1165/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1165/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, με το άρθ. 29 § 1 του ως άνω ν. 3918/2011 ορίζεται ότι ο ΕΟΠΥΥ αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσομένων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών, ενώ κατ' άρθ. 33 § 9 του ίδιου νόμου εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων φορέων, συνεχίζονται από τον ΕΟΠΥΥ, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, δικαστικές δε αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του ΕΟΠΥΥ.
Full text
Απόφαση 1165 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1165/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κουλουκτσή, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι νομίμως συνεχίζει την αρξαμένη και εκκρεμή δίκη το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" (ΕΟΠΥΥ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, καθόσον διαδέχθηκε το αρχικώς διάδικο, στη δικονομική θέση του οποίου υπεισέρχεται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ., 2) Γ. Π., 3) Λ. Κ., 4) Φ. Χ., 5) Α. Κ., 6) Α. Χ., 7) Π. Χ., 8) Α. Α., 9) Ι. Π., 10) Α. Γ., 11) Ι. Γ., 12) Ι. Μ., 13) Α. Α., 14) Μ. Κ., 15) Π. Π., 16) Δ. Σ., 17) Χ. Ρ., 18) Β. Σ., 19) Ι. Τ., 20) Μ. Μ., 21) Χ. Π., 22) Α. Β., 23) Α. Κ., 24) Δ. Λ., 25) Δ. Ο., 26) Α. Β., 27) Π. Π., 28) Χ. Π., 29) Ε. Κ., 30) Α. Φ., 31) Δ. Μ., 32) Α. Τ., 33) Β. Θ., 34) Ε. Α., 35) Α. Κ., 36) Ι. Μ., 37) Ε. Φ., 38) Κ. Φ., 39) Σ. Γ., 40) Σ. Ι., 41) Α.
Ν., 42) Σ. Π., 43) Ν. Ψ., 44) Δ. Κ., 45) Μ. Σ., 46) Μ. Χ., 47) Ε. - Α. Φ., 48) Ν. Μ., 49) Ά. Σ., 50) Δ. Β., 51) Κ. Δ., 52) Μ. Φ., 53) Μ. Σ., 54) Σ. Π., 55) Ί. Β., 56) Σ. Γ., 57) Α. Τ., 58) Χ. Σ., 59) Γ. Τ., 60) Ε. Μ., 61) Μ. Ζ., 62) Ξ. Δ., 63) Δ. Μ., 64) Φ. Ξ., 65) Α. Τ., 66) Κ. Χ., 67) Α. Π., 68) Π. Χ., 69) Κ. Ο., 70) Μ. Φ., 71) Ο. Κ., 72) Μ. Τ., 73) Σ. Π., 74) Ι. Μ., 75) Π. Μ., 76) Θ. Μ., 77) Π. Θ., 78) Μ. Μ., 79) Μ. Σ., 80) Χ. Π., 81) Π. Κ., 82) Μ. Β., 83) Π.
Σ., 84) Μ. Μ., 85) Δ. Κ., 86) Μ. - Χ. Ι., 87) Α. Β., 88) Ε. Φ., 89) Β. Κ., 90) Γ. Μ., 91) Α. Χ., 92) Α. Κ., 93) Ε. - Α. Μ., 94) Α. Σ., 95) Θ. Σ., 96) Μ. Τ., 97) Π. Π., 98) Σ. Κ., 99) Α. Μ., 100) Ι. Κ., 101) Α. Π., 102) Ν. Π., 103) Μ. - Τ. Μ., 104) Δ. Κ., 105) Μ. Φ., 106) Γ. Χ., 107) Α. Κ., 108) Π. Ι., 109) Γ. Σ., 110) Κ. Κ., 111) Ν. Κ., 112) Γ. Γ., 113) Γ. Σ., 114) Γ. Μ., 115) Β. Π., 116) Γ. Κ., 117) Ι. Π., 118) Σ. Κ., 119) Σ. Μ., 120) Φ. Ν., 121) Α. Φ., 122) Κ. Π., 123) Χ.
