Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment for lack of substantive law violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court improperly admitted new evidence and failed to consider specific documents submitted during the appeal. The court rejected these claims, finding that the appellate court had properly evaluated all evidence and that the procedural errors alleged were either non-existent or insufficient to constitute a ground for cassation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1, 19, 11a, 11g of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated or the decision lacks legal basis, but mere procedural irregularities or insufficient reasoning do not justify overturning a final judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1165 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1165/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. συζ. Γ. Λ. το γένος Λ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σπυρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μυλωνά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3568/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 602/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-10-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 18-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Στην προκειμένη υπόθεση, το Εφετείο δέχθηκε, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (σημ: εδώ αναιρεσείουσα) τυγχάνει αποκλειστική κυρία...
διαμερίσματος ..πολυκατοικίας... στο ... ...(η οποία) υπέστη ζημίες από το σεισμό...την 7η Σεπτεμβρίου 1999...κρίθηκε ως κτίριο προσωρινά ακατάλληλο για χρήση... Οι συνιδιοκτήτες της...πολυκατοικίας επιθυμούντες την αποκατάσταση των ..ζημιών, συγκάλεσαν στις 20-1-2000 γενική συνέλευση, στην οποία αποφασίσθηκε, ότι ο δεύτερος εναγόμενος (σημ:
εδώ αναιρεσίβλητος) ..πολιτικός μηχανικός, να αναλάβει τη μελέτη για τις απαιτούμενες εργασίες , την επίβλεψη για την εκτέλεση τους και την επισκευή αυτών. Σε εκτέλεση.. ο πρώτος εναγόμενος (σημ: ήδη μη διάδικος) υπέγραψε.. το Μάϊο του 2000 ιδιωτικό συμφωνητικό με τον δεύτερο εναγόμενο, σύμφωνα με το οποίο, ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να εκπονήσει τις μελέτες, που ήταν απαραίτητες για την αποκατάσταση των ζημιών, να προβεί στην .
έκδοση από την αρμόδια υπηρεσία της σχετικής οικοδομικής αδείας και τέλος να προβεί στην εκτέλεση όλων των εργασιών, που απαιτούνταν για την υλοποίηση των εν λόγω μελετών και για την επισκευή της πολυκατοικίας. Με την ίδια παραπάνω σύμβαση ορίστηκε ως αμοιβή του δευτέρου εναγομένου το ποσό των 30.000.000 δρχ., χωρίς να περιλαμβάνεται ο Φ.Π.Α.
Στο ως άνω ποσό περιλαμβάνονταν το κόστος για την εκτέλεση των εργασιών επισκευής, καθώς και το εργολαβικό όφελος του δευτέρου των εναγομένων. Συμφωνήθηκε επίσης ότι το ποσό των 8.000.000 δρχ. θα δινόταν, ως προκαταβολή της εργολαβικής αμοιβής, ότι το ποσό των 3.000.000 δρχ. το οποίο αφορούσε την έκδοση της οικοδομικής αδείας, θα προκαβαλλόταν και ότι το υπόλοιπο ποσό των 19.000.000 δρχ.
θα καταβαλλόταν τμηματικά, ανάλογα με τη πρόοδο των εργασιών...Τέλος συμφωνήθηκε ότι το εν λόγω έργο, θα παραδοθεί, εντός πέντε μηνών από την έναρξη των εργασιών. Στη συνέχεια...εκδόθηκε από τον Τομέα Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων...του ΥΠΕΧΩΔΕ, η υπ'αρ. ../5-2-2001, άδεια επισκευής-ενίσχυσης σεισμοπλήκτου κτίσματος, με την οποία επιτράπηκε η εκτέλεση των εργασιών επισκευής της ανωτέρω πολυκατοικίας, με την επίβλεψη του δευτέρου εναγομένου και οι σχετικές εργασίες επισκευής, άρχισαν στις 15-2-2001.
