Supreme Court allows appeal against First Instance Court decision due to failure to address fraud allegation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision, remanding the case for retrial. The appellant argued that the lower court failed to address their specific allegation of fraud regarding the debtors' ability to pay. The court found this omission constituted a procedural error under Article 560(6) of the Code of Civil Procedure, necessitating a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 11 of the 1944 Law on the Code of Laws of the State; Art. 28(4)(a) of Law 2579/1998; Art. 560(6) of the Code of Civil Procedure: A lower court decision is subject to cassation if it fails to address a specific legal argument or fact alleged by the appellant, thereby depriving the decision of a legal basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1165 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1165/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ……με την επωνυμία "..." (....), που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Α., 2) Μ. Μ. του Α., κατοίκων ... και 3) πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Σταματέλου και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ακριβή επωνυμία της εκκαθαρίστριας εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2016 αίτηση των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 11 του διατάγματος της 26.6/10.7.1944 για τον κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, σε όλες τις δίκες του Δημοσίου δεν τρέχει ουδεμία, απολύτως, προθεσμία σε βάρος αυτού κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Αυτό ισχύει, ρητώς, και για την άσκηση οιουδήποτε ενδίκου μέσου, ήτοι και για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ΚΟΔΚΔΛ (ν. 1756/1988), οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και διαρκούν μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.4 εδ. α` του ν. 2579/1998, οι υπέρ του Δημοσίου ισχύουσες, προνομιακές διατάξεις του άρθρου 11 του διατάγματος της 26.6/10.7.1944, οι οποίες δεν καταργήθηκαν με την εισαγωγή του KΠολΔ και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ως άνω αναστολή των προθεσμιών προς άσκηση ενδίκων μέσων κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, εφαρμόζονται και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΑΠ 415/2016, ΑΠ 1337/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη από 11-9-2020 και με αρ.έκθεσης κατάθεσης 2/14-09-2020 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "..." κατά της υπ` αριθμ. 107/2020 οριστικής απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που εκδόθηκε κατ'αντιμωλία των διαδίκων κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 741 επ.
ΚΠολΔ., σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010), στρεφόμενη κατά των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσίβλητων αιτούντων δανειοληπτών Α. Τ. και Μ. Μ.. και κατά του ήδη 3ου αναιρεσίβλητου (ομοδίκου του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. ) πιστωτικού ιδρύματος, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ., σε συνδ.
και με το άρθρο 28 παρ.4 εδ. α` του ν. 2579/1998 και άρθρο 11 του διατάγματος της 26.6/10.7.1944, οι οποίες δεν καταργήθηκαν με την εισαγωγή του KΠολΔ) και τούτο διότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε μεν στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ στις 29-6-2020 (βλ. την υπ'αρ. 7707 Ε'/ 29-06-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Κ.
Γ. Δ., που με επίκληση προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι, ωστόσο η 30νθήμερη προθεσμία άσκησης αναίρεσης υπό του αναιρεσείοντος κατά της επιδοθείσας σε αυτό προσβαλλόμενης απόφασης (άρθ. 564 παρ. 1 ΚΠολΔ.) δεν τρέχει κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, οι οποίες , σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ΚΟΔΚΔΛ (ν. 1756/1988), αρχίζουν την 1η Ιουλίου και διαρκούν μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, λαμβανομένου υπόψη ότι το αναιρεσείον είναι ΝΠΔΔ, ώστε εφαρμόζονται και επ'αυτού, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 28 παρ.4 εδ.
α` του ν. 2579/1998, οι υπέρ του Δημοσίου ισχύουσες, προνομιακές διατάξεις του άρθρου 11 του διατάγματος της 26.6/10.7.1944, (οι οποίες δεν καταργήθηκαν με την εισαγωγή του KΠολΔ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αναστολή των προθεσμιών προς άσκηση οιουδήποτε ενδίκου μέσου [συνεπώς και για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως], όπως και ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας εξετέθη, κατά τη (ανωτέρω αναφερθείσα) διάρκεια των δικαστικών διακοπών.
Πρέπει συνεπώς η ασκηθείσα νόμιμα και εμπρόθεσμα από 11-09-2020 και με αρ. έκθεσης κατάθεσης 2/14-09-2020 αίτηση αναιρέσεως να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του Κ.Πολ.Δ.ικ. προκύπτει ότι η αποδοχή της αποφάσεως, πριν από την άσκηση κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεώς του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, και μπορεί να γίνει είτε ρητά, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του ΚΠολΔικ.
