1165/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου -Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1165/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 1.Από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288, 349 έως 351, 648, 652 και 656 ΑΚ, 7 παρ.1 του ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 του ν. 3198/1955, συνάγεται ότι μονομερής, βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας επέρχεται όταν ο εργοδότης επιχειρεί την τροποποίησή τους σε βάρος του εργαζομένου, χωρίς τη συναίνεση αυτού και χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από τη σύμβαση ή το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχείρησής του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1165 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1165/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου -Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ, εμπορική, τουριστική, οικοδομική και βιομηχανική εταιρία αυτοκινήτων, ελαστικών ανταλλακτικών" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στον ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Ανδριόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό 2575/21-4-2015. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 3894/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 211/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης 51/16-6-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη αυτής, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288, 349 έως 351, 648, 652 και 656 ΑΚ, 7 παρ.1 του ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 του ν. 3198/1955, συνάγεται ότι μονομερής, βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας επέρχεται όταν ο εργοδότης επιχειρεί την τροποποίησή τους σε βάρος του εργαζομένου, χωρίς τη συναίνεση αυτού και χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από τη σύμβαση ή το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχείρησής του.
Όταν η μονομερής μεταβολή γίνεται από τον εργοδότη σύμφωνα µεν µε τους όρους της σύμβασης ή του νόμου ή του κανονισμού εργασίας, αλλά καθ' υπέρβαση των ορίων που τάσσονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του διευθυντικού του δικαιώματος, τότε η άσκηση του δικαιώματος αυτού καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική.
Σε μία τέτοια περίπτωση, η υπέρβαση των παραπάνω ορίων καθιστά τη μονομερή μεταβολή των όρων της σύμβασης βλαπτική για τον εργαζόμενο, αφού αυτή επέρχεται κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας, που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης.
Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής του εργαζομένου δεν αποβλέπει στην εξυπηρέτηση των σκοπών αυτών, αλλά άλλων, άσχετων επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση, αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο, διότι η καλή πίστη επιβάλλει, γενικώς, σε κάθε φορέα δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη, κατά την άσκησή του και στο μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις εύλογες προσδοκίες του υπόχρεου.
Μια τέτοια συμπεριφορά επιβάλλεται, ιδιαιτέρως, επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας. Τέλος, η μονομερής, βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της σύμβασης δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά παρέχει σε αυτόν το δικαίωμα είτε να αποδεχθεί τη μεταβολή και να παραμείνει στην εργασία του, οπότε συντελείται νέα, τροποποιητική της αρχικής, σύμβαση εργασίας, είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδότη και, αποχωρώντας από την εργασία του, να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση, είτε να αποκρούσει τη μεταβολή και να ζητήσει να εξακολουθήσει να προσφέρει την εργασία του με τους αρχικούς όρους (ΑΠ 315/2014, ΑΠ 13/2012).
Επιπλέον, εάν η επιχειρηθείσα από τον εργοδότη μεταβολή, καθ' υπέρβαση των τασσομένων από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων, προσβάλλει την προσωπικότητα του εργαζομένου, αυτός δικαιούται, κατά τα άρθρα 57, 59, 299 και 932 ΑΚ, να απαιτήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 1136/2017).
2.Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 174, 180, 281, 288, 349, 350, 361, 648, 652, 656, 669 ΑΚ και 7 εδ. α' του ν. 2112/ 1920, συνάγεται ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από τον καταγγέλλοντα. Αποτελεί, όμως, άσκηση δικαιώματος και, κατά συνέπεια, είναι απαγορευμένη, όταν γίνεται καταχρηστικά, δηλαδή υπό περιστάσεις, οι οποίες στοιχειοθετούν προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να δεχθεί τις υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην καταβολή του μισθού προς αυτόν. Η καταγγελία είναι καταχρηστική και όταν γίνεται εκ λόγων εκδίκησης ή εχθρότητας, συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζομένου νόμιμης μεν, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη.
Αντίθετα, η καταγγελία δεν θεωρείται καταχρηστική, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζομένου ή την από πλευράς αυτού παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων. Ως παράβαση, όμως, των συμβατικών υποχρεώσεων από τον εργαζόμενο δεν μπορεί να νοηθεί το ότι αυτός αρνείται να αποδεχθεί τη μονομερή, εκ μέρους του εργοδότη, βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 315/2014).
