Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling arguments inadmissible as they do not affect the operative part of the lower court decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the widow and her children against the First Instance Court of Tripoli. The appellants argued procedural flaws regarding the admissibility of their lawsuit, but the court found these arguments inadmissible because they did not impact the operative part of the contested judgment. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the alleged errors do not affect the operative part of the decision, rendering the grounds for appeal useless.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1165 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1165/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. χήρας Χ. Κ., το γένος Γ. και Ε. Π., 2) Γ. Κ. του Χ. και Χ., 3) Ν. Κ. του Χ. και Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ. Κ. του Ν., ο οποίος παραστάθηκε και διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών τον Ιωάννη Σάμπαλη, που κατέθεσε προτάσεις, 4) Π. Κ. του Γ. και Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Σάμπαλη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Ν. του Ν. και Ε., 2) Ν. συζ. Γ. Κ., το γένος Ν. και Σ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Κοκκίνη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2007 αγωγή του αρχικά ενάγοντος Χ. Κ. του Ν. και της ήδη δ' αναιρεσείουσας και την από 16-9-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 370/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-9-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά των Γ. Κ. και Π. Κ. από 25.2.2000 αρνητική αγωγή, με την οποία ζήτησαν την αναγνώριση της κυριότητάς τους, την άρση της προσβολής της και την παράλειψή της στο μέλλον επί ακινήτου που απέκτησαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τον Χ.
Κ. (αδελφό του Γ. Κ.), δυνάμει του …./1995 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Τριπόλεως Πλατανίτου - Σγούρου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η 2/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Τριπόλεως που παρέπεμψε λόγω αναρμοδιότητας, την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως, το οποίο με την 2/2002 απόφασή του απέρριψε κατ' ουσία την πιο πάνω αγωγή.
Επί εφέσεως που άσκησαν οι εκεί ηττηθέντες ενάγοντες εκδόθηκε η 155/2003 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, αφού κρίθηκε μεταξύ άλλων, ότι : α) ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Ν. Κ., το έτος 1954 ανήγειρε επί ακινήτου ιδιοκτησίας του διώροφη οικοδομή. β) ο ίδιος, δυνάμει του …./1973 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Τριπόλεως Δημ Τσιώλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, προέβη στη σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας για την ανέγερση δύο αυτοτελών οικοδομημάτων, κατά τις διατάξεις του ν.δ. 1024/1971, του ν. 3741/1929 και των άρθ. 1002, 1117 ΑΚ, επί του ακάλυπτου μέρους του πιο πάνω ακινήτου του (οικοπέδου), χωρίζοντάς το σε δύο αυτοτελή και ανεξάρτητα τμήματα (βόρειο και νότιο).
γ) συνέστησε δωρεά υπό τρόπο υπέρ του τέκνου του Χ. Κ., η οποία συνίστατο στο ότι ο δωρεοδόχος υποσχέθηκε και ανέλαβε την υποχρέωση όπως " προς το μέρος της οικίας του δωρητού... αφήνει εσαεί ακάλυπτον χώρον πλάτους 2,50μ. και καθόλον το μήκος της προς την πλευράν ταύτης ιδιοκτησίας του δωρητού". Στη συνέχεια, οι Χ.
Κ. και Π. Κ. (ήδη τέταρτη αναιρεσείουσα) άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως την από 10.9.2007 αγωγή "προς εκτέλεση του τρόπου" (όπως αναγράφεται στο δικόγραφό της) κατά των εναγόντων της πρώτης αγωγής και ήδη αναιρεσιβλήτων Γ. και Ν. Κ.. Με την ένδικη αγωγή οι πιο πάνω ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι ο καθένας τους έχει αποκτήσει με τον ειδικότερα εκτιθέμενο σε αυτή παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή και δωρεά εν ζωή) την κυριότητα των περιγραφόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών της προαναφερόμενης διώροφης οικοδομής που ανήκε αρχικά στο Ν.