Σύμφωνα δε με την προαναφερθείσα συμφωνία για τον χρόνο παράδοσης του επιδίκου έργου, αυτό έπρεπε να έχει περατωθεί και παραδοθεί στα μέσα Ιουλίου του έτους 2001. Ωστόσο τον προαναφερόμενο χρόνο, δεν είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες επισκευής της εν λόγω οικοδομής και το έργο δεν είχε παραδοθεί, στους εργοδότες" μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να εκδοθεί από την αρμόδια υπηρεσία, πράξη αποχαρακτηρισμού του κτιρίου, η οποία τελικά έλαβε χώρα το έτος 2008...Αποδείχτηκε όμως ότι η ανωτέρω καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των εργασιών, τον αποχαρακτηρισμό του κτιρίου και την παράδοση του προκειμένου έργου, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, δευτέρου εναγομένου, ώστε να τον καθιστά υπερήμερο, αλλά σε νεώτερη συναφθείσα, μεταξύ των συνιδιοκτητών της ανωτέρω οικοδομής και του δευτέρου εναγομένου, συμφωνία, περί του χρόνου παράδοσης αυτού, αφού:
ο εν λόγω εργολάβος...προχωρούσε στην εκτέλεση εκάστου τμήματος του έργου, κατόπιν σχετικής ειδοποίησης από τον διαχειριστή και αφού προηγουμένως, αυτός είχε συγκεντρώσει τα χρήματα της απαιτούμενης δαπάνης. Η αποπεράτωση των επισκευών καθυστέρησε, λόγω της αδυναμίας της πολυκατοικίας να συγκεντρώσει από τους ιδιοκτήτες το ποσό που απαιτούνταν για την συνέχιση των εργασιών.
Το έτος 2001 είχαν ολοκληρωθεί, όλες οι απαιτούμενες εργασίες για την αποκατάσταση των ζημιών της προκειμένης οικοδομής, εκτός από την πλακόστρωση της πυλωτής και τον ελαιοχρωματισμό της οικοδομής και η πολυκατοικία, παρά τον μη αποχαρακτηρισμό της, από την αρμόδια υπηρεσία, κατοικείτο, από τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, απ' όλους τους λοιπούς ιδιοκτήτες, πλην της ενάγουσας.
Ο δεύτερος εναγόμενος, κατά παράκλιση της διαχείρισης, αποπεράτωσε τελικά και τις ανωτέρω εργασίες, το έτος 2005, πλην όμως και το χρόνο αυτό, δεν είχαν συγκεντρωθεί τα χρήματα για την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του, λόγω της μεγάλης δαπάνης του έργου, οφείλονταν δε στον τελευταίο το ποσό του Φ.Π.Α. Τελικά το έτος 2008 κατεβλήθη από τη διαχείριση στον δεύτερο εναγόμενο το ποσό των 5.000 ευρώ, για να καταθέσει όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τον αποχαρακτηρισμό του κτιρίου, με την υπόσχεση ότι θα του καταβληθεί το υπόλοιπο ποσό, μετά την έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού, το οποίο τελικά εξεδόθη...το ίδιο έτος.
Για όλα ... καταθέτουν με σαφήνεια...οι...προκύπτουν όμως και από τα.. από 29-11-2004, 13-2-2007 και 12-1-2008 πρακτικά γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών της ..πολυκατοικίας...Τέλος... η κατάθεση του μάρτυρα της απόδειξης...βεβαιώνει ότι η εν λόγω πολυκατοικία κατοικείται από τους λοιπούς ιδιοκτήτες...Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν συντρέχει περίπτωση υπερημερίας του δευτέρου εναγομένου..
αφού μεταξύ των διαδίκων, έλαβε χώρα μεταγενέστερη συμφωνία περί τροποποιήσεως της ..συναφθείσης συμβάσεως έργου, ως προς το χρόνο παράδοσης αυτού. Πρέπει επόμένως αφού γίνει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη η ένσταση του ..εναγομένου, η ..αγωγή να απορριφθεί, ως κατ' ουσία αβάσιμη..". Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 361, 713 επ., 681 επ.
ΑΚ που εφάρμοσε, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών διατάξεων και ειδικότερα: α) ως προς τη αβασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού περί υπερημερίας (υπαίτιας βραδύτητας) του ήδη αναιρεσίβλητου εργολάβου, ως προς την παράδοση του συμφωνηθέντος έργου και β) ως προς τη βασιμότητα της προβληθείσας εκ μέρους του τελευταίου ενστάσεως περί καταρτίσεως νεότερης συμφωνίας μεταξύ των συνιδιοκτητών της ανωτέρω οικοδομής και αυτού, καθόσον αφορά τον χρόνο παράδοσης του έργου.
Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο, δεύτερο (κατά τη σχετική αρίθμηση του 10ο) κατά το σκέλος αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πέμπτο, (κατά τη σχετική αρίθμηση του 17ο λόγο) κατά τα σκέλη αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα. Η αποδιδόμενη περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.ΠολΔ., με την αιτίαση ότι "ουδόλως αναφέρεται έγκριση του έργου από την ήδη αναιρεσείουσα, ούτε και ανεπιφύλακτη παραλαβή του..
η οποία ουδέποτε έλαβε χώρα απ' αυτήν", είναι απορριπτέα κατά το σκέλος αυτό, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως θεμελιούμενη. Και τούτο διότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της, έγινε δεκτό ότι "..Η ανωτέρω καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των εργασιών, τον αποχαρακτηρισμό του κτιρίου και την παράδοση του προκειμένου έργου δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργολάβου...αλλά σε νεότερη συναφθείσα συμφωνία..
περί του χρόνου παράδοσης". Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις όπως "Το ότι δεν υπήρχε διαφορετική συμφωνία και το ότι ήταν υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος και δεν είχε περατώσει το έργο στο συμφωνηθέντα χρόνο, αλλά ούτε και σε μεταγενέστερο αποδεικνύεται από σειρά εγγράφων του ΤΑΣ Ν. Φιλαδελφείας..", "..Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε η καλή εκτέλεση των εργασιών..", "...Εξάλλου...από την επισκόπηση των...εγγράφων του ΤΑΣ ..σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες αποδείξεις προκύπτει η υπερημερία του αναιρεσιβλήτου, ως προς το χρόνο παράδοσης του έργου..", συνιστούν επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, υπό την επίφαση δε των λόγων αυτών, πλήττονται απαραδέκτως οι αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 β` Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν από το δικαστήριο για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων που αποτέλεσαν τις παραδοχές του Εφετείου και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή εκτίμηση αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1β' Κ.Πολ.Δ., (κατά την εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου) προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρετική αυτή πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η ίδια παραδοχή της για έλλειψη υπερημερίας του εναγομένου εργολάβου, παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής σχετικά με τα δικαιώματα του δανειστή "(εργολάβου εν προκειμένω)" σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτου και ότι " Ο αναιρεσίβλητος δεν ισχυρίστηκε, ούτε απέδειξε ότι όχλησε εξωδίκως τους συνιδιοκτήτες και την ήδη αναιρεσείουσα για τη δήθεν καθυστέρηση στην καταβολή της εργολαβικής αμοιβής του, έτσι ώστε να μετακυλήσει την ευθύνη εκ της υπερημερίας του σ'αυτούς και να μπορεί να προβάλλει λόγο απαλλαγής από την υπαίτια καθυστέρηση του" Τα ανωτέρω όμως, πέραν των εκτεθέντων αμέσως ανωτέρω, σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας και πάντως δεν χρησιμοποιήθηκαν από το Εφετείο για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Συνακόλουθα, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 β` Κ.Πολ.Δ., αντίθετος πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το σκέλος αυτό, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν στοιχειοθετείται όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 178/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, κατά τα σκέλη του, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., τον τέταρτο (υπό στοιχ. "11ος") κατά το τελευταίο σκέλος του και τον πέμπτο (υπό στοιχ. "17ος"), κατά το τρίτο σκέλος του, λόγους του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας "περί αποδεδειγμένης υπερημερίας" του αναιρεσιβλήτου - εργολάβου, ως προς την παράδοση του συμφωνηθέντος έργου, παρά την άμεση εξόφληση των αντιστοίχων τιμολογίων και τον μη αποχαρακτηρισμό της πολυκατοικίας και το ότι ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις του ομολογεί ότι "το 2005..