Εξάλλου, ο εργοδότης, στο πλαίσιο άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος (ΑΚ 652), μπορεί να συνδέσει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας με την άρνηση του εργαζόμενου να αποδεχθεί τις προτάσεις του για μεταβολή κάποιων όρων αυτής, οι οποίοι έχουν καταστεί ασύμφοροι για τον εργοδότη. Στην περίπτωση αυτή, όμως, η καταγγελία δεν καθίσταται καταχρηστική από μόνο το γεγονός της άρνησης του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε ευρύτερο έλεγχο ως προς το αν το δικαίωμα του εργοδότη, να καταγγείλει τη σύμβαση επειδή ο εργαζόμενος δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της, υπερβαίνει τα όρια που διαγράφονται από την ΑΚ 281 και δη αν η αιτηθείσα μεταβολή των όρων σύμβασης δικαιολογείται ή μη από τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε ή τις ανάγκες της επιχείρησης ή από λόγους που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού (ΑΠ 944/2005).
3.Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται "αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα (όταν προσδίδεται σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή του (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 700/2015).
4.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 211/2017 απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και αφού στάθμισε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που είχαν τεθεί υπό την κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η εναγομένη εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία εδρεύει στον ..., έχει ως κύριο αντικείμενο της δραστηριότητάς της την εισαγωγή, πώληση και εκμίσθωση αυτοκινήτων.
Ότι στον ίδιο χώρο με την εναγομένη συστεγάζονται α) η εταιρία με την επωνυμία "... εμπορική, τουριστική και εκμίσθωσης αυτοκινήτων, μοτοσικλετών, σκαφών και μηχανημάτων" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", η οποία έχει ως κύριο αντικείμενο δραστηριότητας την τελωνειακή διαχείριση των εισαγόμενων αυτοκινήτων και β) η εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΕ", η οποία έχει την αντιπροσωπεία στην Ελλάδα των ελαστικών ... και των γεωργικών ελκυστήρων .... Ότι η εναγομένη και οι δύο ως άνω εταιρίες έχουν ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου και μετόχους τα ίδια φυσικά πρόσωπα, αλλά αποτελούν διακριτά και αυτοτελή νομικά πρόσωπα, με ξεχωριστούς ισολογισμούς και διακριτά οικονομικά αποτελέσματα.
Ότι η εναγομένη, την 19-12-2011, προσέλαβε τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως φύλακας των εγκαταστάσεών της, επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και επί οκτάωρο ημερησίως, αντί μηνιαίων μικτών αποδοχών 1.103 ευρώ. Ότι, περί τα τέλη του έτους 2014, η εναγομένη απασχολούσε για τη φύλαξη των εγκαταστάσεών της στον ...
και στον ... 21 φύλακες, μεταξύ των οποίων και τον ενάγοντα, οι οποίοι είχαν προσληφθεί και μισθοδοτούντο από την ίδια. Ότι η εναγομένη, της οποίας η δραστηριότητα είχε υποστεί σημαντικό πλήγμα από τη μείωση των πωλήσεων αυτοκινήτων, προκειμένου να μην επιβαρύνεται μόνο αυτή με το κόστος της μισθοδοσίας των φυλάκων, αλλά αυτό να επιμερίζεται και στις τρεις εταιρίες του Ομίλου, στις εγκαταστάσεις των οποίων οι εν λόγω εργαζόμενοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους, πρότεινε σε μερικούς από αυτούς, συμπεριλαμβανομένου και του ενάγοντος, να παραιτηθούν οικειοθελώς από την εργασία τους στην εναγομένη και να συνάψουν ταυτόχρονα νέες συμβάσεις εργασίες με τις ως άνω δύο εταιρίες.
Ότι, ειδικότερα, πρότεινε σε έξι από αυτούς να ενταχθούν στο εργατικό δυναμικό της εταιρίας "... ΑΕ" και σε τέσσερις να ενταχθούν στην εταιρία "... ΑΕ" (εκ παραδρομής αναφέρεται "... ΑΕ"). Ότι για το σκοπό αυτό, περί τα τέλη Ιανουαρίου 2015, κλήθηκαν οι ως άνω εργαζόμενοι από το διευθυντή ανθρωπίνων πόρων, Δ. Κ. (δεύτερο εναγόμενο, ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η αγωγή με την πρωτόδικη απόφαση και ο οποίος δεν μετέχει στην αναιρετική δίκη), που τους ενημέρωσε ότι η εργοδότρια εταιρία δεν μπορούσε πλέον να επωμίζεται το κόστος της μισθοδοσίας όλων των εργαζομένων και τους έδωσε το κείμενο των νέων συμβάσεων, προκειμένου να το μελετήσουν και να απαντήσουν εάν αποδέχονται την προτεινόμενη μεταβολή στο καθεστώς της εργασίας τους.
