Legislator Case Law & Legislation
1165/2024 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership via adverse possession under Cretan Code.

Case Number 1165/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court ruling confirming the plaintiff's ownership of land through adverse possession. The State argued the land was Ottoman state property and subject to specific Ottoman laws, but the court found these conditions did not apply to the specific parcel in question. Consequently, the court upheld the lower court's decision based on the Cretan Civil Code, which allowed private acquisition of such lands through adverse possession between 1904 and 1915.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3, 6, 103 of the Ottoman Law on Lands of 1856; Articles 293, 295, 362, 1356, 1357 of the Cretan Civil Code: The Supreme Court held that the Ottoman state's ownership claims and specific land laws did not prevent the acquisition of the disputed property by the plaintiff through adverse possession under the Cretan Civil Code, thereby validating the lower court's decision.

Keywords

AI generated
adverse possession Cretan Civil Code Ottoman state property land ownership property title adjudication of land state immunity

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 6A of the Decree of 26-6/10-7-1944 on the Code of Laws of the State
Articles 3, 6 and 103 of the Ottoman Law on Lands of 7th Ramazan 1274 (1856)
Articles 293, 295, 362, 1356 and 1357 of the Cretan Civil Code
Article 51 of the Cretan Law on Real Estate
Articles 974, 976, 1045, 1046, 1051 of the Civil Code
Article 70 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1165 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1165/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα - Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Δ. Ι. του Ι., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 223/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2022 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-10-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Περαιτέρω, το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου, το οποίο προσετέθη με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014, ορίζει ότι: "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει α) στους αντιδίκους του ή στον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους.

Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο.

Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις" (ΑΠ 538/2023, ΑΠ 571/2017). Στην προκειμένη περίπτωση ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, τη συζήτηση της οποίας επισπεύδει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (6-3-2024) και κλήση της αναιρεσίβλητης να παραστεί κατά την ανωτέρω συζήτηση επιδόθηκε νομίμως, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις και εμπροθέσμως στην αντίκλητό της δικηγόρο Ρεθύμνου Γεωργία Πετουσάκη, η οποία και την εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης, όπως προκύπτει από την επιτρεπτώς επισκοπούμενη προσβαλλόμενη απόφαση και από την με επίκληση προσαγόμενη από το αναιρεσείον υπ' αριθ. ...

έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας Εφετείο Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ρεθύμνου, Α. Ζ.. Κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, πλην όμως, ως νομίμως κλητευθείσα, πρέπει να δικασθεί ως να ήταν παρούσα και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής.

Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 περί κώδικα νόμων δικών του Δημοσίου, όπως το εδ. α αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 Ν. 3514/2006, ορίζεται ότι: "Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων.

Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών". Εξάλλου με το άρθρο 11 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το Ν. 1756/1988, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 130 Ν. 4938/2022, ορίζεται ότι: "οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους".

Τέλος, με το άρθρο 11 παρ. 2 Ν. 4938/2022 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών ορίζεται ότι: "τα θερινά τμήματα αρχίζουν την 1 Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους". Από το συνδυασμό ων ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι για το Δημόσιο αναστέλλονται οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων και συνεπώς και της αίτησης αναίρεσης, για το χρονικό διάστημα από 1 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους (ΑΠ 1065/2023, ΑΠ 347/2021, ΑΠ 564/2017, ΑΠ 415/2016).

Κατά της υπ' αριθ. 58/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης την από 11-10-2022 (υπ' αριθ. έκθ. κατάθ. 32/13-10-2022) αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα την 13-10-2022, εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών (άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ) που αρχίζει από την 16.9.2022, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επιδόθηκε από το αναιρεσείον στην αναιρεσίβλητη κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, την 5-7-2022, όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση στο επιδοθέν αντίγραφο αυτής από τον δικαστικό επιμελητή της περιφέρειας Εφετείο Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ρεθύμνου Ι.