Τ., 124) Ε. Σ., 125) Π. Χ., 126) Π. Β., 127) Ν. Α., 128) Χ. Λ., 129) Β. Π., 130) Ν. Κ., 131) Α. Π., 132) Χ. Π., 133) Δ. Χ., 134) Δ. Α., 135) Ε. Σ. Μ., 136) Ε. Φ., 137) Δ. Π., 138) Μ. Ζ., 139) Ε. Ξ., 140) Γ. - Π. Π., 141) Κ. Ο., 142) Μ. Σ., 143) Α. Μ., 144) Π. Ν., 145) Γ. Ζ., 146) Ι. Δ., 147) Γ. Γ., 148) Μ. - Κ. Μ., 149) Β. Δ., 150) Π. Κ., 151) Π. Κ., 152) Ε. - Σ. Σ., 153) Μ. Θ., 154) Β. Μ., 155) Γ. Σ., 156) Β. Α., 157) Π. Σ., 158) Α. Φ., 159) Π. Τ., 160) Α. Μ., 161) Ν.
Τ., 162) Β. Ζ., 163) Τ. Κ., 164) Κ. Σ., 165) Κ. Κ., 166) Μ. Δ., 167) Χ. Μ., 168) Β. Δ., 169) Α. Κ., 170) Χ. Μ., 171) Ε. Μ., 172) Γ. Μ., 173) Κ. Ο. και 174) Α. Μ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των 58ου, 87ου, 103ου, 115ου και 126ου των αναιρεσιβλήτων που δεν παραστάθηκαν, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι:
α) ο 58ος αναιρεσίβλητος Χ. Σ. απεβίωσε στις 21-4-2009 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του Β. Σ. και Ι. Σ., κάτοικοι ..., που εκπροσωπούνται από τον ίδιο, β) ο 103ος αναιρεσίβλητος Μ. - Τ. Μ. απεβίωσε στις 18-3-2012 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του Μ. Μ. και Κ.
Μ., κάτοικοι ..., που εκπροσωπούνται από τον ίδιο, γ) ο 115ος αναιρεσίβλητος Β. Π. απεβίωσε στις 12-11-2011 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του Α. Τ., Ά. Π., Α. Π. και Γ. Π., κάτοικοι ..., που εκπροσωπούνται από τον ίδιο, δ) ο 126ος αναιρεσίβλητος Π. Β. απεβίωσε στις 25-9-2008 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του Ά.
Τ. και Β. Β., κάτοικοι ..., που εκπροσωπούνται από τον ίδιο, ε) διορθώνει το επώνυμο του 10ου αναιρεσίβλητου από "Γ." σε "Γ.", στ) διορθώνει το όνομα της 26ης αναιρεσίβλητης από "Α." σε "Α.", ζ) διορθώνει το επώνυμο του 31ου αναιρεσίβλητου από "Π." σε "ΜΠ.", η) διορθώνει το επώνυμο του 38ου αναιρεσίβλητου από "Φ." σε "Φ.", θ) διορθώνει το επώνυμο της 41ης αναιρεσίβλητης από "Ν." σε "Ν.", ι) το ορθό όνομα της 94ης αναιρεσίβλητης είναι Α.
Σ., ια) το ορθό όνομα του 103ου αναιρεσίβλητου είναι Μ. - Τ. Μ., ιβ) διορθώνει το όνομα του 116ου αναιρεσίβλητου από "Κ." σε "Κ.", ιγ) διορθώνει το επώνυμο της 131ης αναιρεσίβλητης από "Παγούμπτου" σε "Παγουλάτου", ιδ) διορθώνει το επώνυμο του 137ου αναιρεσίβλητου από "Π." σε "Π.", ιε) το ορθό όνομα του 140ου αναιρεσίβλητου είναι Γ. - Π.
