Supreme Court dismisses appeal against bank debt judgment due to inadmissible arguments and procedural violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment ordering her to pay bank debts totaling over 14,000 euros. The appellant argued that the lower court ignored her financial difficulties and potential fraud, but the court ruled these claims were merely justifications for the banks' refusal of payment rather than new facts. Consequently, the court held that the appeal violated the principle of finality by attacking a judgment on matters already decided.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it attacks a final judgment on matters already decided and if the arguments presented are merely justifications for the opposing party's refusal of payment rather than new facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1164 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1164/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Γ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλεία Παπαδοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. Eurobank, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 6) ανώνυμης εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "HOIST FINANCE AB (PUBL)", που εδρεύει στη Στοκχόλμη Σουηδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Βρέττα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 15-9-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 2η, 3η, 5ο και 6η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2015 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 692/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1407/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-6-2021 αίτησή της και τους από 4-9-2024 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 1η και 4η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (Α.Π. 224/2023, Α.Π. 1152/2023). Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Α.Π. 534/2023, Α.Π. 474/2022).
Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 175/2023, Α.Π. 474/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (Α.Π. 259/2022, Α.Π. 488/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη από 23-6-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. 12543/1074/2021) αίτηση αναίρεσης [της Μ. Γ.], με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 13-1-2023 και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησής της 90 ημέρες πριν τη δικάσιμο. Κατά την ως άνω δικάσιμο, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18-10-2024).
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι δεύτερη, τρίτη, πέμπτο και έκτη των αναιρεσιβλήτων ["ALPHA TΡAΠΕΖΑ A.E.", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", Ελληνικό Δημόσιο και "HOIST FINANCE AB (PUBL)"], ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτούς δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από την αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, υπ' αριθμ. ...-2021, ...-2021 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Ι. Β. και υπ' αριθμ. ...-2022 και ...-2022 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Δ.
Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 13-1-2023, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους απολειπομένους αναιρεσίβλητους. Προσέτι, αν και η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ι.
Β. και ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ. Κ., βεβαίωση αναβολής και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18-10-2024), επιδόθηκε στους ίδιους, ως άνω, απολειπόμενους αναιρεσίβλητους. Συνακόλουθα, εφόσον οι τελευταίοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν για την αρχική αλλά και για τη σημερινή μετ` αναβολή δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πλήττεται η υπ'αριθμ. 1407/2021 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επομ. του Κ.Πολ.Δ., με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ερήμην των τρίτης εφεσίβλητης και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", της τέταρτης εφεσίβλητης και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS A.E." και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και του πέμπτου εφεσίβλητου και ήδη πέμπτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ως προς τους οποίους εχώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην, όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και ως προς αυτούς, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 780/2022, Α.Π. 1376/2021, Α.Π. 67/2020).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 Κ.Πολ.Δ., ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους, περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553 παρ. 1β,556,558,564 παρ. 3,586,741 και 769 Κ.Πολ.Δ.), ήτοι εντός διετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης, η οποία έλαβε χώρα στις 25-2-2021 και η αναίρεση κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 23-6-2021, αφού δεν προκύπτει επίδοση αυτής.
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 37 και 120 του Ν. 4842/2021, εφαρμόζεται δε η παράγραφος 2, κατά την παρ. 2β του άρθρου 116 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 Ν. 4912/2022, και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2 και 3, και 570 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης απαιτούνται δύο προϋποθέσεις, η κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοσή του στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης.
Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που ορίζεται στο άρθρο 281 Κ.Πολ.Δ., ήτοι αυτή κατά την οποία άρχισε η εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης. Αν δεν τηρήθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή κατάθεση του δικογράφου αυτών, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και επίδοση αυτού στον αναιρεσίβλητο πριν από την ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (Ολ.Α.Π. 143/1984, Α.Π.1374/2024, Α.Π. 265/2023, Α.Π. 1376/2022, Α.Π. 154/2022).