Χ., στην οποία (προθεσμία) δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 5-7-2022 έως 15-9-2022. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 144, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η ως άνω προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 58/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 223/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, που δίκασε επί της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 Ν. 2664/1998 για αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας της αναιρεσίβλητης, με βάση την έκτακτη χρησικτησία και διόρθωση ανακριβών πρώτων κτηματολογικών εγγραφών.

Η αγωγή ασκήθηκε από την ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, κατά του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος για το τμήμα του ακινήτου της που εμφανίζεται ως άγνωστου ιδιοκτήτη και κατά των λοιπών εναγομένων, ο καθένας από τους οποίους εμφανίζεται ως δικαιούχος ξεχωριστού τμήματος του ακινήτου της και η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έκανε δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή κατά του αναιρεσείοντος και κατά των συνεναγομένων, απλών ομοδίκων του, λόγω της ερημοδικίας τους, χωρίς αυτοί να ασκήσουν ένδικο μέσο.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 περ. α, υποπερ. αα και ββ Ν. 2664/1998, όπως αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 παρ. 3 Ν. 4164/2013 όπως ισχύει: "Όταν η διόρθωση αφορά σε ανακριβή αρχική εγγραφή δικαιώματος που έχει καταχωριστεί μερικά με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη" και μερικά υπέρ τρίτου προσώπου που αναγράφεται ως δικαιούχος, τότε ασκείται η αγωγή της παραγράφου 2, που απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου και κατά του αναγραφόμενου ως δικαιούχου του δικαιώματος στο οποίο αφορά η εγγραφή, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο αυτή.

Το ίδιο ισχύει και για τη διόρθωση αρχικών εγγραφών επί ακινήτου, που τμήματά του έχουν καταχωριστεί με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη" και υπέρ τρίτου προσώπου που αναγράφεται ως δικαιούχος (αα). Κατ' εξαίρεση όσων ορίζονται στην περίπτωση α, όταν πρόκειται για διόρθωση αρχικής εγγραφής επί γεωτεμαχίου με την ένδειξη "άγνωστου ιδιοκτήτη" κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 9 και ο δικαιούχος επικαλείται ως τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, ασκείται η αγωγή της παρ. 2 που απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου".

Επομένως, ο δικαιούχος εγγραπτέου δικαιώματος, προκειμένου να πετύχει τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, με την ένδειξη μερικά υπέρ αγνώστου και μερικά υπέρ τρίτου προσώπου, μπορεί να προσφύγει στην αμφισβητούμενη δικαιοδοσία, με την έγερση τακτικής αγωγής, δηλαδή της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 Ν. 2664/1998 και εντός των οριζομένων νομίμων προθεσμιών.

Κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματος δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. Κατά το άρθρο 2 εδ. 7 Ν. 147/ 1914, στις χώρες που διετέλεσαν υπό την Οθωμανική κυριαρχία, όπως η Κρήτη, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου περί γαιών, οι οποίες ρυθμίζουν τα της αποκτήσεως επ' αυτών, σε κάθε φύσεως ιδιωτικών δικαιωμάτων, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους Ελληνικούς νόμους.

Ο περιορισμός της ισχύος των διατάξεων περί γαιών του Οθωμανικού δικαίου, με τον ανωτέρω νόμο, μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ' αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημοσίων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια και, συνακόλουθα, αναφορικά με την Κρήτη, μετά τις 11-05-1915, αφότου η νήσος ενώθηκε με την υπόλοιπη Ελλάδα.

Κατά την διάρκεια της αυτονομίας της Κρήτης και, συγκεκριμένα, την 23-7-1904, τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος Ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα, την 11-05-1915, μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αριθ. 3 του ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 1 ΝΔ/τος της 7/10-5-1946, την 22-2-1946, δεδομένου ότι από την 23-2-1946 άρχισε ισχύς του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 555/2016).