και, συγκεκριμένα, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρά, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο σκοπός για την αποδοχή της αποφάσεως (ολ.Α.Π.15/2008, ΑΠ 71/2021, Α.Π. 922/2019, Α.Π. 604/2018, Α.Π. 314/2018, Α.Π. 914/2015, Α.Π. 51/2015).
Η νομότυπη αποδοχή της αποφάσεως έχει ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη, ως απαραδέκτου, του ενδίκου μέσου που ασκήθηκε κατ` αυτής, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ. 2 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ολ. Α.Π.15/2008, ΑΠ 71/2021, Α.Π. 922/2019, Α.Π. 604/2018, Α.Π. 914/2015). Περαιτέρω το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι "οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.
Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο". Κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, μέσα στην προθεσμία της παρ. 1 (20 ημέρες πριν από τη δικάσιμο) οφείλουν όλοι οι διάδικοι να καταθέσουν στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τα έγγραφα που χρησιμεύουν για να υποστηριχθεί ή να αποκρουσθεί η αναίρεση, η κατάθεση δε και η ημερομηνία της βεβαιώνεται με σημείωση επάνω στο φάκελο της δικογραφίας.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται πρωτίστως στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος προβάλλει ενστάσεις κατά του παραδεκτού και εμπροθέσμου της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων (ΑΠ 547/2021). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι προτάσεις, που περιέχουν ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.
Στην ίδια προθεσμία κατατίθενται και τα έγγραφα που αποδεικνύουν την ένσταση (ΑΠ 433/2020, ΑΠ 1555/2017). Αν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή, η ένσταση είναι απαράδεκτη, εφόσον δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 433/2020). Αν οι προτεινόμενες ενστάσεις κατά του παραδεκτού και εμπροθέσμου της αιτήσεως αναιρέσεως λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, με βάση γεγονότα που προκύπτουν από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, ο Άρειος Πάγος θα τις ερευνήσει παρά το εκπρόθεσμο των προτάσεων (ΑΠ 547/2021, Α.Π. 972/2019, Α.Π. 461/2018, Α.Π. 1272/2008, Α.Π. 117/2005).
Στην περίπτωση όμως που το απαράδεκτο συνδέεται με την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζει και επικαλείται ο ενιστάμενος αναιρεσίβλητος, εάν ο τελευταίος κατέθεσε τις έγγραφες προτάσεις του σε προθεσμία μικρότερη των είκοσι ημερών, καθιστά δικονομικώς απαράδεκτη την προβολή με αυτές της σχετικής ένστασης, αλλά και τη λήψη για την απόδειξη της ίδιας ένστασης των προσκομιζόμενων από αυτόν με τις εκπρόθεσμες προτάσεις αποδεικτικών στοιχείων, που δεν περιλαμβάνονται στα κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, διαδικαστικά έγγραφα που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (ΟλΑΠ 412/1981, ΑΠ 433/2020, ΑΠ 983/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση ο πρώτος και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, με τις από 18-2-2022 προτάσεις τους, που κατατέθηκαν κατά την ημερομηνία της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας απόφασης δικασίμου (18-02-2022) μαζί με τα σχετικά τους έγγραφα , όπως προκύπτει από την παρά πόδας των εν λόγω προτάσεων από 18-02-2022 βεβαίωση του Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, προβάλλουν ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, και τούτο διότι αυτό (αναιρεσείον) αποδέχθηκε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον ανεπιφύλακτα συμμορφώθηκε με το διατακτικό της , όπως ειδικότερα προκύπτει από τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους ως άνω πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων έγγραφα και συγκεκριμένα από τα με αρ.
πρωτοκ. 66999/26-8-2020 και (0) 66999-20 /26-8-2020 έγγραφα του αναιρεσείοντος, τα οποία [μετά την κοινοποίηση της προσβαλλόμενης προς το αναιρεσείον στις 29-06-2020, που έγινε με επιμέλεια των ως άνω 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη από αυτούς και ανωτέρω αναφερθείσα υπ' αρ. 7707 Ε'/ 29-06-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Κ.