κατόπιν παράκλησης της διαχείρισης αποπεράτωσε, παρότι δεν είχε υποχρέωση προς τούτο και τις τελευταίες εργασίες, ενώ το 2008 κατέθεσε και τα τελευταία δικαιολογητικά για τον αποχαρακτηρισμό της οικοδομής.." Όπως όμως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι ισχυρισμοί αυτοί λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, με την παραδοχή ότι το έργο δεν είχε παραδοθεί στον προαναφερόμενο χρόνο, αλλά μεταγενέστερα και δη το 2008, καθυστέρηση όμως η οποία, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της προβληθείσας ενστάσεως του εναγομένου, δεν οφείλετο σε υπαιτιότητα του τελευταίου, ώστε να τον καταστήσει υπερήμερο, αλλά σε νεότερη συναφθείσα συμφωνία ως προς το χρόνο παράδοσης του έργου, καθώς επίσης και με την παραδοχή ως βασίμων αντιθέτων περιστατικών απ' αυτά που στηρίζουν τον, περί ελλείψεως αδυναμίας των συνιδιοκτητών να συγκεντρώσουν τα χρήματα της απαιτούμενης δαπάνης, ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.
Συνακόλουθα, οι περί του αντιθέτου αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.ΠολΔ., λόγος αναιρέσεως ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 821/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτήν προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη όλα τα μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, δηλαδή " Τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης...την .../25-5-2010 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκου Πειραιά, που λήφθηκε με επιμέλεια του εκκαλούντος, ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εφεσιβλήτου...
και παραδεκτά προσάγεται το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη, και των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, εφόσον επετράπη η εμμάρτυρος απόδειξη" σχημάτισε την αποδεικτική της κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και ειδικότερα τη νεότερη συμφωνία για παράταση του χρόνου παράδοσης του έργου, την αιτία της και την εντεύθεν έλλειψη υπαιτιότητας και υπερημερίας του εναγομένου εργολάβου και οι αντίθετοι, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ δεύτερος (υπό στοιχ. 10ος), πέμπτος (υπό στοιχ. 17ος), κατά το δεύτερο και πέμπτο σκέλος του, κατά την νοηματική του απόδοση, λόγοι του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Με τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνεται ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Από τα ανωτέρω, συνάγεται ότι, το καθιερούμενο απαράδεκτο, αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από δε το συσχετισμό της με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1 και 118 αρ. 4 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, ότι δεν πρόκειται για τις ως άνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο ισχυρισμός αυτός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε νόμιμα και παραδεκτά προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση και συγκεκριμένα να αναφέρεται ο τρόπος προτάσεως του ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και ο τρόπος επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δη με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, η με τον τρόπο αυτό πρόταση επιτρέπεται (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ10/2008, 295, 356/2010).
Το γεγονός εξ άλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έχει έννομη συνέπεια, διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να ιδρυθεί ο λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου (υπό στοιχ. "12ος") προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο κατάρτιση νεότερης "ξεχωριστής" συμφωνίας δεν έλαβε υπόψη ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις του "ανατρέπει τον ισχυρισμό του ομολογώντας έμμεσα ότι δεν υπήρχε τέτοια συμφωνία, αφού αν υπήρχε δεν είχε υποχρέωση να εκτελέσει τις τελευταίες εργασίες".
Ότι ομολογία συνιστά επίσης και το ότι δεν είχε εκδοθεί η βεβαίωση αποχαρακτηρισμού, αν και ο ίδιος αναφέρει ότι όλες οι εργασίες είχαν περατωθεί το έτος 2001. Ότι ομολογία είναι "ότι η εξόφληση της εργολαβικής αμοιβής από τους συνιδιοκτήτες θα γινόταν με την ταυτόχρονη υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου της εγχείρισης του πιστοποιητικού αποχαρακτηρισμού...
καθώς και οι επικαλούμενοι αντιφατικοί ισχυρισμοί του ίδιου. Με το περιεχόμενο αυτό ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται παραδεκτή και νόμιμη προβολή αυτού ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και παραδεκτή επανυποβολή του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ούτε τέλος επικαλείται στο αναιρετήριο ότι αφορούν τυχόν οι εν λόγω ισχυρισμοί της, τις άνω εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τα εκτεθέντα στη προηγηθείσα μείζονα σκέψη, παρεκτός του ότι, από τη διάταξη του άρθρου 261 εδ.β του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι: "Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση", προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσεως της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνδυαζόμενη με την τυχόν άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, παρέπεται ότι η αποσπασματική παράθεση χωρίων των εγγράφων προτάσεων του ήδη αναιρεσιβλήτου, στο αναιρετήριο, με επίκληση "έμμεσης ομολογίας" και μόνο, δεν πληρούν τα αναγκαία, κατά νόμο στοιχεία, για την παραδοχή δικαστικής ομολογίας και την ίδρυση του εκ του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικού λόγου.