Οι διατάξεις των άρθρων 206, 237 στοιχ. ε, 295, 296, 299 και 302 του Κρητικού Κώδικα καθιερώνουν ως τρόπο κτήσεως της κυριότητας σε ακίνητο και την έκτακτη χρησικτησία. Αυτή κατά το άρθρο 295 συνίσταται στην επί είκοσι συνεχή έτη νομή του ακινήτου, ενώ ως νομή πράγματος οριζόταν κατά το άρθρο 206 του ίδιου κώδικα, η, με διάνοια κυρίου, αυτοπροσώπως ή δι' άλλου, ασκούμενη φυσική και αποκλειστική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή).

Εξάλλου όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, ο οποίος ίσχυσε στην Κρήτη μέχρι την εισαγωγή του Κρητικού Αστικού Κώδικα (1904), ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωρίζεται ως τρόπος κτήσης κυριότητας τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όσο και για τις δημόσιες γαίες (αμρί-ρεζί).

Επομένως, ο χρόνος που διέδραμε στη διάρκεια ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία. Ο Κρητικός όμως Κώδικας θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση, για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του.

Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που ορίζεται από τον παρόντα νόμο για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από το νόμο για τη χρησικτησία και ότι εάν κατά την έναρξη ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για τη συμπλήρωση του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου.

Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 299 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι για την έκτακτη χρησικτησία ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου αυτής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Επομένως, σύμφωνα με τις ανωτέρω ρυθμίσεις, αναγνωριζόταν στην Κρήτη θεμελίωση χρησικτησίας και κατά τον χρόνο ισχύος του Οθωμανικού δικαίου, το οποίο δεν προέβλεπε χρησικτησία.

Ειδικότερα με τα ανωτέρω δύο άρθρα 298 και 299 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, μπορούσε να αρχίσει να υπολογίζεται ο απαιτούμενος χρόνος για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία ακόμη και πριν από την έναρξη ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα, εφόσον εξακολουθούσε η νομή κατά την έναρξη ισχύος του. Έτσι, μπορούσε να υπολογισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα ο χρόνος νομής, για μεν την έκτακτη χρησικτησία μέχρι και 15 χρόνια, για δε την τακτική χρησικτησία μέχρι και 5 χρόνια, υπό την προϋπόθεση ότι υπήρχαν και τα λοιπά απαιτούμενα προσόντα, ήτοι τίτλος, μεταγραφή και καλή πίστη.

Τέλος, από μεν τις διατάξεις των άρθρων 299 και 298 του αυτού Κώδικα προκύπτει, ότι επί έκτακτης χρησικτησίας ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του και επί τακτικής χρησικτησίας ο ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας, το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον έχει έγκυρο μεταγεγραμμένο τίτλο και καλή πίστη κατά τη στιγμή της διαδοχής, από δε τη διάταξη του άρθρου 302 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι υπόκεινται σε χρησικτησία, μη εξαιρούμενα από αυτήν, τα δημόσια κτήματα.

Περαιτέρω, από τα άρθρα 189, 199 και 202 του εν λόγω Κώδικα προκύπτει ότι τα κτήματα της επικράτειας διακρίνονται σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση και για τα οποία ρητά ορίζεται με το άρθρο 302 του ίδιου Κώδικα ότι υπόκεινται στους ορισμούς περί χρησικτησίας.

Δημόσια κτήματα είναι μόνο εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 199 και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ενώ κατά το επόμενο άρθρο 200 όλα τα υπόλοιπα ανήκαν στην περιουσία του κράτους και επομένως υπάγονται στο νομικό καθεστώς περί αυτών (ΑΠ 569/2023, ΑΠ 1220/2022, ΑΠ 591/2021, ΑΠ 503/2021, ΑΠ 282/2021, ΑΠ 1343/2015, ΑΠ 555/2016).

Τέλος, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, όποιος έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε την φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1051 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του.

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως που αφορά ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, παρότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1343/2015).

Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται από το αναιρεσείον στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αιτιάται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 3, 6 και 103 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών και με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 293 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, διότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στις δημόσιες εκτάσεις, που προσαρτήθηκαν στο Ελληνικό κράτος από την Οθωμανική αυτοκρατορία και ουδέποτε υπήρξε ιδιοκτησία ιδιωτών.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Κρήτης, δικάζοντας επί της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 223/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, με την οποία είχε γίνει δεκτή αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων, μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως ενώπιον του δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: " ...

Η ενάγουσα είναι κυρία ενός ακινήτου, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της τοπικής κοινότητας ... της δημοτικής ενότητας του δήμου Ρεθύμνου, νομού Ρεθύμνου, εκτός των ορίων του οικισμού, στη θέση ..., το οποίο έχει έκταση μέτρα τετραγωνικά χίλια εκατό τριάντα οκτώ και δέκα επτά (1.138,17 τ.μ.). ... Η νομή του εν λόγω ακινήτου μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα το έτος 1985 με άτυπη γονική παροχή από τη μητέρα της Ε.

σύζυγο Ι. Ι. το γένος Γ. και Κ. Σ. από τότε δε, το νέμεται και το κατέχει μέχρι σήμερα με καλή πίστη και διάνοια κυρίας, συνεχώς, αδιατάρακτα και αδιάλειπτα, με άσκηση όλων των διακατοχικών πράξεων νομής και κάρπωσης στο ακίνητο αυτό, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα. Στην δικαιοπάροχο μητέρα της Ε. Ι. το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει με άτυπη γονική παροχή το έτος 1939 από τον πατέρα της Γ.

Σ. του Ν., ο οποίος πριν της το μεταβιβάσει το κατείχε και το νεμόταν για περισσότερα από πενήντα (50) χρόνια και συγκεκριμένα από το έτος 1890, οπότε του το δώρισε άτυπα ο πατέρας του Ν. Σ. και έκτοτε ασκούσε όλες τις προσήκουσες πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του. ...Το εν λόγω ακίνητο χρησιμοποιούνταν ως περιβόλι, στο οποίο οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας φύτευαν κηπευτικά και κουκιά, ενώ είναι περιφραγμένο γύρωθεν με παλαιά ξηρολιθιά, ύψους ενός μέτρου.

Επομένως, κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος στην Κρήτη του Κρητικού Αστικού Κώδικα, την 23-7-1904, ο Γ. Σ., απώτατος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, βρισκόταν στη νομή του επίδικου ακινήτου, ήδη επί είκοσι τέσσερα (24) συναπτά έτη, ασκώντας επ' αυτού, χωρίς διακοπή τις παραπάνω αναφερόμενες διακατοχικές υλικές πράξεις, διανοία κυρίου ...

αυτός απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, υπό την ισχύ του Κρητικού Αστικού Κώδικα, μόλις την 23-7-1909, οπότε και παρήλθε το χρονικό διάστημα των πέντε (5) ετών, το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 1356 και 1357 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, έπρεπε να παρέλθει από της ισχύος του (23-7-1904), προκειμένου να καταστεί κύριος αυτού. ...

Ανεξαρτήτως της πραγματικής φύσεως του επίδικου ακινήτου ως γεωργικού, βοσκότοπου, δάσους ή δασικής έκτασης, ..., ήτοι δημοσίου κτήματος κατά τον χρόνο εκείνο (1880-1909), η κυριότητά του αποκτήθηκε από τον Γ. Σ. (απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας) στις 23-7-1909, καθόσον, ... κατά το άρθρο 199 του Κρητικού Αστικού Κώδικα τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις δεν περιλαμβάνονται στην έννοια των δημοσίων κτημάτων, τα οποία, κατά τα άρθρα 198, 199 και 202 του ίδιου Κώδικα είναι αναπαλλοτρίωτα, αλλά στην περιουσία του κράτους και υπόκεινται σε απαλλοτρίωση, όπως ισχύει και στην προκειμένη περίπτωση, αφού γι' αυτά ρητά ορίζεται με το άρθρο 302 του ίδιου Κώδικα ότι υπόκεινται σε χρησικτησία και συνεπώς δεν εμποδιζόταν η με πρωτότυπο τρόπο κτήση κυριότητας του επιδίκου. ...