Στην προθεσμία των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, καθώς και η ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (Α.Π.1376/2022, Α.Π.506/2021, Α.Π.824/2018, Α.Π.866/2017).
Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας και τέτοια υπάρχει μεταξύ των πιστωτών στη διαδικασία του Ν. 3869/2010, η επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης που ασκεί ο αιτών- αναιρεσείων, πρέπει να γίνει πριν από την ανωτέρω προθεσμία των τριάντα ημερών από την αρχική δικάσιμο που είχε ορισθεί, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου (Ολ.ΑΠ 654/1984, Α.Π. 980/1997), σε όλους τους αναγκαίους ομοδίκους, κατά των οποίων υποχρεωτικά, σύμφωνα με το άρθρο 558 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., απευθύνεται και η αίτηση αναίρεσης για να είναι παραδεκτή. Εάν δε γίνει έγκαιρη επίδοσή του σε ένα από τους αναγκαίους ομοδίκους, αναιρεσίβλητους, οι πρόσθετοι λόγοι απορρίπτονται ως απαράδεκτοι ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, δηλαδή και ως προς εκείνους στους οποίους το δικόγραφό τους επιδόθηκε εμπρόθεσμα (Α.Π. 722/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δικόγραφο των από 4-9-2024 πρόσθετων λόγων αναίρεσης της αναιρεσείουσας επί της από 23-6-2021 αίτησης αναίρεσής της, κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 17-9-2024, δηλαδή τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης (24-10-2024), και επιδόθηκε αυθημερόν στις πρώτη ("ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε."), δεύτερη ("ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε."), τρίτη ("ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.") και τέταρτη ("ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS A.E.", ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία") των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ'αριθμ. .../2024, .../2024, .../2024 και .../2024 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Δ. Α. Κ., χωρίς η αναιρεσείουσα να επικαλείται, αλλά ούτε και να αποδεικνύεται, επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων στους πέμπτο (Ελληνικό Δημόσιο) και έκτη ["HOIST FINANCE AB (PUPL)] των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι κατ' άρθρο 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση (ως εκ του χρόνου υποβολής της ένδικης αίτησης στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, στις 30-12-2015), μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο".
Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι να έχει περιέλθει ο οφειλέτης, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει τον ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως αυτή γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη, διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.Α.Π. 4/2010, Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 608/2023, Α.Π. 77/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (Α.Π. 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά και η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία ο δράστης επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, ως ενδεχόμενο, το αποτέλεσμα και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή, γενικότερα, η αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη, για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω, απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος, σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά (Α.Π. 608/2023, Α.Π. 1352/2021).
Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, η έννοια του δόλου συνδέεται με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και σε χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (Α.Π. 1504/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 183/2022, Α.Π. 59/2021).
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε, από δική του υπαιτιότητα, βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 70/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης, ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση, υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία, αναλαμβάνει, και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος που θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων, σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 1035/2021).
Εξάλλου, από τη διάταξη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 (όπως τούτο ισχύει, κατά τα προαναφερθέντα), που προβλέπει ότι την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, προκύπτει ότι το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ. άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1400/2019, Α.Π. 734/2019, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά, για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 183/2022, Α.Π. 83/2022, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 697/2020), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα.
Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (Α.Π. 608/2023, Α.Π. 758/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ.. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν, ισχύει δε και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 604/2021, Α.Π. 981/2020).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π. 75/2022, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 42/2020).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 1559/2022, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 1106/2021, Α.Π. 123/2021). Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 56/2022, Α.Π. 1127/2021, Α.Π. 123/2021).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ` άρθρον 1, άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών και: α) έστω και συνοπτικά (Ολ.Α.Π. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια, επιπλέον, περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.
Α.Π. 20/2005). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπ` όψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (Ολ.