Γ. Δ.] το τώρα αναιρεσείον απέστειλε ταχυδρομικώς στους ως άνω πρώτο και δεύτερη των αναιρεσίβλητων, που τα παρέλαβαν από το ταχυδρομείο στις 23-09-2020, τα οποία (εν λόγω έγγραφα ) είχαν θέμα: "Oριστικός δικαστικός διακανονισμός δόσης δανείου", και δια των οποίων το τώρα αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. γνωστοποιούσε στους ως άνω πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, χωρίς καμία επιφύλαξη, ότι διέταξε την άρση της παρακράτησης από τη μισθοδοσία του πρώτου των αιτούντων - ήδη αναιρεσιβλήτων και τους προσκάλεσε να καταβάλλουν ανελλιπώς κάθε μήνα, τα ορισθέντα με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσά, κάνοντας χρήση του αναφερόμενου στις προτάσεις τους προσωπικού τους κωδικού ηλεκτρονικής πληρωμής, οι δε πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων άρχισαν ανελλιπώς τις καταβολές προς το αναιρεσείον ,από τον επόμενο μήνα της προαναφερθείσας κοινοποίησης προς αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η εν λόγω ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης υποβλήθηκε εκπρόθεσμα υπό των ως άνω πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και τούτο διότι, ενώ, σύμφωνα και με τα ανωτέρω, στην μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα, οι εμπεριέχουσες ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης προτάσεις, πρέπει να κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, στην ίδια δε προθεσμία πρέπει να κατατίθενται και τα έγγραφα που αποδεικνύουν την ένσταση αυτή, ωστόσο, στην προκείμενη περίπτωση η ως άνω ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης υποβλήθηκε στο Δικαστήριο αυτό με τις από 18-02-2022 έγγραφες προτάσεις των ως άνω πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες, όπως από την επ' αυτών βεβαίωση του γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατατέθηκαν υπ' αυτών το πρώτον στις 18-02-2022, ήτοι κατατέθηκαν την ημερομηνία της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας απόφασης ορισθείσας δικασίμου ,κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση, την ίδια δε ως άνω ημερομηνία της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας απόφασης ορισθείσας δικασίμου προσκομίστηκαν με τις προτάσεις και κατατέθηκαν στο Δικαστήριο αυτό και τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία με τα οποία επιχειρούν οι ως άνω πρώτος και της δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, να αποκρούσουν ως απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης λόγω της φερόμενης αποδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης υπό του αναιρεσείοντος.
Η προαναφερθείσα εκπρόθεσμη κατάθεση των προτάσεων των ως άνω πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, καθιστά δικονομικώς απαράδεκτη την προβολή με αυτές της ως άνω ένστασης απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης , αλλά και τη λήψη υπόψη, για την απόδειξη της ίδιας ένστασης, των προσκομιζόμενων από τους ως άνω πρώτο και της δεύτερη των αναιρεσιβλήτων με τις εκπρόθεσμες προτάσεις τους αποδεικτικών στοιχείων, που δεν περιλαμβάνονται στα κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, διαδικαστικά έγγραφα που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος.
Επομένως, κατά τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφερθέντα, και λαμβανομένου υπόψη ότι η ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης , λόγω φερόμενης αποδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης υπό του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ , συνδέεται με την ύπαρξη των προαναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενιστάμενοι 1ος και 2η αναιρεσίβλητοι με τις (κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα) εκπρόθεσμα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους, και δεν συνιστά ένσταση που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως υπόψη από τον Άρειο Πάγο, με βάση γεγονότα που προκύπτουν από τα περιλαμβανόμενα στα κατ` άρθρον 561 παρ. 2 KΠολΔ διαδικαστικά έγγραφα, που παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, για την υπ'αυτού αυτεπάγγελτη έρευνα του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης , πρέπει (συνακόλουθα) να απορριφθεί ως δικονομικώς απαράδεκτη η προαναφερθείσα ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, γιατί προβλήθηκε με τις εκπρόθεσμα κατατεθείσες στο Δικαστήριο αυτό έγγραφες προτάσεις των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 § Α1 Ν. 3995/2011 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου 4336/2015, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του ] "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής.". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για να επιτευχθεί η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου οφειλέτη προς τους πιστωτές του πρέπει αυτός να μη περιήλθε σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των χρηματικών οφειλών του με δόλιο τρόπο (ΑΠ 67/2020, ΝΟΜΟΣ, βλ. και ΑΠ 59/2021, ΑΠ 632/2019).
Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη 330 Α.Κ., με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και την νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 § 1Π.Κ.
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Εξάλλου, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του (βλ. και ΑΠ 59/2021). Από τη διατύπωση άλλωστε της παρ. 1 εδαφ. α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας ( ΑΠ 1446/2018). Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει (ΑΠ 1446/2018).
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (ΑΠ 1446/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999 , ΑΠ 1446/2018 ).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984, ΑΠ 1446/2018). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος ( ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ... χωρίς αιτιολογίες, άλλως διαλαμβάνοντας στην απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος των αιτούντων και ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων , ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων .
Ειδικότερα, το αναιρεσείον αναφερόμενο σε ελλιπείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, ισχυρίζεται ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ... με την προσβαλλόμενη απέρριψε χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε αδυναμία πληρωμής των χρηματικών τους οφειλών, αν και αυτό (αναιρεσείον) είχε παραδεκτά προτείνει, τόσον πρωτοδίκως, όσο και κατ'έφεση, με τις προτάσεις, που κατέθεσε νομότυπα, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δικάζοντος επί της από 18-06-2018 έφεσης, που οι αιτούντες - ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά της (εκκαλούμενης) υπ'αρ. 25/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου ... ,με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η με αριθμό κατάθεσης 1/2017 αίτησή τους στην ένσταση περί δόλιο περιελεύσεως τους σε αδυναμία πληρωμών, ισχυριζόμενο ότι: "οι συνολικές οφειλές του πρώτου των εκκαλούντων ανέρχονταν στο ύψος των 220.779,38 ευρώ ενώ της δεύτερης των εκκαλούντων στο συνολικό ύψος των 203.794,51 ευρώ, προερχόμενες από συνάψεις δανείων (μεταξύ αυτών και καταναλωτικών), ενώ γνώριζαν ότι μοναδική πηγή των οικογενειακών του εσόδων τους αποτελούσε αποκλειστικά και μόνο το εισόδημα του πρώτου των εκκαλούντων, καθώς η δεύτερη αυτών ουδέποτε άσκησε κάποιου είδους εργασία.
Στη σύναψη του στεγαστικού δανείου προέβησαν προκειμένου να αγοράσουν οικία, και ενώ είχαν αναλάβει και προγενέστερες οφειλές, τις οποίες δεν είχαν εξοφλήσει, ενώ θα μπορούσαν δεδομένης της οικονομικής τους κατάστασης της επισφάλειας και της οικονομικής κρίσης να αρκεστούν απλώς στην ενοικίαση κάποιας στέγης.
Περαιτέρω το εφάπαξ ποσό, το οποίο έλαβε ο πρώτος των εκκαλούντων κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία του δαπανήθηκε στην αγορά διαφόρων οικιακών ειδών προκειμένου.....ενώ θα μπορούσε να καταβληθεί για την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων".
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ..., με την προσβαλλόμενη υπ'αρ. 107/2020 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 KΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί στη συνέχεια παρατιθέμενα: "Από την επανεκτίμηση της χωρίς όρκο κατάθεσης του πρώτου αιτούντος, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
ο πρώτος αιτών είναι 58 ετών, συνταξιούχος στρατιωτικός, έγγαμος με την δεύτερη αιτούσα, ηλικίας 54 ετών. Οι αιτούντες έχουν ένα ενήλικο υιό ο οποίος είναι αστυνομικός και είναι οικονομικά ανεξάρτητος. Η σύνταξη του πρώτου αιτούντος μηνιαίως ανέρχεται στο ποσόν των 1.167,34 ευρώ , σύμφωνα με το ενημερωτικό σημείωμα σύνταξης μηνός Δεκεμβρίου έτους 2017.
Η σύζυγός του δεν εργάζεται ούτε εργάσθηκε ποτέ λόγω των συχνών μετακινήσεων του συζύγου της εξαιτίας της υπηρεσίας του στον Ελληνικό Στρατό. Τα ετήσια εισοδήματα των αιτούντων τα προηγούμενα έτη διαμορφώθηκαν ως εξής, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα: Για το οικονομικό έτος 2011 στο συνολικό ποσό των 26.984,13 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2012 στο συνολικό ποσό των 25.421,52 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2013 στο συνολικό ποσό των 22.323,82 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2014 στο συνολικό ποσό των 18.311,21 ευρώ και για το οικονομικό έτος 2015 στο συνολικό ποσό των 17.746,96.