Επίσης, ουδόλως αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο είχε κατά τον χρόνο, κατά τον οποίο οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας ασκούσαν επ' αυτού υλικές πράξεις νομής -ή και πριν- στοιχεία δασικής ή χορτολιβαδικής έκτασης, δηλαδή ήταν δασικές εκτάσεις, ανήκουσες στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. ... Μετά την μεταβίβαση του ακινήτου στην ενάγουσα αυτή συνέχισε τις διακατοχικές πράξεις των προκατόχων της, εκμεταλλευόμενη το ακίνητο επίσης ως περιβόλι, στο οποίο φυτεύει διάφορα κηπευτικά, το περιποιείται, το καθαρίζει, το επισκέπτεται τακτικά και γενικά προστατεύει αυτό από κάθε παρέμβαση τρίτου, με αποτέλεσμα να καταστεί κυρία του εν λόγω ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. ...

Ειδικότερα, το ακίνητο της ενάγουσας αποτελείται από τα εξής τμήματα: α) Το τμήμα Α ..., β) το τμήμα Β ...,γ) το τμήμα Γ, που εμφαίνεται στο από Δεκέμβριος 2017 τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών του τοπογράφου μηχανικού Σ. Ξ., με στοιχεία 16, 17, 18, 36, 35, 34, 5, 6, 37, 38, 16, εμβαδού 487,44 τ.μ., το οποίο εσφαλμένα φέρεται να αποτελεί τμήμα του ακινήτου που έχει λάβει ΚΑΕΚ ....

Το ακίνητο αυτό φέρεται με συνολική έκταση μέτρα τετραγωνικά πεντακόσια πενήντα επτά (557), έχει δε καταχωρηθεί ως ιδιοκτησία αγνώστου και δ) το τμήμα Δ ...". Μετά από αυτά, το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφασή του ως κατ' ουσία αβάσιμη την έφεση, που άσκησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως προς το τμήμα του επίδικου ακινήτου με την καταχώρηση εγγραφής αυτού ως άγνωστου ιδιοκτήτη (δεν ασκήθηκε έφεση ως προς τα υπόλοιπα τμήματα από τους συνεναγομένους του Ελληνικού Δημοσίου), εκφέροντας όμοια κρίση με το Πρωτοδικείο, που έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη (στο σύνολό της) και αναγνώρισε την αναιρεσίβλητη κυρία ενιαίου ακινήτου, αποτελούμενου από τα ανωτέρω εδαφικά τμήματα υπό στοιχεία Α, Β, Γ και Δ, συνολικού εμβαδού 1.138,17 τ.μ., και ακολούθως διέταξε την διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών, ώστε να αποτυπωθεί στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Ρεθύμνου η ιδιοκτησία της αναιρεσίβλητης ως μία ενιαία αυτοτελής ιδιοκτησία, εμβαδού 1.138,17 τ.μ., με ένα ξεχωριστό ΚΑΕΚ, με δικαιούχο κυριότητας την αναιρεσίβλητη κατά ποσοστό 100/100 και με αιτία κτήσεως την χρησικτησία.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι το έτος 1985 η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα απέκτησε άτυπα από τη μητέρα της εδαφικό τμήμα, εμβαδού 487,44 τ.μ., ανέκαθεν ιδιωτικού και αγροτικού ακινήτου, κείμενου στην κτηματική περιφέρεια της τοπικής κοινότητας ... της δημοτικής ενότητας του δήμου Ρεθύμνου, νομού Ρεθύμνου, εκτός των ορίων του οικισμού, στη θέση ....

