Legislator Case Law & Legislation
1165/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against railway workers' wage claim based on public sector equality principles.

Case Number 1165/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Second Instance Court's decision regarding their wage claim. The appellants argued that the railway company, holding public sector privileges, should pay the same dangerous work allowance as public sector employees. The court rejected this, ruling that the company's status as a private legal entity meant it was not bound by the specific public sector wage regulations. Consequently, the appeal was found inadmissible and the original judgment was upheld.

Legislator headnote

AI generated

Art. 4(1) Const.; Art. 22(1)(b) Const.; Art. 1(1) Law 674/1970; Art. 200, 281, 288 A.C.; The principle of equality in remuneration applies only to identical categories of workers under the same employer and legal framework, not to private entities claiming public sector privileges to match public sector wage scales.

Keywords

AI generated
principle of equality dangerous work allowance private legal entity public sector privileges wage discrimination remuneration standards appeal inadmissibility

Cited Legislation

AI generated
Art. 4(1) of the Constitution
Art. 22(1)(b) of the Constitution
Art. 1(1) of Law 674/1970
Art. 200 of the Civil Code
Art. 281 of the Civil Code
Art. 288 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1165 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1165/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, από τους οποίους ο μεν 1ος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Παναγιώτη Σπυρίδων, οι δε 2ος , 3ος , 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Του αναιρεσίβλητου: Κρατικού Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Ο.Σ.Ε.), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία-Ελένη Αλεξανδροπούλου-Ευαγγελάτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/1995 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2125/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9274/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/9/2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, ανέγνωσε την από 14/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή κατά ένα μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ειδική εκδήλωση της δεσμεύουσας το νομοθέτη συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) αποτελεί το άρθρο 22 παρ. 1 εδαφ. β' του Συντάγματος, το οποίο αφορά τις σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και κατά το οποίο για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας οφείλεται ίση αμοιβή. Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία, όπως είναι και οι έχοντες διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς όρους απασχολήσεως και απολαυών.

Επίσης η παραπάνω αρχή της ισότητας δεν έχει εφαρμογή και στην περίπτωση κατά την οποία άλλος είναι ο ρυθμιστικός παράγων που καθορίζει τη μισθολογική κατάσταση μιας κατηγορίας υπαλλήλων από τον παράγοντα εκείνο που ρυθμίζει την ίδια κατάσταση άλλης κατηγορίας υπαλλήλων, όπως συμβαίνει όταν οι μισθολογικές παροχές στη μία περίπτωση ρυθμίζονται από νόμο ή κανονιστικό όρο Σ.Σ.Ε.

και στην άλλη περίπτωση από απόφαση του Δ.Σ. νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ΝΔ 674/1970 που μαζί με το ΝΔ 1116/1972 κωδικοποιήθηκε σε ενιαίο κείμενο με το ΒΔ 532/1972, ιδρύθηκε ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ), ο οποίος κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου ΝΔ αποτελεί δημοσία επιχείρηση και λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας υπό μορφή ανώνυμης εταιρίας ανήκουσα εξολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο και τελούσα υπό την εποπτεία και τον έλεγχό του.

Με το άρθρο 4 του παραπάνω Ν.Δ/τος διατηρήθηκε σε ισχύ η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ΝΔ από 4.9.1935 "περί διοικήσεως των Σ.Ε.Κ." που ορίζει ότι "οι Σ.Ε.Κ. απολαμβάνουν όλων των προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών ως και το Δημόσιον ως προς τας αστικάς αυτού σχέσεις....". Το προνόμιο αυτό του Ο.Σ.Ε.

ως καθολικού διαδόχου των Σ.Ε.Κ. συνίσταται σε περιορισμό των υποχρεώσεων που πηγάζουν από άλλες διατάξεις κοινού δικαίου και δεν αφορά σε απαιτήσεις τρίτων κατά του Ο.Σ.Ε.. Επίσης κατά το άρθρο 10 παρ. 1 εδαφ. η' του παραπάνω Ν.Δ/τος το Δ.Σ. του Ο.Σ.Ε. καθορίζει το εκάστοτε ισχύον σύστημα και το ύψος των μισθών και των πάσης φύσεως αποδοχών του προσωπικού του Ο.Σ.Ε., επιφυλασσομένων των περί κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων ισχυουσών εκάστοτε διατάξεων, πλην των αφορωσών εις δευτερευούσας απολαυάς του προσωπικού, η περί καθορισμού των οποίων απόφασις αυτού (του Δ.Σ.) εκτελείται μετά προηγουμένης έγκρισιν των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Ναυτιλίας, Μεταφορών και Επικοινωνιών.

Στη προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως εκτίθεται ότι οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι κατόπιν συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολούνται ως τακτικό προσωπικό με την ιδιότητα του ηλεκτροτεχνίτη στον αναιρεσίβλητο Ο.Σ.Ε., με την ένδικη από 19.11.1999 αγωγή τους ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να τους καταβάλλει επίδομα επικίνδυνης εργασίας υπολογιζόμενο επί του συνόλου των πάσης φύσεως αποδοχών τους και ανερχόμενο για μεν το χρονικό διάστημα από 1.1.1990 έως 18.3.1990 σε ποσοστό 15% και για δε το εφεξής διάστημα σε ποσοστό 17%, διότι α) το επίδομα αυτό λαμβάνουν ηλεκτροτεχνίτες που παρέχουν ίση ποιοτική και ποσοτική εργασία απασχολούμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο, στους Ο.Τ.Α.

