Supreme Court dismisses appeal against divorce property division ruling regarding marital contribution calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision on marital property division following a divorce. The appellant argued the appellate court failed to consider a specific payment receipt as evidence of her contribution to the property increase. The court ruled that the lower court had sufficiently addressed this evidence by explicitly calculating the appellant's 30% contribution share based on the total asset growth.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1400 of the Civil Code and 216 of the Civil Procedure Code; An appeal is inadmissible if the appellate court has properly considered all evidence and provided sufficient reasoning for its calculation of each spouse's contribution to the increase in marital assets.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1165 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1165/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο-Δημήτριο Καλαφάτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοδοσίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2513/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 7422/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-7-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 30-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Εξ άλλου, το άρθρο 1400 Α.Κ. ορίζει: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απόκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες".
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα είναι : α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) συμβολή του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση με οποιονδήποτε τρόπο της περιουσίας του υπόχρεου.
Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά η οποία υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, δηλαδή κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο κατά τον οποίο γεννάται η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Το είδος της συμβολής μπορεί να αναφέρεται σε οποιαδήποτε υλική παροχή, η οποία εξέρχεται από τα όρια της υποχρεώσεως για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας ή δραστηριότητα η οποία συνεπάγεται άμεσα ή έμμεσα αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου.
Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των στοιχείων τα οποία συνθέτουν την περιουσία αυτή, θεωρείται, στην περίπτωση κατά την οποία ο γάμος λύθηκε ή ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη. Από τη σύγκριση της αξίας της περιουσίας του υπόχρεου στα δύο αυτά χρονικά σημεία, με αναγωγή σε τιμές του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου η οποία να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Απαιτείται συνεπώς να προσδιορίζεται στην αγωγή η περιουσία του υπόχρεου (εφόσον υπάρχει) και κατά τον χρόνο της τελέσεως του γάμου με αναγωγή της αξίας της στον χρόνο της ασκήσεως της αγωγής ή να εκτίθεται σε αυτήν ότι δεν υπήρχε καθόλου περιουσία του υπόχρεου κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου. Επομένως, αν στην αγωγή εκθέτει ο δικαιούχος σύζυγος, ότι κατά τον χρόνο τελέσεως του γάμου ο υπόχρεος είχε περιουσία, αποτελούμενη από ακίνητα, είναι απαραίτητη η αναφορά της κατά το χρόνο αυτό αξίας τους, ανεξαρτήτως του αν αυτή είναι μεγάλη ή μικρή, καθόσον δεν νοείται "μηδενική" αξία αυτών.
Περαιτέρω, στην σχετική αγωγή και εφόσον ζητείται ποσοστό επί των αποκτημάτων πέραν του τεκμαιρόμενου (1/3), είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου (Α.Π.593/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει στην αγωγή του τα ακόλουθα: Με την εναγομένη - αναιρεσείουσα τέλεσε στην Αθήνα, την 29-5-1993, θρησκευτικό γάμο, ο οποίος ήδη λύθηκε με την υπ’ αριθ.1475/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη την 17-10-2005 διά της παραιτήσεως των διαδίκων από τα ένδικα μέσα.
Πριν από την αμετάκλητη λύση του γάμου και ενώ οι διάδικοι ευρίσκοντο σε διάσταση από της 17-10-2001, ο ενάγων άσκησε κατά της εναγομένης, λόγω συμπληρώσεως τριετούς διαστάσεως και σύμφωνα με το άρθρο 1400 παρ.2 Α.Κ. την από 12-4-2005 αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα, επί της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθ.2868/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απερρίφθη ως αόριστη.
Ήδη, με την παρούσα αγωγή, ο ενάγων εκθέτει, ότι πρό του γάμου τους η εναγόμενη δεν είχε οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο. Κατά την διάρκεια του γάμου τους η μητέρα της εναγομένης, με το νομίμως μεταγραφέν υπ’ αριθ....1997 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σημαντήρη, μεταβίβασε σε αυτήν κατά κυριότητα λόγω γονικής παροχής τα 333/1000 εξ αδιαιρέτου του σαφώς περιγραφομένου και έχοντος έκταση 165,14 τ.μ.
