτευση των εναγόμενων (βλ.

τις υπ'αριθμ. ...-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του πρωτοδικείου Καβάλας Δ. Ζ. και την υπ' αριθ. ...-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Γ. Δ.), η υπ'αριθ. ...-2018 ένορκη βεβαίωση που λήφθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, με επιμέλεια των εναγόντων μετά από κλήτευση των εναγόμενων (βλ.

την υπ'αριθ. ...-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καβάλας Δ. Ζ.), που δεν λαμβάνεται υπόψιν ως προς τη δεύτερη εναγόμενη ενόψει του ότι δεν επιδόθηκε σ' αυτήν, τα έγγραφα της διενεργηθείσας προανάκρισης, η με αριθμό ....2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ' αριθ. 1669/2018 μη οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ορθοπεδικού ιατρού Ε.

Κ., η με αριθμό ....2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την ίδια απόφαση, ορθοπεδικού χειρουργού Γ. Β. και από όλα τα λοιπά έγγραφα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της αβασιμότητας του ανωτέρω κονδυλίου της απώλειας εισοδημάτων και διαφυγόντων κερδών του δεύτερου αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου.

Η, δια του ερευνώμενου δε λόγου, προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα- το περιεχόμενο των οποίων δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο- συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ως άνω νομική σκέψη.

Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα από τους αναιρεσείοντες. Τέλος, απορριπτέος, κρίνεται και ο τρίτος εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την κατ' ουσίαν απόρριψη του, κατά τα άρθρα 929 και 298 Α.Κ., κονδυλίου απώλειας εισοδημάτων και μελλοντικών διαφυγόντων κερδών του δεύτερου αναιρεσείοντος, εξαιτίας του τραυματισμού του, δεδομένου ότι το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το παραπάνω ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή τους.

Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια, της μη παραθέσεως αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση. Οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείψεις: α) ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις προαναφερόμενες καταθέσεις μαρτύρων, από τις οποίες αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος αναιρεσείων εργαζόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος ως βοηθός οδηγού φορτηγού, καταθέσεις, οι οποίες, όπως ισχυρίζονται, δεν αναιρούνται από έτερο αποδεικτικό μέσο και β) ότι ο δεύτερος αναιρεσείων ήταν συνοδηγός του καταστραφέντος κατά το ένδικο ατύχημα οχήματος που επέστρεφε στη Θεσσαλονίκη από εκτελεσθείσα μεταφορά στην Κομοτηνή, γεγονός που θεμελιώνει τον ισχυρισμό του ότι εργαζόταν ως βοηθός οδηγού- εργάτης του φορτοταξί, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, με τις οποίες, υπό την επίκληση της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα του Εφετείου, ως προς την, εξ αιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, μη απώλεια εισοδημάτων και διαφυγόντων κερδών και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Κατ' ακολουθίαν, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.

Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους αναιρεσείοντες, κατά τα προαναφερθέντα κεφάλαιά της, που αφορούν το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της χρηματικής παροχής εκ του άρθρου 931 ΑΚ και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στους καταθέσαντες και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 1479/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