Η αισθητή αυτή μείωση στα εισοδήματα του πρώτου αιτούντος που αποτελούσαν και τα μοναδικά εισοδήματα του ζεύγους των αιτούντων σε συνδυασμό με την μακροχρόνια ανεργία της συζύγου του και τα αυξημένα έξοδα διαβίωσης και διατροφής της οικογένειάς του, οδήγησαν τους αιτούντες στην αδυναμία πληρωμής των κάτωθι αναφερόμενων οφειλών τους, η οποία δεν οφείλεται σε δόλια αδυναμία τους.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ενδίκου αιτήσεως οι αιτούντες είχαν αναλάβει τα παρακάτω δάνεια, τα οποία κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με τη κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης (Κρητικός:
Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων σελ. 98 επ.) και δη στις 10-1-2011 οι αιτούντες έλαβαν από το πρώτο μετέχον δυνάμει της με αρ. 01/114755/00/01 συμβάσεως δυο στεγαστικά δάνεια με υπόλοιπο οφειλής στις 28-9-2016 ποσού 145.277,60 και 17.936, 80 ευρώ. Η απαίτηση του εν λόγω πιστωτή είναι εξασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και δη με υποθήκη ποσού 159.000 ευρώ, στην κύρια κατοικία των αιτούντων.
Από την δεύτερη μετέχουσα οι αιτούντες έλαβαν: ένα καταναλωτικό δάνειο δυνάμει της 3767/15-5- 1998 συμβάσεως με υπόλοιπο οφειλής στις 10-10-2016 ποσού 29.482, 27 ευρώ, στο οποίο ενέχονται ο πρώτος εξ αυτών ως πρωτοφειλέτης και η δεύτερη ως εγγυήτρια, ένα καταναλωτικό δάνειο δυνάμει της 5541/10-9-1998 συμβάσεως στο οποίο ενέχονται η δεύτερη εξ αυτών ως πρωτοφειλέτρια και ο πρώτος ως εγγυητής με υπόλοιπο οφειλής στις 10-10-2016 ποσού 11.097, 84 ευρώ και ο πρώτος αιτών επιπλέον έλαβε από την δεύτερη αυτή μετέχουσα ένα καταναλωτικό δάνειο δυνάμει της 3935/10-6-1998 συμβάσεως, με υπόλοιπο οφειλής στις 10-10-2016 ποσού 16.984,87 ευρώ, Οι συνολικές οφειλές του πρώτου αιτούντος ανέρχονται στο ποσό των 220.779,38 ευρώ, ενώ της δεύτερης αιτούσας σε 203.794,51 ευρώ.
Τα παραπάνω εισοδήματα των αιτούντων συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους από τα παραπάνω δάνεια δεν τους επιτρέπουν να ανταποκριθούν στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών τους, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητάς τους και των οφειλών τους κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί σημαντικά ενόψει της επικρατούσας οικονομικής κατάστασης, ενώ παράλληλα οι δανειακές τους υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς λόγω της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας.
Όλα αυτά σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση, τη μείωση των εισοδημάτων του πρώτου αιτούντος καθώς και την αύξηση της άμεσης και έμμεσης φορολογίας, τους οδήγησαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των παραπάνω οφειλών τους. Υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι οι αιτούντες, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα, έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών τους.
Το προταθέν από αυτούς σχέδιο διευθέτησης των οφειλών δεν έγινε δεκτό από τους πιστωτές τους και συνεπώς πληρούνται οι προϋποθέσεις για την κατ' άρθρο 8 επ. του Ν.3869/2010 ρύθμιση των οφειλών τους από το δικαστήριο, µη υπαρχουσών αµφισβητουµένων απαιτήσεων. Στα περιουσιακά στοιχεία των αιτούντων περιλαμβάνεται σε έκαστο εξ αυτών σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ένα διαμέρισμα µε το στοιχείο Β1-Β2 β' ορόφου εμβαδού 77,52 τ.µ., µε ΚΑΕΚ 340261001004/2/17 το οποίο βρίσκεται στην περιοχή "..." στην θέση "..." στη ...