Α.Π. 9/2016, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 1162/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, από 29-12-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. 16269/30-12-2015) αίτησή της, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους πιστωτές της, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών της, με βάση την περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της περιγραφόμενης σ' αυτήν κύριας κατοικίας και λοιπής περιουσίας της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, άλλως τη δικαστική ρύθμιση των χρεών της, με τον καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, καθώς και τον καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, προς το σκοπό διάσωσης της κύριας κατοικίας της, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και εν γένει οικονομικής της κατάστασης, με σκοπό την εν μέρει απαλλαγή της από αυτά.
Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 692/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο αφού δέχθηκε την προταθείσα από τις παριστάμενες πιστώτριες και ήδη πρώτη, δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες τράπεζες, με τις επωνυμίες "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Α.Ε.", "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών, ως ουσιαστικά βάσιμη, ακολούθως απέρριψε την αίτηση.
Κατά της ανωτέρω απόφασης η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 11-6-2018 (αριθμ. έκθ. κατ. 20825/685/2018) έφεσή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1407/2021 τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Ήδη, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ., δέχθηκε ως ορισμένη την προβληθείσα πρωτοδίκως εκ μέρους των πρώτης, δεύτερης και τρίτης των καθ' ων, ήδη πρώτης, δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, ένσταση δόλιας περιέλευσης αυτής σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της και απέρριψε τον προταθέντα νομίμως εκ μέρους της, με λόγο έφεσης, ισχυρισμό, περί αοριστίας της ένστασης και, μετ' απόρριψη της έφεσής της, επικύρωσε την υπ' αριθμ. 692/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση του δόλου, απέρριψε την αίτησή της, για τη δικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς τους καθ' ων η αίτηση.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της υπ'αριθμ. 692/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και της εκδοθείσας επ' αυτής, υπ' αριθμ. 1407/2021, προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και από όσα διαλαμβάνονται στις προσκομισθείσες από την αναιρεσείουσα κατατεθείσες προτάσεις των πρώτης, δεύτερης και τρίτης των καθ' ων, ήδη πρώτης, δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι οι ως άνω τραπεζικές εταιρείες, προκειμένου να θεμελιώσουν την προβληθείσα από αυτές ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, υποστήριξαν επί λέξει: 1) η πρώτη ("ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Α.Ε.") "...Από τα αναφερόμενα στην υπό κρίση αίτηση, προκύπτει ότι η αιτούσα προέβη σε μέσα δανειοδότησης, ΕΝΩ ΓΝΩΡΙΖΕ ότι βάσει των οικονομικών της δυνατοτήτων, δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις.
Με βάση την δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία ισχυρίζεται ότι περιήλθε η αιτούσα, δεν μπορεί να μη γνώριζε ότι σε περίπτωση που θα καλούταν να καταβάλει τα ποσά που είχε δανειστεί ή πιστωθεί, ότι δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί. Ο δόλος της αιτούσας. ως προς την επικαλούμενη από την ίδια μόνιμη αδυναμία πληρωμής, συνίσταται στην από μέρους της ανάληψη ευθύνης για αποπληρωμή χρέους, ύψους 173.863,00 ευρώ, που απορρέει από πολυάριθμες συμβάσεις δανείων και χρησιμοποίηση πιστωτικών καρτών, χωρίς να υπάρχει ανάλογη οικονομική δυνατότητα και γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα ήταν δύσκολο να τα εξυπηρετήσει κανονικά.
Η επίκληση δε, εκ των υστέρων, από την αιτούσα των περιορισμένων εισοδημάτων της, ενώ προέβηκε σε σύναψη συμβάσεων με μεγάλα ποσά πίστωσης, παρόλο που γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί ενισχύει ακόμη περισσότερο την πεποίθηση ότι είχε προβεί, δολίως, στη σύναψη των συμβάσεων αυτών.
Συνεπώς εφόσον η αιτούσα αποδειχθεί όπως ισχυρίζεται ότι περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, αυτή οφείλεται σε δικό της δόλο και θα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση τους ως ουσία αβάσιμη...", 2) η δεύτερη ("ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.") "...