Κ. και ότι οι εναγόμενοι, μετά την απόκτηση της συγκυριότητας του διακεκριμένου νότιου ακάλυπτου τμήματος του ενιαίου οικοπέδου από τον Χ. Κ. το έτος 1995, κατά τα προαναφερθέντα, άρχισαν κατά το έτος 1999 να κατασκευάζουν οικοδομή σε επαφή με την διώροφη οικοδομή των εναγόντων. Ότι μετά τις διαμαρτυρίες των τελευταίων, οι εναγόμενοι διέκοψαν τις εργασίες κατασκευής δοκών και της πρώτης πλάκας του ισογείου και, ακολούθως, άσκησαν εναντίον τους την πιο πάνω από 25.2.2000 αρνητική αγωγή, η οποία ήδη απορρίφθηκε κατά τα ήδη εκτεθέντα.
Ότι οι εναγόμενοι, αν και στη συνέχεια τοποθέτησαν σωστά την οικοδομή τους στο κοινό όριο των δύο εδαφικών τμημάτων του ενιαίου οικοπέδου, την οποία και αποπεράτωσαν, εν τούτοις δεν καθήρεσαν τις κατασκευές που είχαν ανεγείρει στην επίδικη εδαφική λωρίδα, η οποία έπρεπε να μένει ακάλυπτη, σύμφωνα με τον τρόπο της συσταθείσας δωρεάς υπέρ του δικαιοπαρόχου τους Χ.
Κ., που δεσμεύει και τους ίδιους, αφού κατά την κατάρτιση του τίτλου κτήσης της κυριότητάς τους (…/1995 συμβολαίου) δήλωσαν ότι προσχωρούν στην προαναφερόμενη …/1973 συμβολαιογραφική πράξη σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας και δωρεάς υπό τρόπο του Ν. Κ.. Κατόπιν αυτών ζήτησαν να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να εκτελέσουν τον τρόπο, με την καθαίρεση και απόσυρση από τη συγκεκριμένη εδαφική λωρίδα των εντός αυτής κατασκευών τους, αφήνοντάς την ακάλυπτη, άλλως να επιτραπεί στους ενάγοντες να πράξουν τούτο με δαπάνες των εναγομένων.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 104/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, το οποίο την απέρριψε, κυρίως μεν, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποιήσεως των εναγόντων και, σε κάθε περίπτωση, ως μη νόμιμη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποιήσεως των εναγομένων. Μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως αυτής αποβίωσε αδιάθετος την 1.9.2011, ο πρώτος αρχικός ενάγων Χ.
Κ., οι καθολικοί διάδοχοι (κληρονόμοι) του οποίου, ήτοι η σύζυγος και τα δύο τέκνα του, καθώς και η αρχική δεύτερη αρχική ενάγουσα Π. Κ., άσκησαν έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 370/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου η οποία επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Κατά της ως άνω τελεσίδικης απόφασης ασκήθηκε από τους ηττηθέντες εκκαλούντες η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 Κ. και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 503 παρ. 1 ΑΚ "σε περίπτωση δωρεάς υπό τρόπο, ο δωρητής έχει το δικαίωμα, αν εκπλήρωσε την υποχρέωση που πηγάζει από τη δωρεά, να απαιτήσει από το δωρεοδόχο την εκτέλεση του τρόπου". Τρόπος δε είναι ο όρος που περιέχεται στη δωρεά και με τον οποίο ο δωρητής επιβάλλει στο δωρεοδόχο υποχρέωση προς παροχή (πράξη ή παράλειψη).
