Legislator Case Law & Legislation
1165/2007 AI generated

1165/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1165/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1165/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση τόσο με τον πρώτο όσο και με το δεύτερο λόγους αναιρέσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, γιατί με αυτήν έγινε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η από το άρθρο 656 εδ. β΄ του ΑΚ ένσταση της αναιρεσίβλητης, μολονότι η ένσταση αυτή ήταν, λόγω μη μνημονεύσεως σ΄ αυτήν και των μερικότερων πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται στους λόγους αυτούς αναιρέσεως, αόριστη.

Keywords

AI generated
overtime exceeding statutory hours excessive remuneration excessive price decisions relating to emoluments overpaid insurance benefits excessive duration of detention
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1165 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1165/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρύσανθο Κετίκογλου. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΪΚΟ ΣΕΡΒΙΣ ΝΙΣΣΑΝ Ε.Π.Ε." (συνεργείο αυτοκινήτων), που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κων/νίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1772/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 313/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-2-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 20-3-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από δε το συσχετισμό της με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 118 αριθ. 14 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, αν δεν πρόκειται για τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται έχει προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.

ΑΠ 43/1990). Εξάλλου, η αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, πλην όμως ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ΄ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη και επομένως, για να ιδρύσει λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο εκείνο και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση πορσβάλλεται με την αναίρεση, και συγκεκριμένα να έχει προταθεί νόμιμα και δη με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η με τον τρόπο αυτόν πρόταση επιτρέπεται.

Στην προκειμένη περίπτωση τόσο με τον πρώτο όσο και με το δεύτερο λόγους αναιρέσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, γιατί με αυτήν έγινε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η από το άρθρο 656 εδ. β΄ του ΑΚ ένσταση της αναιρεσίβλητης, μολονότι η ένσταση αυτή ήταν, λόγω μη μνημονεύσεως σ΄ αυτήν και των μερικότερων πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται στους λόγους αυτούς αναιρέσεως, αόριστη.

Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθούν, προεχόντως, ως αόριστοι, γιατί δεν αναφέρονται σ΄ αυτούς ότι οι αιτιάσεις που αποτελούν το περιεχόμενό τους προτάθηκαν νόμιμα στο Εφετείο είτε με κύριο λόγο εφέσεως είτε με πρόσθετο λόγο εφέσεως που να ασκήθηκε με τις προτάσεις κατά το άρθρο 674 παρ. 1 ΚΠολΔ.

2.- Επειδή κατά το άρθρο 656 Α.Κ., αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης όμως έχει το δικαίωμα να εκπέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή της αλλού.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, εφόσον υπάρχει έγκαιρη σύμβαση εργασίας, η οποία δεν έχει λυθεί νομίμως, και ο εργοδότης αρνείται να αποδεχτεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, που αυτός πραγματικώς και προσηκόντως του προσφέρει, περιέρχεται σε υπερημερία και έχει την υποχρέωση να καταβάλει στο μισθωτό τις αποδοχές που εκείνος θα λάμβανε σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο (Σ.Σ.Ε.

ή Δ.Α.), αν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του. Από τις αποδοχές όμως αυτές ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει την ωφέλεια που αποκόμισε ο μισθωτός από τη ματαίωση της εργασίας του, δηλαδή από τη χρησιμοποίηση του χρόνου του που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη, είτε αυτοαπασχολούμενος είτε απασχολούμενος σε άλλο εργοδότη, Αντίθετα δεν αφαιρείται η ωφέλεια που προέρχεται από την αξιοποίηση εκ μέρους του μισθωτού του εκτός του ωραρίου εργασίας χρόνου του.

Δηλαδή πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας του μισθωτού. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ :

Ο αναιρεσείων κατά το κρίσιμο διάστημα της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης (19-6-1998 έως 31-1-2000), απασχολήθηκε συστηματικά ως υπάλληλος στο κατάστημα κατεψυγμένων προϊόντων της συζύγου του και για την υπηρεσία του αυτήν έπαιρνε ως αμοιβή του από την τελευταία το καθαρό ποσό των 100.000 δραχμών μηνιαίως. Επίσης κατά το ίδιο διάστημα εκτελούσε ηλεκτρολογικές εργασίες ως ηλεκτροτεχνίτης σε ελλιμενισμένα τουριστικά σκάφη (κότερα) με το σύστημα της παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και από τη δραστηριότητά του αυτήν απεκόμιζε κατά μέσο όρο μηνιαίως το ελάχιστο ποσό των 200.000 δραχμών.