Εν προκειμένω, η αιτούσα, ηλικίας 55 ετών, γιατρός, έλαβε 4 στεγαστικά δάνεια, 1 τοκοχρεωλυτικό δάνειο, 1 πιστωτική κάρτα και 2 άγνωστα δάνεια, προερχόμενα από 4 πιστωτικά ιδρύματα, με αποτέλεσμα οι συνολικές οφειλές της να ανέρχονται στο ποσό των ευρώ 173.863 περίπου. Η δημιουργία των πιο πάνω χρεών οφείλεται σε δόλο της αιτούσας και τούτο διότι, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε το απαιτούμενο εισόδημα, εντούτοις, προέβη στον δανεισμό, αν και γνώριζε την αδυναμία κάλυψης τους, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή.
Συνεπώς, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής, υπήρξε εξ ορισμού από του χρόνου ήδη της λήψης των δανείων και των πιστωτικών καρτών...η αιτούσα αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και σύνεση προέβη στην συνεχή λήψη δανείων, που εκ των προτέρων, γνώριζε ότι ήταν αδύνατον να εξυπηρετήσει συνολικά. Με τον τρόπο δε αυτό η αντίδικος καταδεικνύει έκδηλα την καταναλωτική της μανία, διότι ελάμβανε οικονομικές υποχρεώσεις, γνωρίζοντας εξ αρχής ότι δεν θα ήταν σε θέση να αποπληρώσει..." και 3) η τρίτη ("ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.") "...Η αιτούσα, σύμφωνα με όσα η ίδια αναφέρει στην αίτησή της αλλά και με όσα προκύπτουν από τα έγγραφα και από τις δανειακές της συμβάσεις, δόλια ανέλαβε δανειακές υποχρεώσεις, τις οποίες εκ των προτέρων γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να εξυπηρετήσει.
Πιο συγκεκριμένα, η αιτούσα έχοντας σταθερά και γνωστά σε αυτήν εισοδήματα ξεκίνησε από το έτος 2002 τη δανειοδότησή της. Χωρίς να δικαιολογεί τις αιτίες της εκάστοτε δανειοδότησής της, σύναψε συμβάσεις με διάφορα πιστωτικά ιδρύματα τα έτη 2002, 2005, 2006, 2007, 2008, 2010, 2013 κ.ο.κ. Μάλιστα, όλες οι παραπάνω δανειακές συμβάσεις αποτελούσαν νέες συμβάσεις νέας χρηματοδότησης και όχι ρυθμίσεις των προηγουμένων.
Έτσι, διαχρονικά η αιτούσα έλαβε δανειοδότηση ύψους 180.000 ευρώ σε κεφάλαιο και μόνο πλέον πιστωτικών διευκολύνσεων μέσω πιστωτικών καρτών. Οι μηνιαίες δόσεις για την εξυπηρέτηση των παραπάνω δανειακών συμβάσεων ανερχόταν στο ύψος των 1.720,00 ευρώ τη στιγμή που τα εισοδήματά της ανέρχονταν μόλις στο ποσό των 970,00 ευρώ.