Είναι δυνατόν ο τρόπος να τίθεται προς το συμφέρον του δωρητή ή του δωρεοδόχου ή ακόμη και τρίτου και να αποβλέπει στα υλικά ή ηθικά συμφέροντα του δωρητή. Επίσης μπορεί να υπηρετεί τα συμφέροντα του δωρεοδόχου, ή να αφορά και το συμφέρον τρίτου, οπότε μπορεί, κατά τη βούληση των συμβαλλομένων, να δημιουργείται απευθείας δικαίωμα του τρίτου να ζητήσει από το δωρεοδόχο την εκτέλεση αυτού.
Δικαίωμα να ζητήσουν την εκτέλεση του τρόπου έχουν α) ο δωρητής και, σε περίπτωση θανάτου οι κληρονόμοι του, β) ο τρίτος, αν κατά τη βούληση των συμβαλλομένων έχει απευθείας το (ενοχικό) δικαίωμα αυτό, εφόσον δηλαδή ο τρόπος αποτελεί γνήσια σύμβαση υπέρ του τρίτου αυτού, κατ' άρθρο 411 ΑΚ και γ) μετά το θάνατο του δωρητή και η δημόσια αρχή, εφόσον όμως ο τρόπος αφορά άμεσα ή έμμεσα σε δημόσιο ή κοινωφελή σκοπό και η δωρεά έχει εκπληρωθεί.
Σε περίπτωση αρνήσεως του δωρεοδόχου να εκπληρώσει τον τρόπο, αυτός εξαναγκάζεται προς τούτο με αγωγή, για την έγερση της οποίας νομιμοποιούνται ο δωρητής και μετά το θάνατό του οι κληρονόμοι του. Φυσικά, το δικαίωμα για έγερση αγωγής το έχει πάντα ο τρίτος, στην περίπτωση που ο τρόπος αποτελεί γνήσια σύμβαση υπέρ τούτου, κατά τα προαναφερόμενα.
Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 410 και 411 ΑΚ συνάγεται, ότι για να υπάρχει γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, η οποία παρέχει στον τρίτο, παρότι δεν συμμετείχε στην κατάρτισή της, το δικαίωμα να αποκτήσει απευθείας από τον υποσχεθέντα την παροχή, πρέπει να προκύπτει από τη σύμβαση ότι τα συμβαλλόμενα μέρη, σκοπούσαν να προσπορίσουν απευθείας στον τρίτο ίδιο δικαίωμα, (όπως στην περίπτωση που καταρτίσθηκε προς το συμφέρον του τρίτου), δυνάμει του οποίου να μπορεί αυτός, στρεφόμενος κατά του υποσχεθέντος, να απαιτήσει την παροχή. 'Ετσι, ο τρίτος δικαιούται να απαιτήσει την παροχή απευθείας από τον υποσχεθέντα όταν συνάγεται από τη σύμβαση, αντικειμενικά εξεταζόμενη ενόψει των αντιλήψεων γι' αυτήν των συναλλασσομένων και των εξυπηρετούμενων οικονομικών και κοινωνικών σκοπών, ότι τα μέρη, ακόμη κι αν δεν εκφράσθηκαν ρητά, σκοπούσαν να προσπορίσουν στον τρίτο ίδιο δικαίωμα.
Τούτο, δε, είναι ζήτημα πραγματικό, αναγόμενο στην ερμηνεία της σύμβασης μη υποκείμενο σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες (ΑΠ 501/2010). Εάν δεν προκύπτει από τη σύμβαση ότι προσπορίζεται δικαίωμα στον τρίτο, τότε αυτός μπορεί να αποκτήσει τέτοιο δικαίωμα μόνο κατά τα άρθρα 435 και 400 ΑΚ, δηλαδή, όταν εκχωρηθεί σε αυτόν από εκείνον που δέχθηκε την υπόσχεση ή την απαίτηση, γιατί άλλως δεν νομιμοποιείται στην άσκηση αγωγής κατά του υποσχεθέντος.
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011).
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο, και, μάλιστα, ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο.