Π. και ιστ) διορθώνει το επώνυμο της 159ης αναιρεσίβλητης από "Τ." σε "Τ.". Ο ως άνω δικηγόρος δήλωσε επίσης τη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον 87ο αναιρεσίβλητο Α. Β..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, των ήδη αποβιωσάντων 58ου, 87ου, 103ου, 115ου και 126ου ως άνω αναφερομένων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 470/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2452/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) με την από 24-10-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 4-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε: Α) Την απόρριψη της ένδικης αίτησης ως απαράδεκτης, κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά της 98ης, 15ου, 72ης, 116ου και 167ου των αναιρεσιβλήτων. Β) Καθόσον αφορά τους λοιπούς: α) την απόρριψη του πρώτου και δεύτερου λόγου, κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του άρθρου 560 αρ. 3 και 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχα και β) την απόρριψη ως απαραδέκτου λόγω αοριστίας του δεύτερου λόγου, κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν δε ήθελε τυχόν κριθεί διαφορετικά, την παραδοχή του λόγου αυτού της αίτησης, για αναίρεση της 2452/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την παραδοχή, κατ' αρχή, της προβληθείσας ένστασης απαραδέκτου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β`, 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, όχι όμως και εκείνη που αναβάλλει την εκδίκαση της υποθέσεως, γιατί το δικαστήριο δεν αποφαίνεται για την αίτηση που εκκρεμεί ενώπιόν του και συνεπώς δεν αποξενώνεται από την περαιτέρω δικαιοδοτική εξουσία του στην υπόθεση. Εξάλλου, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη, παραδεκτώς επισκοπούμενη, μ' αυτή διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, καθόσον αφορά το δέκατο πέμπτο Π. Π., εβδομηκοστή δεύτερη Μ. Τ., εκατοστό δέκατο έκτο Γ. Κ. (όπως διορθώθηκε) και εκατοστό εξηκοστό έβδομο Χ. Μ. Σ. των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, προκειμένου να διενεργηθούν τα καθοριζόμενα σ' αυτήν.
Συνεπώς, ως προς τους ανωτέρω, δεν προκύπτει, τελεσιδικία της προσβαλλόμενης, κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αίτησης και συνακόλουθα, ως προς αυτούς είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 577 παρ. 2 και 553 παρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. Εξ άλλου, η ένδικη αίτηση, κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά της 98ης των αναιρεσιβλήτων Σ. Κ., είναι επίσης απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρ. 571 σε συνδ. με άρθρ. 68, 558, 566 ΚΠολΔ), καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη, επήλθε κατάργηση της δίκης γι' αυτήν, λόγω παραιτήσεώς της από το αγωγικό δικόγραφο.
Από τις διατάξεις των άρθ. 34, 35 ΑΚ και 62, 63, 313 § 1δ ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθ. 286 επ. ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατ' άρθ. 573 § 1 αυτού και στην δίκη της αναίρεσης, προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος πεθάνει πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος επήλθε μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε, εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων και η γνωστοποίηση του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες, εκτός από την τυχόν έκδοση απόφασης.
Η διακοπή δηλ. της δίκης δεν επέρχεται αυτόματα μόλις συμβεί το γεγονός του θανάτου κάποιου από τους διαδίκους, αλλ' απαιτείται να προηγηθεί νομότυπη γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση αυτή, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης και η απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης.
Αν ο θάνατος επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης εκείνης ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ' αυτής απόφασης, όταν δηλ. δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε, επομένως, στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης που ασκείται από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με το άρθ. 558 ΚΠολΔ, ν' απευθύνεται, σε κάθε περίπτωση, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων πριν την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και ν' απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Η αναίρεση που απευθύνεται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 31/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής, παραδεκτώς επισκοπούμενα, τα πρακτικά της συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι: Η κρινόμενη από 24-10-2012 αίτηση αναίρεσης, απευθύνεται και κατά των εξής αναιρεσιβλήτων, ως αντιδίκων του αναιρεσείοντος κατά την δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση δηλ.
και κατά των: α) με αριθμ. 58ου αναιρεσίβλητου Χ. Σ., ο οποίος απεβίωσε την 21-4-2009 και κληρονομήθηκε από τις Β. Σ., χήρα Χ. Σ. - νόμιμη εν ζωή σύζυγό του - και το ανήλικο τέκνο τους Ι. Σ. ως μόνες πλησιέστερες συγγενείς του (βλ. τη με αριθμ. 103 τόμος ... ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε η Ληξίαρχος του Δήμου Αθηναίων, το με αριθμ.
πρωτ. ... πιστοποιητικό του ως άνω Δήμου, το με αριθμ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών), β) με αριθ. 103ου αναιρεσιβλήτου Μ. - Τ. Μ., ο οποίος απεβίωσε την 18-3-2012 και κληρονομήθηκε από τις Μ. Μ., νόμιμη εν ζωή σύζυγό του και το τέκνο τους Μ. Κ., ως μόνων πλησιεστέρων συγγενών του (βλ. το με αριθ.