Μάλιστα, η αιτούσα είχε ξεπεράσει σε υποχρεώσεις το συνολικό μηνιαίο εισόδημά της ήδη από τη σύναψη των δανειακών συμβάσεων του 2006, ωστόσο δόλια και εν γνώσει της αδυναμίας της προχώρησε επανειλημμένως στη σύναψη και νέων δανειακών συμβάσεων...". Η ένσταση αυτή των ήδη πρώτης, δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, όπως αλληλοσυμπληρώνεται και λαμβάνεται υπόψη συνδυαστικά, [καθόσον λόγω της σχέσης της αναγκαστικής ομοδικίας που συνδέει τους πιστωτές της αιτούσας- οφειλέτριας, και εφόσον οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομοδίκου ωφελούν και τους άλλους είναι δυνατόν ο κατά τρόπο αόριστο προβληθείς από έναν πιστωτή ισχυρισμός περί δόλου, να συμπληρώνεται και να καθίσταται ορισμένος με το περιεχόμενο του σχετικού ισχυρισμού, που προτείνεται από άλλον πιστωτή, Α.Π. 595/2023, Α.Π. 1486/2022] είναι, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με το 262 του Κ.Πολ.Δ., στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει, ότι η αιτούσα συμφώνησε με τις τραπεζικές εταιρείες την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπε, ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, θα την οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Συνακόλουθα, το, ως άνω, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με το να κρίνει ορισμένη την ως άνω ένσταση, απορρίπτοντας την προβαλλόμενη από την εκκαλούσα, ήδη αναιρεσείουσα, με λόγο έφεσης, ένσταση αοριστίας αυτής, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη (Α.Π. 608/2023).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη (1407/2021) απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα: " Η εκκαλούσα- αιτούσα (ήδη αναιρεσείουσα), ηλικίας 59 ετών, είναι διαζευγμένη από το έτος 2004, δυνάμει της υπ'αριθ. 10286/2004 αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Είναι, επίσης μητέρα δύο τέκνων, ήδη ενηλίκων, εκ των οποίων, κατά τον χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησής της, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η μεν θυγατέρα της, Α., εξακολουθούσε να εξαρτάται από το οικογενειακό εισόδημα, ως σπουδάστρια, ολοκληρώνοντας τις σπουδές της στο πιάνο, ο δε υιός της, Μ., ήταν προσωρινά κρατούμενος στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης.
Νεότερα στοιχεία για την κατάσταση των ως άνω τέκνων της δεν προσκόμισε η εκκαλούσα, πλην, όμως, λόγω της ηλικίας τους, 23 και 34 ετών περίπου, αντίστοιχα, συμπεραίνεται ότι αυτά είναι πλέον οικονομικά ανεξάρτητα, Η εκκαλούσα είναι ιατρός παθολόγος. Κατά το παρελθόν εργάστηκε σε δημόσια νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης, από δε το έτος 2011 συνεργάζεται με την εταιρεία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", παρέχοντας ιατρικές υπηρεσίες ως ελεύθερος ιατρός, δυνάμει σχετικής σύμβασης έργου, με καθαρές μηνιαίες αποδοχές, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά μήνα Σεπτέμβριο του 2016, ύψους 945,00 ευρώ (βλ.
προσκομιζόμενη από 19.10.2016 βεβαίωση της "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ"), Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα της Δ,Ο.Υ. Αμπελοκήπων και Ζ' Θεσσαλονίκης, τα συνολικά δηλωθέντα εισοδήματα της εκκαλούσας ανήλθαν κατά το οικονομικό έτος 2004 σε 13.038,06 ευρώ, το οικονομικό έτος 2005 σε 14.048,89 ευρώ, το οικονομικό έτος 2006 σε 15.648,31 ευρώ, το οικονομικό έτος 2007 σε 16.392,91 ευρώ, το οικονομικό έτος 2008 σε 17.275,89 ευρώ, το οικονομικό έτος 2009 σε 5.059,63 ευρώ, το οικονομικό έτος 2010 σε 10,470,16 ευρώ, το οικονομικό έτος 2011 σε 15.305,38 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012 σε 15.076,37 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013 σε 14.582,22 ευρώ, το οικονομικό έτος 2014 σε 14.575,67 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014 σε 15.851,22 ευρώ και το φορολογικό έτος 2015 σε 15.719,78 ευρώ.