Κατ' ακολουθία, όταν η διαδικαστική πράξη παρουσιάζει ελαττώματα, είτε κατά το πραγματικό είτε κατά τις έννομες συνέπειες, είτε κατά τη λειτουργία της τελολογικής σχέσης του πραγματικού της με τα αντικειμενικώς επιδιωκόμενα έννομα ή πραγματικά αποτελέσματά της, πρόκειται για ανίσχυρη διαδικαστική πράξη.
Οι διαβαθμίσεις του ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων εκτυλίσσονται σε τέσσερις κατά βάση φάσεις, και, συγκεκριμένα, στην πρώτη, κατά την οποία κρίνεται το υποστατό αυτής, στη δεύτερη, κατά την οποία εξετάζεται το ενεργό αυτής, στην τρίτη, κατά την οποία κρίνεται το παραδεκτό, και στην τέταρτη, κατά την οποία κρίνεται το βάσιμο αυτής.
Ειδικότερα, η κρίση για το παραδεκτό σημαίνει ότι η διαδικαστική πράξη παράγει διαδικαστικά αποτελέσματα και είναι προϋπόθεση για να κριθεί στη συνέχεια η διαδικαστική αυτή πράξη και ως προς τη βασιμότητά της. Έτσι, με βάση το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται η εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής για έλλειψη κάποιας διαδικαστικής προϋποθέσεως, π.χ.
δικαιοδοσίας, ικανότητας διαδίκου, νομιμοποίησης, εννόμου συμφέροντος κ.λ.π. Και είναι μεν αληθές ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και, κυρίως, από τις διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου, με την έννοια ότι εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο ως δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα.
Στην περίπτωση αυτή ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Αν όμως ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως σύμφωνα με το νόμο, τότε η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναιρέσεως από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ( ΑΠ 117/2013).
Τέλος, στους λόγους αναιρέσεως που καθορίζονται περιοριστικώς στο άρθρο 559 ΚΠολΔ., δεν περιλαμβάνεται η εσφαλμένη εκτίμηση από το δικαστήριο των διαδικαστικών εγγράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, ενώ με το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα δεν εισάγεται ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως, αλλά επιτρέπεται να εξετάζεται από τον 'Αρειο Πάγο εάν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου υπάρχει λόγος αναιρέσεως από αυτούς του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 10.9.2007 αγωγής, που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες αυτής : α) Χ. Κ. και β) Π. Κ. του Γ., την οποία έστρεψαν κατά των εναγόμενων Γ. Κ. του Ν. και Ν. συζ. Γ. Κ. το γένος Ν. Μ., ισχυρίσθηκαν, ειδικότερα, ότι επί διώροφης οικοδομής, κείμενης στην … και επί της δημοτικής οδού, η οποία αποτελεί προέκταση της οδού ...
και στον αριθμό … αυτής, έχουν στην κυριότητά τους οριζόντιες ιδιοκτησίες και, ειδικότερα, ο πρώτος ένα διαμέρισμα ισογείου με τα στοιχεία Ι-1 εμβαδού 110,22τ.μ. και αποθήκη ισογείου με τα στοιχεία Ι-4 εμβαδού 18,90 τ.μ., η δε δεύτερη (Π. Κ.) ένα διαμέρισμα ισογείου με τα στοιχεία Ι-1 εμβαδού 16,70 τ.μ., ένα διαμέρισμα πρώτου ορόφου με τα στοιχεία Α-1 εμβαδού 104,33 τ.μ., μία αποθήκη ισογείου με τα στοιχεία Ι-5 εμβαδού 39,20 τ.μ.
και μία αποθήκη πρώτου ορόφου εμβαδού 13,44 τ.μ.... απέκτησαν, δε, την κυριότητα επ' αυτών με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα: Ο πρώτος (Χ. Κ.), κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομία του αρχικού κυρίου και πατέρα του Ν. Κ. του Χ., που αποβίωσε στις 20.8.1988 χωρίς να αφήσει διαθήκη, δυνάμει της …/1994 πράξης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Τρίπολης Κωνσταντίνου Παϊσιου, νομίμως μεταγεγραμμένης, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου από δωρεά εν ζωή του αδελφού του Γ.