Ο τέταρτος (υπό στοιχ. 11ος) λόγος του αναιρετηρίου, κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 α' Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο "εσφαλμένως έκρινε ότι επετράπη η εμμάρτυρος απόδειξη, ενώ έπρεπε, αν είχε κρίνει ορθώς να μην είχε επιτρέψει την απόδειξη με μάρτυρες" καθόσον αφορά την ύπαρξη μεταγενέστερης συμφωνίας για "δήθεν παράταση του χρόνου παράδοσης της πολυκατοικίας" κατ' άρθρο 393 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., καθώς και ο πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου (υπό στοιχ. 17ος), κατά το υπό στοιχ.
στ'σκέλος του, με το οποίο, κατά την νοηματική του απόδοση, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, "Η εξέταση των μαρτύρων τόσο ενώπιον του ακροατηρίου, όσο και με την υπ' αριθμ. .../2010 ένορκη βεβαίωση είναι απαράδεκτες διότι οι μάρτυρες αυτοί είχαν την ιδιότητα του διαδίκου" είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Και τούτο διότι, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται παραδεκτή και νόμιμη προβολή αυτών ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και παραδεκτή επανυποβολή τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ούτε τέλος επικαλείται στο αναιρετήριο ότι αφορούν τυχόν τις άνω εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τα εκτεθέντα στη προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ούτε τέλος, σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει η προβολή ένστασης εξαίρεσης πριν από την όρκιση της, ενώπιον αυτού εξετασθείσας μάρτυρος προταθείσης υπό του εναγομένου, ούτε από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας προκύπτει προβολή των εν λόγω ισχυρισμών, ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, ενώ αντιθέτως στην από 20-1-2009 Προσθήκη - Αντίκρουση αυτών, προβαίνει σε αξιολόγηση της καταθέσεως της μάρτυρος αυτής παρεκτός του ότι η αγωγή, ως προς τον αρχικά πρώτο εναγόμενο, "ως ειδικό διαχειριστή που εκπροσωπούσε το σύνολο των ιδιοκτητών", απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να ασκηθεί έφεση κατά της απορριπτικής αυτής απόφασης, κατά το ως άνω μέρος της.
Συνακόλουθα, είναι απορριπτέος επίσης, ο ίδιος πέμπτος (υπό αριθμ. 17ος) αναιρετικός λόγος, κατά το υπό στοιχ. στ' σκέλος αυτού, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., που θεμελιώνεται στις ίδιες αιτιάσεις περί μη κηρύξεως απαραδέκτου των εν λόγω καταθέσεων.
Αβάσιμος είναι επίσης ο τέταρτος (υπό στοιχ, 11ος) λόγος του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος αυτού με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 α' Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την υπ' αριθμ. .../2010 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, της οποίας έγινε επίκληση και προσαγωγή το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, "για λόγους στρεψοδικίας, λόγω της διαφαινόμενης ήττας του τότε εκκαλούντος".
Και τούτο διότι, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται κατ' άρθρο 529 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, ενώ ουδόλως το Εφετείο, δέχθηκε στην προκειμένη περίπτωση συνδρομή της παρ. 2 της εν λόγω διάταξης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τέλος ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου η εξέταση, είχε προβληθεί πρωτοδίκως κατά τις περί αυτού παραδοχές της 3568/2009 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που παραδεκτώς επισκοπείται και της προσβαλλόμενης.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 630/2004, 970/2002,1351/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, είναι αβάσιμος επίσης ο τέταρτος (υπό στοιχ. 11ος) λόγος του αναιρετηρίου κατά το τρίτο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τα μνημονευόμενα σ' αυτό έγγραφα, που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών της.
Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη (και) "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια..." σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό.
Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται από την επικαλούμενη παράβαση δικονομικής διατάξεως και δη εκείνης του άρθρου 269 παρ.2β'Κ.Πολ.Δ., και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον ίδιο τέταρτο (υπό στοιχ. 11ο) αναιρετικό λόγο, κατά το σκέλος αυτού, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα.
Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 7-10-2011 αίτηση της Κ. συζ. Γ. Λ., για αναίρεση της 602/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
-Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