Αφαιρουμένων, δηλαδή, των αναλογούντων φόρων και εισφορών, το μηνιαίο εισόδημα της εκκαλούσας, καθ' όλη την παραπάνω δωδεκαετία, δεν ξεπερνούσε, κατά μέσο όρο, το ποσό των 1.250,00 ευρώ. Επίσης, στην προσκομισθείσα από αυτήν δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2003, δηλώνει η ίδια καθαρό εισόδημα 14.662,10 ευρώ, χωρίς ο σύζυγός της, των οποίων ο γάμος δεν είχε λυθεί τότε, να δηλώνει εισόδημα.
Η εκκαλούσα, περαιτέρω, είναι αποκλειστική κυρία ενός διαμερίσματος του υπερυψωμένου ισογείου της επί της οδού ... στη Θεσσαλονίκη οικοδομής, εμβαδού καθαρού 80,66 τ.μ. και μικτού 89,86 τ.μ., που περιήλθε στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητά της δυνάμει του με αριθμό .../2002 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α.
Α.-Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αποτελεί δε την κύρια κατοικία της. Είχε, επίσης, στην κατοχή της, μέχρι το έτος 2015, οπόταν το αντικατέστησε, ως εκτίθεται κατωτέρω, το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας DAIMLER CHRYSLER, 1796 κ.εκ., έτους πρώτης κυκλοφορίας το 2007, η κυριότητα του οποίου είχε παρακρατηθεί από την πωλήτρια έως την εξόφληση του τιμήματος αγοράς του.
Δεν αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η εκκαλούσα διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία ή πορίζεται εισοδήματα από άλλη πηγή. Οι εύλογες μηνιαίες δαπάνες διαβίωσής της, στις οποίες περιλαμβάνονται τα στοιχειώδη έξοδα για τις λειτουργικές ανάγκες της κατοικίας της, τη διατροφή και την ιατροφαρμακευτική της περίθαλψη (κατά το μέτρο που δεν καλύπτονται από τον ασφαλιστικό της φορέα), αλλά και λαμβανομένης υπόψη της μη επιβάρυνσής της με δαπάνες ενοικίου, δεν υπολείπονται του ποσού των 600,00 περίπου ευρώ [βλ.
και ενδεικτικά πίνακα της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ΕΛΣΤΑΤ) για τον προσδιορισμό των ευλόγων δαπανών διαβίωσης κατόπιν της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών, έτους 2013, κατά τον οποίο το μέσο μηνιαίο κόστος διαβίωσης για έναν ενήλικα προσδιορίζεται από την 1η έως την 4η ομάδα δαπανών, από το ποσό των 537,00 έως 682,00 ευρώ μηνιαίως].
Το ποσό αυτό ανταποκρίνεται στην απαίτηση διατήρησης του ελάχιστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσής της, λαμβανομένου υπόψη ότι ο οφειλέτης, ο οποίος αιτείται την υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει τις δαπάνες του στις απολύτως απαραίτητες. Περαιτέρω, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η εκκαλούσα ανέλαβε τις ακόλουθες οφειλές, που κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμες και οι μεν ανέγγυες υπολογίζονται με την τρέχουσα κατά τον χρόνο της ως άνω κοινοποίησης αξίας τους, οι δε εμπραγμάτως ασφαλισμένες συνεχίζουν να εκτοκίζονται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης οριστικής απόφασης, συγκεκριμένα, δε, οφείλει: 1) στην "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) από τη με αριθμό .../2005 σύμβαση δανείου (για βελτίωση, επισκευή πρώτης κατοικίας), με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη πέμπτου αναιρεσίβλητου), το συνολικό ποσό των 61.993,68 ευρώ (βλ.