Κ., δυνάμει του …/1994 δωρητηρίου εν ζωή συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου νομίμως μεταγεγραμμένου και κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου από δωρεά εν ζωή του αδελφού του Η. Κ., δυνάμει του …/1995 δωρητηρίου εν ζωή συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου και η δεύτερη (Π. Κ.) του Χ.
από δωρεά εν ζωή του παππού της Ν. Κ. δυνάμει του …/1987 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου. 'Οτι στο πέραν του ως άνω οικοδομηθέντος υπόλοιπο οικόπεδο εμβαδού 560,04 τ.μ. και δυνάμει της υπ' αριθ. …/1973 πράξης συστάσεως κάθετων ιδιοκτησιών του συμβολαιογράφου Τρίπολης Δημ.
Τσιώλη νομίμως μεταγεγραμμένης ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Ν. Κ. του Χ. προέβη με μονομερή εν ζωή δικαιοπραξία στη σύσταση κάθετων ιδιοκτησιών για την ανέγερση δύο αυτοτελών οικοδομημάτων κατά τις διατάξεις του ν.δ. 1024/1971, του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1017 ΑΚ, χωρίζοντας το οικόπεδο σε δύο αυτοτελή τμήματα του οικοπέδου, που αφορούσαν μόνο στα ακάλυπτα τμήματα του οικοπέδου, αφού η διώροφη οικοδομή δεν περιλήφθηκε στην ως άνω πράξη συστάσεως και απεικονίζεται στο προσαρτημένο στο παραπάνω συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ....με τους λατινικούς αριθμούς Ι (νότιο τμήμα...εμβαδού, κατόπιν διόρθωσης 297,79 τ.μ. ) και ΙΙ (βόρειο τμήμα....
εμβαδού 257,35 τ.μ., ήδη ιδιοκτησία Η. Κ.). 'Οτι με το ίδιο συμβόλαιο ο Ν. Κ. συνέστησε δωρεά υπό τρόπο υπέρ του αρχικού πρώτου ενάγοντος ... γιού του Χ. Κ. για το ως άνω υπό στοιχείο Ι ακίνητο υπό τον όρο, περιορισμό και υποχρέωση κατά τη διατύπωση του συμβολαίου "προς το μέρος της οικίας του δωρητού Ν. Κ., αφήνει εσαεί ακάλυπτον χώρον, πλάτους δύο μέτρων και πεντήκοντα εκατοστών (2,50 μέτρων) και καθ' όλον το μήκος της προς την πλευράν ταύτης ιδιοκτησίας του δωρητού", ο δε περιορισμός αυτός τέθηκε με τη βούληση του δωρητή να επιβαρύνει τον εκάστοτε ιδιοκτήτη του ήδη δωρηθέντος και μεταβιβασθέντος ακινήτου (της υπό στοιχείο Ι κάθετης ιδιοκτησίας).
Ότι, στη συνέχεια με το υπ' αριθ. …/1995 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χριστίνας Πλατανίτου -Σγούρδου, νομίμως μεταγεγραμμένο ο αρχικός πρώτος ενάγων ...και δωρεοδόχος Χ. Κ. πώλησε και μεταβίβασε στους παραπάνω εναγομένους και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, την ως άνω υπό στοιχείο Ι κάθετη ιδιοκτησία,...