οικοπέδου, το οποίο κείται στην θέση Τουρκοβούνια Κυψέλης των Αθηνών, μαζί με το δικαίωμα να ανεγείρει διαμέρισμα πρώτου ορόφου επί υπάρχοντος ισογείου κτίσματος. Ο ενάγων είναι υπάλληλος της Δ.Ε.Η και κατά την διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεως συνεισέφερε ολόκληρο τον σαφώς προσδιοριζόμενο κατά ποσό μισθό του για τις οικογενειακές ανάγκες, ομοίως δε και η εναγομένη, η οποία ηργάζετο ως ιδιωτική υπάλληλος, συνεισέφερε τον μισθό της για τις οικογενειακές ανάγκες, σε αναλογία 52,65% ο ενάγων και 47,35% η εναγομένη.
Κατά το έτος 1999 οι διάδικοι απεφάσισαν και έκτισαν, στο ακίνητο το οποίο μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα στην εναγομένη λόγω γονικής παροχής, διαμέρισμα εμβαδού 105,48 τ.μ. Για τις απαιτηθείσες δαπάνες, ο ενάγων δανείσθηκε τα εξής ποσά, ήτοι: α1)τον Ιανουάριο 1999 δανείσθηκε από τον πατέρα του 6.600.000 δρχ. (19.369,04 ευρώ), β1)την 25-2-1999 δανείσθηκε από το Ταμείο Παρ/κων και Δανείων 15.000.000 δρχ. (44.020,54 ευρώ) και γ1)την 23-4-2001 δανείσθηκε από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας 2.860.000 δρχ. (8.393,25 ευρώ).
Στις δύο τελευταίες συμβάσεις δανείου η ενάγουσα συνεβλήθη ως εγγυήτρια για την εξόφληση των δανείων και παρέσχε στους δανειστές δικαίωμα έγγραφης προσημειώσεως υποθήκης επί του εν λόγω διαμερίσματος. Για την αποπεράτωση του διαμερίσματος ο ενάγων κατέβαλε συνολικώς 72.115,47 ευρώ. Η πραγματική αξία του διαμερίσματος ανήρχετο:
α1)κατά τον χρόνο διακοπής της εγγάμου συμβιώσεως (17-10-2001), όπως β1)και κατά τον χρόνο ασκήσεως της πρώτης αγωγής (12-4-2005) και γ1)και κατά τον χρόνο ασκήσεως της ερευνώμενης αγωγής (2-7-2009) σε 200.000 ευρώ και μετ’ αφαίρεση της αξίας της γονικής παροχής (333/1000 του οικοπέδου με το δικαίωμα δομήσεως διαμερίσματος στον α’ όροφο) από 16.140,86 ευρώ, ανήρχετο (η αξία του διαμερίσματος) στο ποσόν των 183.859,14 ευρώ, κατά το οποίο αυξήθηκε, κατά την διάρκεια του γάμου, η περιουσία της εναγομένης.
Ισχυριζόμενος δε περαιτέρω ο ενάγων ότι ο ίδιος συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας της εναγομένης, η οποία (περιουσία) συνίσταται μόνο στο εν λόγω διαμέρισμα, κατά ποσοστόν 75%, ζητεί εν τέλει, να υποχρεωθεί η αυτή να του μεταβιβάσει αυτουσίως ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου του διαμερίσματος, άλλως να υποχρεωθεί η ίδια να του καταβάλει νομιμοτόκως την αξία του εν λόγω ποσοστού, η οποία ανέρχεται σε 137.894,36 ευρώ και επικουρικότερον να υποχρεωθεί να του καταβάλει την τεκμερομένη κατά το άρθρο 1400 παρ.1 εδ.β’ Α.Κ.