πρωτ. 1741/2012 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε η Ληξίαρχος του Δήμου Αμαρουσίου, το με αριθ. ... πιστοποιητικό του Δήμου Θηβαίων, τα με αριθ... πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών), γ) με αριθ. 115ου αναιρεσιβλήτου Β. Π., ο οποίος απεβίωσε την 12-11-2011 και κληρονομήθηκε από την Α. Τ.
του Γ., χήρα Β. Π., τα τέκνα Ά. Π. του Β. και της Σ., Α. Π. του Β. και της Σ., Γ. Π. του Β. και της Α.ς, ως πλησιέστερους συγγενείς του (βλ. τη με αριθ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε η Ληξίαρχος Γραμματικού - Μαραθώνος, με αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό του Δήμου Μεταμορφώσεως Αττικής και τη με αριθμό 62/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - Τμήμα Εκουσίας δικαιοδοσίας), δ) με αριθμ. 126ου αναιρεσιβλήτου Π.
Β., ο οποίος απεβίωσε την 25-9-2008 και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Ά. - ΙωΆ. Τ., χήρα Π. Β., και την κόρη του Β. Β., ως μόνες πλησιέστερες συγγενείς του (βλ. τη με αριθ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε η Ληξίαρχος Περιστερίου Αττικής, το με αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό του Δημάρχου Αιγάλεω Αττικής και τα με αριθμό 21210/25-11-2010 και 10281/2008 Πιστοποιητικά του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών).
Τα ανωτέρω ουδόλως αμφισβητούνται από τους διαδίκους, κατά δε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, παρέστησαν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, αντί των προαναφερθέντων εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, οι ως άνω κληρονόμοι τους, διά του αυτού, ως και οι λοιποί (πλην των κατωτέρω καθοριζομένων), πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου - Ελευθερίου Τάγαρη, έχοντος ρητή προς τούτο πληρεξουσιότητα με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από τις αρμόδιες αρχές, που δήλωσε ότι οι εκπροσωπούμενοι απ' αυτόν κληρονόμοι των αρχικών διαδίκων "συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη, ως νόμιμοι κληρονόμοι" εκείνων.
Περαιτέρω, από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα προβαλλόμενα από τους διαδίκους, ενόψει και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός από τους παρισταμένους κληρονόμους των θανόντων αναιρεσιβλήτων, ούτε από τους λοιπούς, περί γνωστοποίησης του θανάτου αυτών κατά το προ της άσκησης της αναίρεσης χρονικό διάστημα στο αναιρεσείον, συνάγεται ότι το τελευταίο δεν είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου των διαδίκων αυτών πριν από την άσκηση της αναίρεσης, η οποία, επομένως, είναι έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά θανόντων, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους εμφανισθέντες ως άνω κληρονόμους τους, που προβάλλουν και υπεράσπιση για την ουσία της διαφοράς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 7 § 2 ν. 3994/2011) 104 και 576 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι: α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, δ) εάν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά την συζήτηση της υπόθεσης και την οποία αυτεπάγγελτα ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικά απών, και η συζήτηση της αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους κατ' αρχήν, τους πλείονες διαδίκους (η υπόθεση δε επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση), σε περίπτωση όμως, απλής ομοδικίας μεταξύ αυτών η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί ως προς τους νομίμως παρισταμένους ή κλητευθέντες διαδίκους και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (άρθ. 576 § 3 ΚΠολΔ, όπως το β' εδάφιο της παραγράφου αυτής προστέθηκε με το άρθ. 62 ν. 4139/2013).
Τέλος, αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί στη συζήτηση, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, συντρέχει και όταν εμφανιστεί μεν κατά τη συζήτηση, αλλά δεν μετάσχει σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και δη με πληρεξούσιο δικηγόρο, έχοντα ρητή, κατά τον ως άνω χρόνο πληρεξουσιότητα, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο δικηγόρος που υπογράφει την κλήση για συζήτηση ήταν εφοδιασμένος με πληρεξουσιότητα, διαφορετικά η κλήση, με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, είναι άκυρη.