την από 26.01.2017 βεβαίωση της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ) 2) στην "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη): α) από τη με αριθμό ... πιστωτική κάρτα το συνολικό ποσό των 2.789,35 ευρώ, β) από τη με αριθμό ... πιστωτική κάρτα το συνολικό ποσό των 13.439,29 ευρώ, γ) από τη με αριθμό .../2002 σύμβαση στεγαστικού δανείου το συνολικό ποσό των 33.641,81 ευρώ, η δε απαίτηση αυτή είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και δη με προσημείωση υποθήκης και δ) από τη με αριθμό .../2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου το συνολικό ποσό των 21.953,28 ευρώ, η δε απαίτηση αυτή είναι, ομοίως, εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και δη με προσημείωση υποθήκης, 3) στην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη):
α) από τη με αριθμό ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας το συνολικό ποσό των 2.849,03 ευρώ και β) από τη με αριθμό ... σύμβαση δανείου το συνολικό ποσό των 23.914,29 ευρώ και 4) στην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕFG ΕUROBANK ERGASIAS Α.Ε." (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη) από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το συνολικό ποσό των 13.324,80 ευρώ, η δε απαίτηση αυτή είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και δη με προσημείωση υποθήκης.
Όλα τα παραπάνω δεν αμφισβητεί η εκκαλούσα, η συνολική οφειλή της οποίας προς τις προαναφερόμενες πιστώτριές της ανέρχεται στο ποσό των 173.905,53 ευρώ, ενώ, η συνολική ενήμερη δόση εξυπηρέτησης αυτής ανέρχεται στο ποσό των 1.720,00 ευρώ περίπου. Το μεγαλύτερο μέρος των παραπάνω δανείων χορηγήθηκε μεταξύ των ετών 2002 και 2010, ήτοι κατά χρόνο που τα εισοδήματα της εκκαλούσας, όπως αυτά παραπάνω εκτέθηκαν, μόλις επαρκούσαν για την κάλυψη των αναγκαίων για τη διαβίωση της οικογένειάς της αναγκών, οι οποίες, λόγω και της -κατά το ως άνω χρονικό διάστημα- ανηλικότητας ή έστω οικονομικής από αυτήν εξάρτησης των τέκνων της, ήταν αυξημένες σε σχέση με τις προαναφερόμενες ατομικές της τοιαύτες.
Τα δάνειά της αυτά, ωστόσο, η εκκαλούσα εξυπηρετούσε στοιχειωδώς καθώς ελάμβανε οικονομική βοήθεια από τους συνταξιούχους γονείς της, με τους οποίους συνοικούσε μέχρι και τον θάνατο τους, της μεν μητέρας της το έτος 2010, του δε πατέρα της το έτος 2012. Μετά την απώλεια αμφοτέρων των γονέων της, η εκκαλούσα περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ήδη ληξιπρόθεσμων, τουλάχιστον από το έτος 2011, υποχρεώσεών της.
Παρά ταύτα, αύξησε ακόμη περισσότερο το ύψος των οφειλών της, καθώς το έτος 2013 προέβη σε λήψη νέου δανείου (το άνω ρηθέν δάνειο από την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕFG ΕUROΒΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε."), το οποίο, ομοίως, δεν κατάφερε να αποπληρώσει, ενώ, το έτος 2015 απέκτησε νέο αυτοκίνητο, για την αγορά του οποίου δαπάνησε το ποσό των 12.700,00 ευρώ, και δη το με αριθμό κυκλοφορίας ...
I.Χ.Ε. αυτοκίνητο, 1796 κ. εκ., έτους πρώτης κυκλοφορίας το 2007, τα λοιπά χαρακτηριστικά του οποίου δεν προέκυψαν. αντικαθιστώντας το προηγούμενο, με αριθ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητό της. Για την εν λόγω αγορά η εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι έγινε εν μέρει με τα χρήματα που έλαβε από την πώληση του προηγούμενου οχήματος της, ποσού 8.000,00 ευρώ, τη δε διαφορά του τιμήματος του νέου αυτοκινήτου επιβαρύνθηκε η αδελφή της, ως δώρο για τον υιό της, πλην όμως ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός -δεδομένης και της οικονομικής κατάστασης της αδελφής της εκκαλούσας, όπως προκύπτει από την κατάθεση της ίδιας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου- δεν κρίνεται πειστικός.