συμβολή του 1/3 στην αύξηση της περιουσίας της, η οποία (συμβολή) ανέρχεται σε 61.286,38 ευρώ. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα και αναφερόμενα στην αρχή στοιχεία, ακόμη και όσον αφορά την αξία του μοναδικού αποκτήματος (διαμερίσματος) κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου (17-10-2005).
Ειδικότερα, εφόσον ο ενάγων προσδιορίζει την αύξηση της περιουσίας κατά την 12-4-2005 και κατά την 2-7-2009 σε 183.859,14 ευρώ, συμπεραίνεται, ότι και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο, κατά τον οποίο κατέστη αμετάκλητη η απόφαση του διαζυγίου, ήτοι κατά την 17-10-2005, η οποία μάλιστα απέχει από την πρώτη ημερομηνία έξι μήνες, η αύξηση της περιουσίας της εναγομένης ανήρχετο στο ίδιο ποσόν των 183.859,14 ευρώ.
Ακολούθως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη την αγωγή και την ερεύνησε κατ’ ουσίαν, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ και ο υποστηρίζων τα αντίθετα, κατ’ εκτίμηση από το άρθρο αυτό, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 221 Κ.ΠολΔ:".-1. Με την άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 215, η κατάθεση της έχει ως συνέπεια α) εκκρεμοδικία, β) το αμετάβλητο της δικαιοδοσίας και Αρμοδιότητας του δικαστηρίου, γ) την προτίμηση ανάμεσα σε περισσότερα αρμόδια δικαστήρια, και η επίδοση της έχει ως συνέπεια τα αποτελέσματα που το ουσιαστικό δίκαιο ορίζει όπ επέρχονται από την έγερση της αγωγής. 2.
Εκκρεμοδικία συνεπάγεται και η υποβολή, ενώ διαρκεί η δίκη, αίτησης με την οποία επιδιώκεται καταψήφιση, αναγνώριση ή διάπλαση, καθώς και η πρόταση ένστασης συμψηφισμού". Κατά το άρθρο 222 Κ.Πολ.Δ.:"1.Όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. 2.
Αν κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκαση της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη". Από τα άρθρα αυτά προκύπτει, ότι είναι απαράδεκτη η διεξαγωγή νέας δίκης όταν αυτή έχει ως αντικείμενο διαφορά η οποία ταυτίζεται με προγενέστερη, η οποία δημιουργήθηκε από αγωγή που ασκήθηκε προηγουμένως και έχει, εκτός των άλλων, την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Σε περίπτωση κατά την οποία η διαφορά, για την οποία γίνεται η νέα δίκη, δεν θεμελιώνεται στους ίδιους κανόνες, έχει δηλ. άλλη νομική αιτία από εκείνη της διαφοράς που εκκρεμεί, δεν έχει εφαρμογή η ως άνω διάταξη του άρθρου 222 § 1 Κ Πολ Δ και δεν υπάρχει κατά συνέπειαν απαράδεκτο της εκδικάσεως της (Α.Π. 132/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "...όπως προκύπτει από το ακριβές αντίγραφο της από 12/4/2005 και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. 54061/3343/12-4-2005 αγωγής του ενάγοντος - εφεσιβλήτου που ασκήθηκε κατά της εναγομένης - εκκαλούσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και από το ακριβές αντίγραφο της 2868/2007 απόφασης του Δικαστηρίου που εκδόθηκε επί της αμέσως προηγουμένης απόφασης (κατά της αμέσως προηγουμένης απόφασης, μάλιστα, δεν έχουν ασκηθεί ένδικα μέσα μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της παρούσης δικογραφίας), μεταξύ της παραπάνω αγωγής και της ένδικης τοιαύτης δεν υφίσταται ταυτότητα νομικής αιτίας, καθόσον ο ενάγων -εφεσίβλητος με την τελευταία αυτή αγωγή επιδιώκει έννομη προστασία εξ αφορμής της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (αρθρ. 1400 παρ. 1 περ.