οι δε εναγόμενοι ρητά δήλωσαν ότι προσχωρούν στην προαναφερόμενη πράξη σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας, καθώς και στη διορθωτική/συμπληρωματική αυτής υπ' αριθ. …/1995 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου. Ότι οι εναγόμενοι ... κατόπιν εκδόσεως της υπ' αριθ. …/1999 άδειας οικοδομής του πολεοδομικού γραφείου Τρίπολης, άρχισαν να κατασκευάζουν επί του οικοπέδου οικοδομή, πλην όμως τα σχέδια που υπέβαλαν δεν λάμβαναν υπόψη τον περιορισμό της ως άνω πράξης σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας όσον αφορά τον ακάλυπτο χώρο και ξεκίνησαν να οικοδομούν σε επαφή με την νοτίως ευρισκόμενη, διώροφη οικοδομή, στην οποία έχουν οι ως άνω ενάγοντες...
οριζόντιες ιδιοκτησίες. Ότι κατόπιν διαμαρτυριών των τελευταίων και ανταλλαγής εξωδίκων στα τέλη του 1999 και αρχές του 2000, σχετικά με τη συνέχιση ή μη των εργασιών σε επαφή με τη διώροφη οικοδομή, οι εναγόμενοι άσκησαν αγωγή εναντίον των εναγόντων με αίτημα να κλείσουν ανοίγματα και να καθαιρέσουν εξώστες και προεξοχές της στέγης της διώροφης οικοδομής, επειδή διατάρασσαν την κυριότητά τους επί του ανοικοδομούμενου τμήματος, η δε αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την 2/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, που κατέστη τελεσίδικη με την 155/2003 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο έκρινε ότι υπήρχε δωρεά υπό τρόπο, και ότι ο περιορισμός αυτός δεσμεύει και τους εναγομένους.
Ότι, μολονότι μετά την έκδοση των ανωτέρω δικαστικών αποφάσεων οι εναγόμενοι τροποποίησαν την άδεια οικοδομής και αποπεράτωσαν την οικοδομή τους, πλην όμως δεν καθαίρεσαν ό,τι είχαν ήδη κατασκευάσει στην επίδικη εδαφική λωρίδα, δηλαδή τρεις κολώνες από οπλισμένο σκυρόδεμα και πλάκα οροφής, τα οποία υφίστανται ακόμη, εξακολουθούν δε να κατέχουν καλυμμένη την εν λόγω λωρίδα, ενώ σύμφωνα με τον τρόπο, στον οποίο είχαν προσχωρήσει και τον οποίο είχαν αποδεχθεί, έπρεπε να είναι ακάλυπτη.
Κατόπιν του ανωτέρω ιστορικού οι ενάγοντες ζήτησαν με την ένδικη αγωγή τους να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να εκτελέσουν τον προαναφερόμενο τρόπο, αφήνοντας ακάλυπτη την εδαφική αυτή λωρίδα, καθαιρώντας και αποσύροντας από αυτήν όλες τις εντός αυτής κατασκευές, άλλως να επιτραπεί στους ενάγοντες να πράξουν τούτο με δαπάνες των ως άνω εναγομένων...".
Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή αυτή είναι απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως των εναγόντων για την άσκησή της. Και τούτο διότι, όπως σαφώς προκύπτει από τα εκτιθέμενα σ'αυτή περιστατικά οι ενάγοντες αν και στηρίζουν την αγωγή στην ύπαρξη της προαναφερόμενης δωρεάς υπό τρόπο, επικαλούμενοι μάλιστα προς τούτο και την πιο πάνω 155/2003 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, εν τούτοις δεν την ασκούν ως κληρονόμοι του θανόντος στις 20.8.1988 δωρητή Ν.
Κ., αλλά ως σημερινοί ιδιοκτήτες των οριζόντιων ιδιοκτησιών της διώροφης οικοδομής που ανήκε σ'αυτόν κατά τη στιγμή της δωρεάς. Σε κάθε όμως περίπτωση, δεν εκτίθεται ότι ο διαλαμβανόμενος στο …/1973 συμβόλαιο περιορισμός της άφεσης ακάλυπτης της επίδικης εδαφικής λωρίδας αποτελούσε γνήσια σύμβαση υπέρ των κυρίων των παραπάνω ιδιοκτησιών της διώροφης οικοδομής, ως τρίτων, και, ειδικότερα, ότι προέκυπτε από τη βούληση των συμβαλλόμενων μερών (δωρητή Ν.