και χώρος στάθμευσης εμβαδού 22, 80 τ.µ, µε το στοιχείο Β1-Ρ7 και ΚΑΕΚ 340261001004/2/7. Το ακίνητο αυτό αποτελεί την κύρια κατοικία των αιτούντων και υποβάλλουν αίτημα εξαίρεσης από τη διαδικασία ρευστοποίησης. Η αντικειμενική αξία του παραπάνω ακινήτου εκτιμάται στο ποσό των 80.181,90 ευρώ (βλ. το από 3-9-2016 φύλλο υπολογισμού αξίας µε αντικειμενικά κριτήρια, νόµιµα υπογεγραµµένο από την Συµβολαιογράφο).
Ο πρώτος αιτών είναι ακόμη κύριος σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί ενός οικοπέδου εκτάσεως 330, 75 τ.µ, που βρίσκεται εντός οικισµού ..., αξίας του ποσοστού του 1.017,83 ευρώ. Επίσης είναι συγκύριος σε ποσοστό 33,33% επί ενός αγροτεµαχίου στη θέση ... και επί µιας ισόγειας µονοκατοικίας εµβαδού 72, 60 τ.µ., η οποία βρίσκεται εντός του οικισµού ..., επί οικοπέδου 402 τ.µ., αξίας του ποσοστού του 2.831,18 ευρώ.
Η ρευστοποίηση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος που βρίσκονται στην επαρχία της ... δεν πρόκειται να αποφέρουν αξιόλογο τίµηµα για την ικανοποίηση των πιστωτών λαµβανοµένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αµοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δηµοσιεύσεων κλπ), γι' αυτό και δεν θα πρέπει να διαταχθεί η εκποίηση αυτών.
Επίσης, ο πρώτος αιτών έχει στην κυριότητα και κατοχή του ένα Ι.ΧΕ. αυτοκίνητο µάρκας SEAT κυβ.1390 έτους κυκλοφορίας το 1996, η εµπορική αξία του οποίου, λόγω της παλαιότητάς του, κατά τα διδάγµατα της κοινής πείρας, εκτιµάται στο ποσό των 1.000 ευρώ, το οποίο οι αιτούντες χρησιµοποιούν για τις µετακινήσεις του και του οποίου η ρευστοποίηση δεν πρόκειται να αποφέρει αξιόλογο τίµηµα συµπεριλαµβανοµένων και των εξόδων εκποίησης.
Οι αιτούντες, πέραν των ανωτέρω, δεν διαθέτουν άλλα ακίνητα ή κινητά περιουσιακά στοιχεία. Με βάση τα παραπάνω συντρέχουν στο πρόσωπο των αιτούντων οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη ρύθµιση του νόµου 3869/2010 και ειδικότερα αυτή των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2...." Με τις κρίσεις του αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο ... (που δίκασε ως Εφετείο), διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή (ή μη) εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της κατάγνωσης ή μη σε βάρος των αιτούντων και ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων.
Ειδικότερα, από το ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθέν σκεπτικό της προσβαλλόμενης σχετικά με την παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας της αίτησης των τώρα 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. περί περιέλευσης των αιτούντων (ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσίβλητων) με ενδεχόμενο δόλο σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, την οποία (ως άνω ένσταση) το αναιρεσείον είχε παραδεκτά προτείνει τόσον πρωτοδίκως, όσο και κατ'έφεση με τις προτάσεις που κατέθεσε νομότυπα ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δικάζοντος επί της από 18-06-2018 έφεσης, που οι αιτούντες -ήδη αναιρεσίβλητοι είχαν ασκήσει κατά της (εκκαλούμενης) υπ'αρ. 25/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου ... ,με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η με αριθμό κατάθεσης 1/2017 αίτησή τους, προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ...
ουδέν αναφέρει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, σχετικά με την ως άνω ένσταση του αναιρεσείοντος περί ενδεχόμενου δόλου των αιτούντων και ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσίβλητων. Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμός 6 KΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί η υπ` αριθμ. 107/2020 οριστική απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
στο σύνολό της. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή [άρθρο 580 παρ. 3 KΠολΔ], ενώ διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ. δεν υποχρεούται στην καταβολή παράβολου. Επίσης δεν ορίζεται και διάταξη δικαστικής δαπάνης, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.
β` Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου, δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 KΠολΔ, δεδομένου ότι επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 400/2020, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθμ. 107/2020 οριστική απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου ....
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο ..., το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