α του ΑΚ), ενώ με την προηγουμένη εκ των προρρηθεισών αγωγών προβλήθηκε αξίωση επί αποκτήματος της εναγομένης -εκκαλούσας που ερείδεται επί της νομικής βάσης της τριετούς διάστασης των διαδίκων, ήτοι στη διάταξη του άρθρου 1400 παρ.2 Α.Κ.....". Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, καθόσον ορθώς έκρινε, ότι δεν συντρέχει απαράδεκτο εκδικάσεως της κρινομένης αγωγής περί συμμετοχής στα αποκτήματα, αφού μεταξύ αυτής και της πρώτης αγωγής (επί της οποίας μάλιστα έχει εκδοθεί οριστική απόφαση) δεν υπάρχει ταυτότητα διαφοράς, ήτοι δεν έχουν την ίδια νομική αιτία, ο δε πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α’ ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 1401 εδ. τελευταίο Α.Κ.: "Η αξίωση (συμμετοχής στα αποκτήματα) παραγράφεται δύο χρόνια μετά την λύση ή την ακύρωση του γάμου". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 277 Α.Κ.: "Το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που δεν έχει προταθεί". Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ.2 Κ. Πολ. Δ. για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Α.Π.323/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως, η αναιρεσείουσα δεν πρότεινε ενώπιον του Εφετείου, με λόγο εφέσεως, την ένσταση περί παραγραφής της αξιώσεως του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου για συμμετοχή του στα αποκτήματα εκείνης. Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, επειδή δεν εφάρμοσε το άρθρο 1401 εδ. τελευταίο Α.Κ., είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο το οποίο εδίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής (Α.Π.367/2011). Εξ άλλου, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδάφ. β’ ΑΚ μαχητό τεκμήριο, ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης (της περιουσίας του υπόχρεου), εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ’ ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.
Με την διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος, υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.
Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και καμιά πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, δεν μπόρεσε να αποδείξει, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο προς το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε δεν απέδειξε, ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση είναι μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου (Α.Π.566/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, επειδή το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, ότι το δάνειο του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (8.393,25 ευρώ) ανέλαβε και το εξοφλεί η ίδια και ως εκ τούτου η συμμετοχή του αναιρεσιβλήτου υπολείπεται του ποσοστού 70%. Ο ισχυρισμός όμως αυτός, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί το τεκμήριο του άρθρου 1400 παρ.1 εδ.τελευταίο Α.Κ. (1/3 ή μικρότερο ποσοστό της αυξήσεως της περιουσίας), αλλά αναφέρεται στο προσδιορισθέν από το Εφετείο ποσοστό συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου στα αποκτήματά της από 70%, δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προσδιορισθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση ή ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο, κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, στην Κυψέλη Αθηνών στις 29-5-1993....από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα. Η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε οριστικά την 14η Οκτωβρίου του έτους 2001 και ο γάμος τους λύθηκε με την 1475/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη την 17-10-2005...Καθ’ όλην την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος εργάσθηκε ως υπάλληλος στην Δ.Ε.Η.
Από την προεκτεθείσα εργασία του είχε τα ακόλουθα εισοδήματα: Το έτος 1993 το ποσόν των 1.213.176 δραχμών ή των 3.560,31 ευρώ, το έτος 1994....και το έτος 2005, που επήλθε η αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων, το ποσόν των 15.484,61 ευρώ...Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, κατά την τέλεση του γάμου της με τον αντίδικό της και μέχρι την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης εργαζόταν ως γραφίστρια - φωτοσυνθέτρια σε ιδιωτικές εταιρείες.