Στη συζήτηση όμως προχωρεί (ο Άρειος Πάγος) σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 και 3 του ως άνω Κώδικα, αν ο κατά τα άνω μη εμφανισθείς στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε είτε από κάποιον από τους λοιπούς ομοδίκους του είτε από τον αντίδικό του. Στην προκειμένη περίπτωση, με επίσπευση των αναιρεσιβλήτων εισάγεται προς συζήτηση η από 24-10-2012 αίτηση του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ ΙΚΑ - ΕΤΑΜ για αναίρεση της 2452/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφομένη κατά 174 συνολικά αναιρεσιβλήτων, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή τους (πλην, μεταξύ άλλων, της 98ης και των 15ου, 72ης, 116ου, 167ου, όπως αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας) για την καταβολή σ' αυτούς, ως ιατρών απασχολουμένων στο εναγόμενο, των καθοριζομένων χρηματικών ποσών.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του σχετικού πινακίου, όλοι οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι (καθώς και οι ρηθέντες κληρονόμοι των άνω αποβιωσάντων αναιρεσιβλήτων), μη παραστάντες αυτοπροσώπως, εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ως πληρεξούσιο αυτών, κατά τη δήλωσή του.
Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας (α) δεν αποδεικνύεται η παροχή πληρεξουσιότητας προς τον ως άνω δικηγόρο εκ μέρους των: 60ης, 94ης, 146ου και 169ης αναιρεσιβλήτων, αφού δεν προσκομίζεται ούτε σχετική συμβολαιογραφική πράξη, ούτε ιδιωτικό έγγραφο με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής τους κ.λπ., β) ο 87ος αναιρεσίβλητος Α.
Β., δεν παραστάθηκε ούτε κατέθεσε την, από το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δήλωση, αλλά ο άνω παραστάς στο ακροατήριο δικηγόρος Δ. - Ε. Τ. δήλωσε μόνο "τη βιαία διακοπή της δίκης ως προς τον 87ο αναιρεσίβλητο Α. Β.". Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει οτιδήποτε σχετικό με επισυμβάντα θάνατο αυτού (όπως χρόνος θανάτου, Ληξιαρχική πράξη θανάτου, πιστοποιητικά εγγυτέρων συγγενών, μη δημοσιεύσεως διαθήκης κ.λπ.).
Από τα ίδια στοιχεία δεν προκύπτει επίσης ότι τόσο οι 60η, 94η, 146ος και 169η, όσο και ο 87ος αναιρεσίβλητος είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και να υπογράψει την, κάτω από αντίγραφο αυτής, κλήση για συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 15-10-2013, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο κι επομένως η επίσπευση της συζήτησης από τους άνω αναιρεσίβλητους είναι άκυρη.
Ούτε όμως προκύπτει ότι οι άνω απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν από τους ομοδίκους ή το αναιρεσείον το οποίο παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κουλουκτσή, ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Επομένως, ως προς αυτούς πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς δε τους λοιπούς, νομίμως παρισταμένους, υφισταμένης απλής ομοδικίας, να χωρισθεί η υπόθεση και το Δικαστήριο να χωρήσει στη συζήτηση αυτής.
Σύμφωνα με το άρθ. 556 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στην δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, μεταξύ άλλων, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής κ.λπ.
Εξ άλλου, με το άρθρο 17 §§ 1 και 2 ν. 3918/ 2011 (ΦΕΚ Α' 31/2.3.2011, όπως η πρώτη παράγραφος τροποποιήθηκε με τα άρθ. 72 § 2 ν. 3984/2011, ΦΕΚ Α' 150/27. 6.2011, 10 § 1 και 13 § 1 ν. 4052/2012, ΦΕΚ Α' 41/1.3.2012) συστήθηκε Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με έναρξη λειτουργίας του 6 μήνες μετά την ως άνω δημοσίευση του νόμου (Ν. 3918/2011) στον Οργανισμό δε αυτόν (ΕΟΠΥΥ) μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, αναιρεσείοντος) με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του ΙΚΑ με το σύνολο του εξοπλισμού του κ.λπ.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 23 § 1Β α και β του ως άνω νόμου τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΕΟΠΥΥ αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του παρόντος ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες ΙΚΑ - ΕΤΑΜ που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθενείας σε είδος και λειτουργούν σε υπηρεσίες ασφάλισης κ.λπ., η ένταξη δε των περιφερειακών υπηρεσιών των μεταφερομένων φορέων στον ΕΟΠΥΥ, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο του νόμου αυτού, δύναται να είναι σταδιακή και πραγματοποιείται με την έκδοση κοινής απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ κατ' άρθ. 26 § 1 και 9 του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθ. 72 § 21 ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150/27.6. 2011), το ιατρικό...