Κ. και δωρεοδόχου Χ. Κ.) ή από τη φύση και το σκοπό της σύμβασης ότι οι συγκεκριμένοι ως άνω ιδιοκτήτες θα έχουν, ως τρίτοι, το (ενοχικό) άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να απαιτήσουν την εκτέλεση του τρόπου απευθείας από τον δωρεοδόχο και υποσχεθέντα. Βέβαια, ένας (ο 1ος) εκ των αρχικών εναγόντων και κυρίων των οριζοντίων ιδιοκτησιών της διώροφης οικοδομής είναι ο υιός του δωρητή Χ.
Κ., ο οποίος, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, είναι και κληρονόμος του δωρητή (κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου), πλην όμως δεν την άσκησε υπό την ιδιότητά του αυτή, όπως συνάγεται σαφώς από το περιεχόμενο του δικογράφου της. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ομοίως δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, κυρίως, διότι δεν γινόταν επίκληση των απαιτούμενων κατά το νόμο στοιχείων για την ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων και συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις και ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη. Επίσης, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας προϋποθέτει ο από τον αριθμό 11 περ. γ' λόγος αναίρεσης, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ενώ δεν ιδρύεται όταν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη, εφόσον δεν εισήλθε στην εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, διαλαμβάνοντας αποδεικτικό πόρισμα με βάση τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα από τους διαδίκους.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνον όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή, σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008).
Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ.
εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Κατά συνέπεια οι τρίτος, έβδομος και όγδοος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους υπό την επίκληση, αντίστοιχα, των αριθμών 11, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του : 1) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, και, συγκεκριμένα, δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων περιεχόμενη στο δικόγραφο της από 16.9.2008 με αριθμό 230/2009 αγωγής τούτων, 2) αυτή (προσβαλλόμενη) περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, 3) παραμόρφωσε το περιεχόμενο του …/1973 συμβολαίου και της περιεχόμενης σε αυτό συμβάσεως δωρεάς υπό τρόπο είναι απορριπτέοι πρωτίστως ως απαράδεκτοι εφόσον στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν εισήλθε στην κατ'ουσία διερεύνηση της υποθέσεως, ούτε κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα με βάση το πιο πάνω συμβόλαιο, αλλά εκτίμησε όσα οι ενάγοντες εξέθεταν στην αγωγή τους και, κρίνοντας ομοίως, επικύρωσε την πρωτόδικη 104/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, με την οποία η ένδικη αγωγή είχε απορριφθεί, κυρίως, ως απαράδεκτη και, επικουρικά, ως μη νόμιμη.
Εξάλλου, από το άρθρο 68 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ' ιδίαν αυτής λόγων, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας. 'Ετσι, αν οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 394/2012). 'Οπως, απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι και ο λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογία της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της, ή προσάπτει πλημμέλεια κατά παραδοχής της απόφασης, η οποία δεν επιδρά στο διατακτικό της, όταν αυτό στηρίζεται αυτοτελώς και σε άλλες παραδοχές, αφού υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 144/2015).
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., πέμπτος από τον αριθμό 16 και έκτος από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με την επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης, ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς τους, μετά την απόρριψη των ήδη ερευνηθέντων λόγων αναίρεσης, δεν ανατρέπεται η πληττόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτό ότι η αγωγή είναι απορριπτέα, κυρίως ως απαράδεκτη, διότι οι ενάγοντες δεν εξέθεταν τα απαιτούμενα, κατά νόμο, για την ενεργητική νομιμοποίησή τους στοιχεία.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η από 3.9.2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της 370/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο σε (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. 6 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.9.2019 αίτηση για αναίρεση της 370/2017 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