Από την εν λόγω εργασία της έλαβε τα εξής χρηματικά ποσά: Το έτος 1993 το ποσό των 1.807.699 δρχ. ή των 5.305,06 ευρώ, το έτος 1994...και το έτος 2003 το ποσόν των 5.648,65 ευρώ....Με τα ως άνω δεδομένα, το εισόδημα της εναγομένης - εκκαλούσας κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων (πριν αυτή διασπασθεί) ήτοι κατά τα έτη 1993 έως και το έτος 2000, ανήλθε συνολικά στο ποσό των 49842,68 €, ενώ κατά το ίδιο χρονικό διάστημα το εισόδημα του ενάγοντος ανήλθε στο συνολικό ποσό των 55422,34 € και είχαν υποχρέωση συνεισφοράς στις οικογενειακές δαπάνες, ανάλογα με τις δυνάμεις τους ο μεν ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, κατά ποσοστό 52,65% [55422,34/105265,02 (55422, 34+49842,68)], η δε εναγομένη και ήδη εκκαλούσα κατά ποσοστό 47,35% [49842,68/105265,02 (55422,34 +49842,68)].
Εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι με τα προεκτεθέντα εισοδήματά τους οι διάδικοι αντιμετώπιζαν, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους, τις τρέχουσες οικογενειακές τους ανάγκες, δηλαδή δαπάνες για αγορά αγαθών και λήψη υπηρεσιών, για τα μισθώματα της κύριας κατοικίας που μίσθωναν, για ασφάλιστρα κλπ.
Συγκεκριμένα οι διάδικοι το έτος 1993 κατέβαλαν για μισθώματα το ποσό των 770000 δρχ. ή των 2259,72 € και το ποσό των 129152 δρχ. ή των 579,02 € για ασφάλιστρα στην ασφαλιστική εταιρεία "...", για την ασφάλεια ζωής της εναγομένης - εκκαλούσης, το έτος 1994 κατέβαλαν.... Καθ’ όλην την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης οι διάδικοι συνεισέφεραν από κοινού στις προρρηθείσες οικογενειακές δαπάνες τους, ανάλογα με τις δυνάμεις τους...δεδομένου ότι είχαν κοινό ταμείο.
Ωσαύτως οι διάδικοι συνεισέφεραν ανάλογα με τις δυνάμεις τους και με την προσωπική τους εργασία, στην επιμέλεια και στη φροντίδα του συζυγικού οίκου, εκτελώντας τις απαιτούμενες οικιακές εργασίες. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου των διαδίκων η εναγομένη....δεν είχε περιουσία κινητή ή ακίνητη.
Μετέπειτα και κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον αντίδικο της απέκτησε, δια μεταβιβάσεως από την μητέρα της Ε. Ν., με βάση το με αριθμό ...27-12-1997 συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών...την κυριότητα και τη νομή ποσοστού 333/1000 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, επιφανείας 165,14 τμ., και...Tο ποσοστό των 333/1000 εξ αδιαιρέτου του πιο πάνω οικοπέδου αντιστοιχούσε στο δικαίωμα ανέγερσης του διαμερίσματος του πρώτου (Α), πάνω από το δώμα του υπάρχοντος ισογείου, ορόφου, επιφανείας 105,48 τ.μ.
αντικειμενικής αξίας - το δικαίωμα ανέγερσης - κατά το χρόνο της γονικής παροχής ύψους 4099326 δρχ. ή 12.030,30 €...Περαιτέρω, χορηγήθηκε στην εναγομένη ....η άδεια προσθήκης και επέκτασης ισογείου και προσθήκης ορόφου, με την οποία ανεγέρθηκε διαμέρισμα πρώτου (Α) πάνω από το δώμα του υπάρχοντος ισογείου ορόφου, επιφανείας 105,48 τμ.
Ειδικότερα κατόπιν εκδόσεως της μνησθείσης οικοδομικής αδείας, ξεκίνησαν στις αρχές του έτους 1999 οι εργασίες κατασκευής του διαμερίσματος πάνω από το ισόγειο Α’ ορόφου, για την πληρωμή των οποίων ο ενάγων....συνέβαλε με α) το ποσό των 6.600.000 δρχ. ή των 19.369,04 € που έλαβε τον Ιανουάριο του έτους 1999 ως άτοκο δάνειο από τον πατέρα του και β) το ποσό των 15.000.000 δρχ.