Ειδικότερα, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη έγινε κυρία του επίδικου εδαφικού τμήματος του ευρύτερου αγροτεμαχίου με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον κατά το χρόνο έναρξης ισχύος στην Κρήτη του Κρητικού Αστικού Κώδικα, την 23-7-1904, ο απώτατος δικαιοπάροχός της Γ. Σ. βρισκόταν ήδη στη νομή του πλέον των είκοσι (20) ετών, προσμετρώντας στο χρόνο νομής του το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του και απέκτησε την κυριότητά του την 23-7-1909, οπότε παρήλθε, το απαιτούμενο από τα άρθρα 1356 και 1357 του Κρητικού Αστικού Κώδικα χρονικό διάστημα των πέντε (5) ετών από την ισχύ του, για να καταστεί κύριος αυτού.

Εφόσον, λοιπόν, η έκτακτη χρησικτησία είχε συμπληρωθεί μέχρι το έτος 1904 το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε στο Τουρκικό Κράτος και επομένως δεν περιήλθε κατά διαδοχή αυτού στο Ελληνικό Δημόσιο. Επίσης δέχθηκε ότι το ακίνητο της αναιρεσίβλητης δεν εμφανίζεται στα οικεία βιβλία του κτηματολογικού γραφείου ως ένα ενιαίο αγροτεμάχιο, αλλά τμήματα αυτού εμφανίζονται στα όμορα γεωτεμάχια των μη διαδίκων εναγομένων, ενώ το επίδικο τμήμα εμφανίζεται με ΚΑΕΚ ...

στο κτηματολογικό φύλλο του οποίου έχει καταχωρηθεί ως δικαιούχος άγνωστος ιδιοκτήτης. Και τέλος δέχθηκε ότι εφόσον αποδείχθηκε η πρωτοτύπως κτηθείσα κυριότητα της αναιρεσείουσας, η πρώτη (αρχική) εγγραφή του αγροτεμαχίου αυτού στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Ρεθύμνου ως αγνώστου ιδιοκτήτη είναι ανακριβής και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής ώστε να εμφανίζεται ότι η αναιρεσίβλητη είναι κυρία αυτού.

Παράλληλα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το επίδικο έχει περιέλθει στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους, ότι αποτελούσε δασική έκταση επί τουρκοκρατίας και ότι ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας. Στη συνέχεια, με επάλληλη αιτιολογία, δέχθηκε ότι, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου ως δασικής έκτασης ή μη και του αν ανήκε στην περιουσία του Οθωμανικού Κράτους ή όχι, αυτό είχε περιέλθει στην κυριότητα των απώτατων και απώτερων δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από την έναρξη ισχύος του Κρητικού Κώδικα (23-7-1904) μέχρι 11-5-1915, που ήταν δυνατή στην Κρήτη η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο και επί δασών και δασικών εκτάσεων εν γένει.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και αναγνώρισε την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα κυρία του επίδικου ακινήτου και διέταξε την διόρθωση της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, ως άγνωστου ιδιοκτήτη, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, δεν παραβίασε ευθέως τις επικαλούμενες από το αναιρεσείον διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 3, 6 και 103 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ως προς το επίδικο, που αποτελεί τμήμα του ευρύτερου ακινήτου των προαναφερόμενων νομέων αυτού από το έτος 1890 και του κυρίου αυτού από το έτος 1909, ενώ δεν υπήρξε δασική έκταση, ήτοι δημόσιο κτήμα, ώστε να περιέλθει στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους κατά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα.

Αντιθέτως, ορθά ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων, 293, 295, 362, 1356 και 1357 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, που καθιερώνουν ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητο την έκτακτη χρησικτησία, την διάταξη του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ, κατά την οποία η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά δικαιώματα για την απόκτηση τους και τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1045, 1046, 1051 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, που είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 115/2022, ΑΠ 493/2008).

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση, εις βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και υπέρ της αναιρεσίβλητης, διότι αυτή δικάσθηκε ερήμην και συνεπώς δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-10-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 58/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