και τα Ν.Π.Δ.Δ. με βάση τις αναφερόμενες Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. που έχουν κηρυχθεί υποχρεωτικές με τις αναφερόμενες αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας β) ο αναιρεσίβλητος Ο.Σ.Ε. απολαμβάνει των προνομίων του δημοσίου. Με την προβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη ως προς αμφότερες τις παραπάνω βάσεις της.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αναφερομένων στην αρχή διατάξεων του Συντάγματος που καθιερώνουν την αρχή της ισότητας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι για την εφαρμογή της ισότητας αμοιβής πρέπει ο εξαιρούμενος από την παροχή μισθωτός να παρέχει εργασίας ποσοτικής και ποιοτικής ίση προς εκείνη που παρέχει ο ευνοϊθείς μισθωτός και επιπλέον η εργασία αυτή να παρέχεται υπό ουσιωδώς ίδιες συνθήκες, πράγμα που δεν συντρέχει εν προκειμένω κατά το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο και πράγματι περιεχόμενο της αγωγής όπου οι αναιρεσείοντες απασχολούνται στον Ο.Σ.Ε.

που λειτουργεί υπό μορφή ανώνυμης εταιρίας ενώ οι συγκρινόμενοι μισθωτοί απασχολούνται σε διαφορετικούς εργοδότες, τουτέστιν στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. και σε Ν.Π.Δ.Δ.. Εξάλλου για την εφαρμογή της παραπάνω αρχής δεν μπορούσε να γίνει σύγκριση μεταξύ των δύο παραπάνω κατηγοριών μισθωτών ως προς μόνο το αιτούμενο επίδομα επικίνδυνης εργασίας απομονούμενο από τις εκατέρωθεν λαμβανόμενες συνολικές αποδοχές, αφού δεν επιτρέπεται επιλεκτική σύγκριση με βάση μια επιμέρους μισθολογική παροχή χωρίς συσχετισμό προς το ευρύτερο σύνολο αποδοχών στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται.

Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του προβάλλεται η αιτίαση παραβιάσεως των άρθρων 10 παρ. 2 και 11 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 και των αναφερομένων Υπουργικών αποφάσεων που κήρυξαν υποχρεωτικές τις μνημονευόμενες Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. με τις οποίες χορηγήθηκε επίδομα επικίνδυνης εργασίας στους απασχολουμένους στο δημόσιο, στους Ο.Τ.Α.

και στα Ν.Π.Δ.Δ. ηλεκτροτεχνίτες. Ο λόγος αυτός πρέπει προεχόντως να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δεν περιέλαβε κρίση σχετικά με ζήτημα περί εφαρμογής ή μη των διατάξεων αυτών.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο). Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι α) εσφαλμένα λήφθηκε υπόψη ότι ζητήθηκε το ένδικο επίδομα επικίνδυνης εργασίας μόνο για το λόγο ότι ο αναιρεσίβλητος Ο.Σ.Ε.

έχει τα προνόμια του δημοσίου ενώ β) εσφαλμένα δεν λήφθηκε υπόψη ότι ζητήθηκε το παραπάνω επίδομα σε ποσοστό 17% επί του συνόλου των αποδοχών για το λόγος ότι στο ποσοστό αυτό ανέρχεται το αντίστοιχο επίδομα που λαμβάνουν οι ηλεκτροτεχνίτες που απασχολούνται στο δημόσιο, του οποίου τα προνόμια απολαμβάνει ο αναιρεσίβλητος και ότι εντεύθεν αυτός δικαιούται να δίδει το μικρότερο τούτο επίδομα, ως έχων τα προνόμια του Δημοσίου, καθόσον άλλως το ποσοστό του επιδόματος αυτού θα ανήρχετο σε 20% όπως έχει θεσπισθεί για τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα ηλεκτροτεχνίτες.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του το Εφετείο έκρινεν επί του εν λόγω ζητήματος, όπως με την αγωγή των αναιρεσειόντων προβλήθηκε, δηλαδή της χορηγήσεως του άνω επιδόματος σε αυτούς (αναιρεσείοντες) σε ποσοστό μικρότερο εκείνου το οποίο προβλέπεται για τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα, για το λόγο ότι ο αναιρεσίβλητος απολαμβάνει των προνομίων του Δημοσίου και εντεύθεν υποχρεούται σε χορήγηση μόνον του για το τελευταίο προβλεπομένου μικροτέρου ποσοστού του επιδόματος (δια στηρίξεως του σχετικού αιτήματος, κατά τα στην αγωγή, επί των διατάξεων των άρθρων 200, 281 και 288 Α.Κ.) και αποφάνθηκε ότι και το αίτημα τούτο είναι μη νόμιμο, για τον διαλαμβανόμενο σε αυτή λόγον.

Συνεπώς δεν υπέπεσε στην προβαλλομένη, με τον λόγον αυτόν, αποκλειστικώς και μόνον πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει το δικαστήριο να έκρινε την ουσία της υποθέσεως και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν η επικαλούμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση αφορά στη σκέψη της αποφάσεως, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση που η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2004 αίτηση των Χ1, Χ2 ,Χ3 και Χ4 για αναίρεση της 9274/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