ή των 44020,54 €, που έλαβε τμηματικά από την 11/3/1999 και εντεύθεν από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δυνάμει της ...25-2-1999 σύμβασης ενυπόθηκου στεγαστικού τοκοχρεωλυτικού δανείου που κατήρτισε, υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου της ΔΕΗ με το ειρημένο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, διαρκείας 25 ετών, με έναρξη αποπληρωμής της πρώτης δόσης την 1/7/1999 και λήξης την 30/6/2024, με επιτόκιο 9% ετησίως, εξοφλητέο σε ισόποσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, με παρακράτηση ποσού 126.506 δρχ.
ή 371,25 € κάθε μήνα από το μισθό του. ....Με τα χρήματα που έλαβε από το πρώτο εκ των προαναφερθέντων δανείων (ύψους 19.369,04 €) ο ενάγων κατέβαλε: α) την αμοιβή του Πολιτικού Μηχανικού Π. Δ. (...) ύψους 1.888.812 δρχ ή 5.543,10 € για την έκδοση της οικοδομικής αδείας...β)...Εν συνεχεία, αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, με τα χρήματα που έλαβε από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (44.020,54 €) κατέβαλε μέχρι την 7/7/1999 για την ανέγερση του προρρηθέντος διαμερίσματος τα ακόλουθα: 1) το ποσό των 2500000 δρχ ή 7336,76 €, για οπτοπλινθοδομές και μόνωση, 2)...ήτοι κατέβαλε το συνολικό ποσόν των 12.100.000 δρχ.
ή των 35.509,88 ευρώ...Κατά συνέπειαν ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος κατέβαλε με χρήματα από το δεύτερο δάνειο για τις δαπάνες κατασκευής του διαμερίσματος το συνολικό ποσό των 41711,94 €.... Εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι την 23/4/2001 ο πιο πάνω διάδικος κατήρτισε με τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας την ...23-4-2001 σύμβαση δανείου για την αποπεράτωση των εργασιών κατασκευής του μνησθέντος διαμερίσματος, ποσού 2860000 δρχ.
ή 8393,25 €. Η χρονική διάρκεια της ειρημένης σύμβασης ορίστηκε εικοσαετής, ενώ το ποσό του δανείου ορίστηκε εξοφλητέο σε σαράντα (40) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ύψους 117461 δρχ. ή 344,71 € η κάθε μία.....Με τα χρήματα από το δάνειο αυτό (8.393,25 €) ο ενάγων κάλυψε τις δαπάνες για το βάψιμο του εσωτερικού του διαμερίσματος και των υπολοίπων κοινοχρήστων χώρων, για την αγορά του μονωτικού υλικού, με το οποίο επιστρώθηκε η ταράτσα της οικοδομής για μόνωση, για την τοποθέτηση τζακιού αξίας 280000 δρχ.
ή 1115,39 € για την τοποθέτηση πόρτας κεντρικής εισόδου, ηλιακού θερμοσίφωνα και τεντών, αξίας 600000 δρχ. ή 1760,82 €, για την καταβολή των εισφορών του ΙΚΑ ποσού 142349 δρχ. ή 417,75 €,...για τα έξοδα σύνδεσης του ηλεκτρικού ρεύματος και του ύδατος, αξίας 3000,000 €. Επιπλέον ο ενάγων, και ήδη εφεσίβλητος, κατά τον ελεύθερο χρόνο του επέβλεπε την κατασκευή του προρρηθέντος διαμερίσματος, χωρίς όμως να συμβάλλει και στην εν γένει εκτέλεση των σχετικών εργασιών....