και λοιπό προσωπικό που υπηρετούν στις περιφερειακές υπηρεσίες που εντάσσονται στον ΕΟΠΥΥ, μεταφέρεται στον Οργανισμό από την ημερομηνία ένταξής τους σε αυτόν βάσει της αναφερόμενης στο άρθρο 23 κοινής υπουργικής απόφασης. Οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το Υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ κ.λπ.
μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον ΕΟΠΥΥ κ.λπ. Σε εκτέλεση και κατ' εφαρμογή της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης, με την ΥΑ Φ.80000/οικ.32115/2009 (ΦΕΚ Β' 3010/29-12-2011) από 1-1-2012 μεταφέρθηκαν στον ΕΟΠΥΥ από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία, τα Διαγνωστικά Κέντρα, οι Υγειονομικές υπηρεσίες που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι τότε ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης του Ιδρύματος κ.λπ., που αποτελούν, σύμφωνα με το άρθ. 3 § 3 ΠΔ 266/1989 (όπως η §3 αντικαταστάθηκε με το άρθ. 2 του ΠΔ 363/1992) μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του ΙΚΑ.
Τέλος, με το άρθ. 29 § 1 του ως άνω ν. 3918/2011 ορίζεται ότι ο ΕΟΠΥΥ αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσομένων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών, ενώ κατ' άρθ. 33 § 9 του ίδιου νόμου εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων φορέων, συνεχίζονται από τον ΕΟΠΥΥ, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, δικαστικές δε αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του ΕΟΠΥΥ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό επί της αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφαλίσεως Μισθωτών" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), με την προσβαλλομένη, όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες είναι ιατροί διαφόρων ειδικοτήτων συνδεόμενοι με το εναγόμενο με ειδική σύμβαση (άρθρ. 10 του ν.δ. 1204/1972), σε εκτέλεση της οποίας προσφέρουν σ' αυτό τις υπηρεσίες τους ως ιατροί στις διάφορες Τοπικές Μονάδες Υγείας αυτού, και ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-1999 έως 31-12-2003 τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, μεταξύ των οποίων και η εκκαθάριση και πληρωμή των οφειλόμενων αμοιβών των εναγόντων, διενήργησαν αδικαιολόγητη κράτηση 3% μηνιαίως επί των ακαθαρίστων τακτικών αποδοχών τους, με παρακράτηση των αντιστοίχων ποσών από τις αποδοχές τους.
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους ενάγοντες, εκτός των προρρηθέντων, υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτούς για την παραπάνω αιτία τ' αναφερόμενα εκεί ποσά. Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσείον άσκησε την ένδικη αίτηση την 25-10-2012 (βλ.
με αριθ. 133/2012 έκθεση κατάθεσης), όταν δηλ. στην θέση αυτού είχε ήδη υπεισέλθει ως καθολικός διάδοχός του και ως προς τις ως άνω υποχρεώσεις του έναντι των αναιρεσιβλήτων ο ΕΟΠΥΥ, ο οποίος και μόνο νομιμοποιούνταν για την άσκηση αναίρεσης. Επομένως, πρέπει και κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης των αναιρεσιβλήτων, παραδεκτά υποβληθείσης με τις κατατεθείσες την 23-9-2013 έγγραφες προτάσεις τους (άρθ. 570 § 1 ΚΠολΔ), ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων αυτών, μειωμένα, όμως, σύμφωνα με τα άρθ. 22 §§ 1 και 3 ν. 3693/1957, 19 § 1 α.ν. 1846/1951, 7 και 9 ν. 2698/ 1953 και 5 ν. 3210/1955 σε συνδ.
με την ΥΑ 134428/1993 (εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 5 § 12 ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφαλίσεως Μισθωτών" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), για αναίρεση της 2452/2011 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους αναιρεσίβλητους 98η, 15ο, 72η, 116ο και 167ο.
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της ένδικης αίτησης ως προς τους 60η, 87ο, 94η, 146ο και 169η αναιρεσιβλήτους.
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων αυτών, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