Ότι την 2-2-2015 όλοι οι παραπάνω εργαζόμενοι αποδέχθηκαν την προταθείσα μεταβολή και υπέγραψαν νέες συμβάσεις εργασίας, πλην του ενάγοντος, ο οποίος αρνήθηκε να ενταχθεί στο εργασιακό δυναμικό της εταιρίας "... ΑΕ", θεωρώντας τους προταθέντες νέους όρους εργασίας βλαπτικούς. Ότι κατόπιν αυτού, την 4-2-2015, η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του.
Ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι προταθέντες στον ενάγοντα νέοι όροι εργασίας δεν είναι δυσμενέστεροι, σε σχέση με τους όρους της υφιστάμενης σύμβασης εργασίας, καθόσον, όπως προκύπτει από το παραδοθέν στον ενάγοντα για μελέτη κείμενο της νέας σύμβασης, αναγνωρίζεται η προϋπηρεσία του τελευταίου και όλα τα σχετικά δικαιώματα που απορρέουν από αυτή (ημέρες δικαιούμενης άδειας, υπολογισμός αποζημίωσης καταγγελίας κλπ), ενώ ο μηνιαίος μισθός του ορίζεται στο ποσό των 1.103 ευρώ, που δεν υπολείπεται εκείνου που ελάμβανε κατά το διάστημα της απασχόλησής του στην εναγομένη.
Ότι η επιδιωκόμενη από την εναγομένη, στο πλαίσιο της άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος, αλλαγή του προσώπου του εργοδότη δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, αφού δεν συνεπαγόταν δυσμενείς υλικές συνέπειες ούτε μείωση της προσωπικότητάς του, αλλά επιβαλλόταν από το πραγματικό συμφέρον της εναγομένης, καθόσον ήταν άμεση και αναγκαία η περιστολή του κόστους μισθοδοσίας με την κατανομή των εργαζομένων της και στις άλλες δύο εταιρίες του Ομίλου, ώστε να ανταπεξέρχεται στις οικονομικές της υποχρεώσεις.
Ότι μετά την άρνηση του ενάγοντος να αποδεχθεί τη μεταβολή των όρων εργασίας, η εναγομένη αναγκάστηκε να προβεί σε καταγγελία της σύμβασής του, προκειμένου να επιτευχθεί η ομαλή λειτουργία της επιχείρησής της, αφού δεν ήταν δυνατή η επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού της με τη λήψη άλλων μέτρων. Ότι το δικαίωμα της εναγομένης να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης (για την οποία καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση, όπως δεν αμφισβητείται), δεν ασκήθηκε καταχρηστικά από μόνο το λόγο ότι έγινε μετά την άρνηση του ενάγοντος να αποδεχθεί την εν λόγω μεταβολή, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία αυτή υπαγορεύθηκε από εμπάθεια ή εκδικητικότητα των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι η άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει τη σύμβαση δεν έχει γίνει καταχρηστικά. Ακολούθως, κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης εταιρίας, εξαφάνισε ως προς αυτήν την τότε εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κρίνει διαφορετικά (ήτοι, είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα της καταγγελίας ως καταχρηστικώς γενομένης και είχε υποχρεώσει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα αποδοχές υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με τους ίδιους όρους που ίσχυαν πριν, με απειλή χρηματικής ποινής) και αφού δίκασε εκ νέου την ένδικη αγωγή, την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη.
Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρονται ανωτέρω (αρ.1 και 2) και με επαρκή και χωρίς κενά ή αντιφάσεις αιτιολογία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν διαπιστώνεται προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους της εργοδότριας (ΑΚ 281).
Πράγματι, για την αναγνώριση της ακυρότητας της γενομένης καταγγελίας, η αγωγή είχε ως μοναδική βάση την κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, στοιχειοθετούμενη [δήθεν] από τη διάθεση εμπάθειας και εκδίκησης των διευθυντικών οργάνων της εναγομένης, λόγω της άρνησης του ενάγοντος να συναινέσει στην παραίτησή του και στη σύναψη νέας σύμβασης με άλλη εταιρία του Ομίλου, ήτοι σε ενέργειες για τις οποίες δεν είχε νομική ή συμβατική υποχρέωση.
Η προταθείσα μεταβολή, όμως, απέβλεπε αληθώς στην εξασφάλιση μιας θέσης εργασίας για τον ενάγοντα, σε θυγατρική εταιρία, αλλά με τους ίδιους όρους και η άρνησή του να την αποδεχθεί, όπως σαφώς παραδέχθηκε το εφετείο, δεν επέφερε κακή διάθεση στην πλευρά της εναγομένης, αλλά αδυναμία να επιτύχει την εξασφάλιση αυτή.
Γι' αυτό και η καταγγελία κατέστη αναπότρεπτη. Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι της αίτησης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. 5.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης 51/16-6-2017 αίτηση για αναίρεση της 211/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Ιουνίου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