Εξάλλου αποδείχθηκε ότι το ποσό του δανείου που έλαβε ο ενάγων - εφεσίβλητος για την κατασκευή του μνησθέντος διαμερίσματος από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το αποπλήρωνε ο ίδιος μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου του με την αντίδικό του,.... Ωσαύτως αποδείχθηκε ότι το ποσό του δανείου που έλαβε ο ενάγων, και ήδη εφεσίβλητος, από τον ΟΕΚ για την αποπεράτωση της κατασκευής του προαναφερθέντος διαμερίσματος το αποπλήρωνε ο ίδιος μέχρι τον ανωτέρω χρόνο (της αμετάκλητης λύσης του ειρημένου γάμου των διαδίκων),...το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο...έσφαλε ως προς την εκτίμηση (των αποδείξεων) εν σχέσει με το ποσοστό στο οποίο αποτιμήθηκε η δική του συμβολή στην αύξηση της περιουσίας της αντιδίκου του - πρώην συζύγου του - καθόσον, δυνάμει των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων, η δική του συμβολή αποτιμάται στο ποσοστό του 70% της ανερχομένης κατά την ημεροχρονολογία της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων αξίας της, ....και όχι στο ποσοστό του 75%, που διελήφθη στην εκκαλουμένη απόφαση.
Εξάλλου από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Από την τέλεση του γάμου των διαδίκων μέχρι την αμετάκλητη λύση του, η περιουσία της εναγομένης αυξήθηκε κατά το ποσό των 147.672,00 € (105,48 τμ. επί 1400,00 €/ τετραγωνικό μέτρο), που αποτελεί την εμπορική (αγοραία) αξία του επιδίκου διαμερίσματος...
Από το ειρημένο ποσό των 147.672,00 €, πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 16140,86 €, που αποτελεί την εμπορική αξία του ποσοστού των 333/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, καθόσον το εν λόγω ποσοστό μεταβιβάστηκε δια γονικής παροχής από τη μητέρα της εναγομένης και δεν συνυπολογίζεται στη σχετική αύξηση. Ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, και δεδομένου ότι ο ενάγων...συμμετείχε στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης που απέκτησε η τελευταία κατά τη διάρκεια του γάμου τους, κατά το ποσοστό των 70%, δικαιούται το ποσό των 92071,80 € [70% επί 131531,14 € (147672,00 € μείον 16.140,86€)]....".Ακολούθως δε, το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε κατ’ ουσίαν εν μέρει αυτή και υποχρέωσε την εναγομένη, να καταβάλει νομιμοτόκως στον ενάγοντα το ποσόν των 92.071,80 ευρώ.
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 Α.Κ., την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον περιέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες και ειδικότερα όσον αφορά τον υπολογισμό του ποσοστού συμμετοχής του ενάγοντος στα αποκτήματα της εναγομένης.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ και ο υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ’ ΚΠολΔ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψιν τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνον το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως καθίσταται απολύτως βέβαιον, ότι έχει ληφθεί τούτο υπ’ όψιν από το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, κατ’ εκτίμησιν, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ’ ΚΠολΔ, ισχυριζομένη ειδικότερα, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το επικληθέν και προσκομισθέν αποδεικτικό μέσον, ήτοι το υπ’ αριθ.546/1993 ένταλμα πληρωμής του Μετοχικού Ταμείου Ναυτικού, σύμφωνα με το οποίο εκείνη έλαβε το ποσόν των 5.268,03 ευρώ, το οποίο η ιδία, κατά τον ισχυρισμό της, διέθεσε για την κατασκευή του διαμερίσματός της. Το εν λόγω αποδεικτικό μέσο, κατά την αναιρεσείουσα, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα όσον αφορά στον υπολογισμό του ποσοστού συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου στα αποκτήματά της. Όμως, από την σχετική αναφορά του Εφετείου, σε συνδυασμό προς το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως (σύμφωνα με το οποίο ο αναιρεσίβλητος δεν συνέβαλε εξ ολοκλήρου στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσειούσης, αλλά συνέβαλε κατά ποσοστόν 70% εξ ού συμπεραίνεται ότι και η τελευταία συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας της κατά ποσοστό 30%), καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το ανωτέρω αποδεικτικό μέσον ελήφθη υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11γ’ ΚΠολΔ και ο υποστηρίζων τα αντίθετα τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Ιουλίου 2014 αίτηση της Κ. Ν. για αναίρεση της υπ’ αριθ.7422/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3 Σεπτεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