Τέλος, κατά το ίδιο διάστημα ασκούσε και επιχείρηση εκμίσθωσης ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών, διαθέτοντας προς εκμίσθωση σε διάφορα καταστήματα (καφενεία, αναψυκτήρια, λέσχες κ.λ.π.) πενήντα (50) περίπου συσκευές τέτοιων παιχνιδιών. Από την επιχείρησή του αυτήν απεκόμιζε κέρδη, τα οποία κατά μέσο όρο μηνιαίως έφθαναν κατ΄ ελάχιστο όριο στο καθαρό ποσό των 300.000 δραχμών.

΄Ετσι, το συνολικό εισόδημα που απεκόμιζε ο αναιρεσείων από τις δραστηριότητές του αυτές κατά το κρίσιμο διάστημα έφθανε κατά μέσο όρο μηνιαίως κατ΄ ελάχιστο όριο στο καθαρό ποσό των 600.000 (100.000 + 200.000 + 300.000) δραχμών. Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε ότι οι αποδοχές υπερημερίας του αναιρεσείοντος τις οποίες η αναιρεσίβλητη υποχρεούτο να καταβάλει σ΄ αυτόν κατά το επίδικο (από 13-6-1998 έως 31-1-2000) χρονικό διάστημα ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 6.418.384 δραχμών ή ήδη στο ποσό των 18.836,04 ευρώ, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικώς διαλαμβανόμενα, και ότι επειδή η επίδικη αυτή οφειλή της αναιρεσείουσας όχι μόνο ως σύνολο, αλλά και ως αφορώσα τα μερικότερα μηνιαία χρονικά διαστήματα ήταν μικρότερη από την ωφέλεια την οποία ο αναιρεσείων είχε αποκομίσει εξαιτίας της μη παροχής της εργασίας του στην αναιρεσίβλητη κατά το χρόνο της υπερημερίας της τελευταίας, η εν λόγω επίδικη οφειλή είχε αποσβεστεί, δεχθέν έτσι και ως ουσιαστικά βάσιμη την από το άρθρο 656 εδ.

β΄ του ΑΚ ένσταση της αναιρεσίβλητης. Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε στην απόφασή του αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την ως άνω ένσταση της αναιρεσίβλητης, δηλαδή αναφορικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης και της ως άνω ωφέλειας που αποκόμισε ο αναιρεσείων, εφόσον δεν προσδιορίζονται ούτε ποιο θα ήταν το ημερήσιο ωράριο του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη, αν η τελευταία αποδεχόταν τις υπηρεσίες του, αλλ΄ ούτε και ποιο ήταν το ημερήσιο ωράριο του αναιρεσείοντος στο κατάστημα της συζύγου του, κατά την άσκηση του επαγγέλματος του ηλεκτροτεχνίτη και κατά την άσκηση της ως άνω επιχειρήσεώς του εκμισθώσεως ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών, ώστε να μπορεί να διακριβωθεί αν πράγματι όλες αυτές οι επαγγελματικές ενασχολήσεις του αναιρεσείοντος και επομένως και η από αυτές ωφέλεια πραγματοποιούνταν μέσα στο χρόνο κατά τον οποί αυτός θα έπρεπε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην αναιρεσίβλητη, δηλαδή κατά το χρόνο της υπερημερίας αυτής και εξαιτίας αυτής.

Ενώ, σε περίπτωση κατά την οποία όλες οι εν λόγω επαγγελματικές ενασχολήσεις του αναιρεσείοντος ή, έστω, ορισμένες από αυτές ενέπιπταν σε μέρος μόνο του χρόνου κατά τον οποίο αυτός θα έπρεπε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην αναιρεσίβλητη, δεν προσδιορίζονται ούτε το μέρος αυτό του εν λόγω χρόνου, αλλ΄ ούτε και η αντιστοιχούσα στο μέρος του χρόνου αυτού σχετική ωφέλεια του αναιρεσείοντος, ώστε να μπορεί να διακριβωθεί αν πράγματι και στην εν λόγω περίπτωση η ωφέλεια του τελευταίου ( αναιρεσείοντος) ήταν μεγαλύτερη από την επίδικη οφειλή της αναιρεσίβλητης ή, έστω, κάλυπτε συγκεκριμένο μέρος της οφειλής αυτής.

΄Ετσι, όμως, εξαιτίας των ως άνω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, που αφορά την προαναφερόμενη ένσταση της αναιρεσίβλητης, που εντοπίστηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ελλείψεων που αφορούν ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής διατάξεως του εδ.

β΄ του άρθρου 656 του ΑΚ, που εφαρμόστηκε από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του και ειδικότερα κατά το τμήμα του μέρους του αυτού, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αφορά την ως άνω ένσταση της αναιρεσίβλητης, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το λόγο αυτόν αναιρέσεως και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη αυτήν απόφαση.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 313/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