Όπως αποδεικνύεται από το είδος και τον αριθμό των ως άνω τραπεζικών προϊόντων, καθώς και το ύψος των οφειλόμενων ποσών, η εκκαλούσα προέβαινε σε συνεχή δανεισμό, προκειμένου να εξασφαλίσει επίπεδο διαβίωσης ανώτερο από αυτό που το εισόδημά της επέτρεπε, δεδομένου ότι, ακόμη και πριν την περιέλευσή της σε αδυναμία πληρωμών, το σύνολο των τελευταίων μηνιαίων ενήμερων δόσεων που έπρεπε να καταβάλει, ανέρχονταν -όπως και η ίδια συνομολογεί- σε ποσό μεγαλύτερο των καθαρών μηνιαίων απολαβών της.
Συνεπώς, η εκκαλούσα, η οποία εκτέθηκε σε υπερβολικό για το ύψος των εισοδημάτων της δανεισμό, τον οποίο και παρά την ανακύκλωσή του δεν περιόρισε, είχε, κατά τον χρόνο ανάληψης των ως άνω δανείων, ενδεχόμενο δόλο ως προς τη μη αποπληρωμή των ένδικων τραπεζικών προϊόντων, καθώς είχε συμφωνήσει με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της, θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Εξάλλου, κι αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι κατά τη λήψη του αρχικού στεγαστικού δανείου η εκκαλούσα μπορούσε να ικανοποιεί το εν λόγω δάνειο, όπως κατέθεσε η ίδια και η μάρτυράς της, ο αρχικός της δόλος κατά την ανάληψη κάθε επόμενης δανειακής υποχρέωσής της, που κατά τα ανωτέρω υπερέβαινε τις οικονομικές της δυνάμεις, συνιστά ταυτόχρονα επιγενόμενο δόλο ως προς τις υπόλοιπες χρονικά προγενέστερες υποχρεώσεις της. Τον δόλο της αυτό δεν αίρει, άλλωστε, η οικονομική βοήθεια που ελάμβανε από τους γονείς της και περιστασιακά από την αδελφή της, καθώς η βοήθεια αυτή, λόγω της ηλικίας των πρώτων και των περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων της τελευταίας, όχι μόνο δεν έφερε χαρακτηριστικά μονιμότητας, αλλά, αντίθετα, μετά βεβαιότητας θα έπαυε στο άμεσο μέλλον.
Εξάλλου, η αντένσταση συνυπαιτιότητας που προέβαλε πρωτοδίκως η εκκαλούσα κατά της κρινόμενης ένστασης δόλου της, την οποία και επαναφέρει με την κρινόμενη έφεσή της, ισχυριζόμενη ότι οι ήδη εφεσίβλητες πιστώτριες επέδειξαν αμέλεια στην αξιολόγηση της πιστοληπτικής της ικανότητας, τυγχάνει απορριπτέα, διότι ο δόλος αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο συμπεριφοράς, η κατάφαση ή μη του οποίου μπορεί να κριθεί μόνο με βάση τη συμπεριφορά του ίδιου του καταναλωτή και δεν αίρεται ακόμη και αν τα πιστωτικά ιδρύματα προέβησαν στη χορήγηση των δανείων, χωρίς να ελέγξουν την οικονομική δυνατότητα του αιτούμενου το δάνειο και χωρίς να διαπιστώσουν και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις του και την εν γένει οικονομική του συμπεριφορά.
Ορθά, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την κατ' άρθρα 330 ΑΚ και 1 του ν. 3869/2010 ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας, ήδη εκκαλούσας, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων, που προέβαλαν στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας οι μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες και επαναφέρουν οι παριστάμενες στον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.
Κατ' ακολουθίαν, επομένως, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Συνακόλουθα, απορριπτομένων όλων των λόγων της, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση στην ουσία της..". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη της έφεση της ήδη αναιρεσείουσας αιτούσας, επικυρώνοντας την υπ' αριθμ. 692/2018 πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 29-12-2015 αίτησή της.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, σύμφωνα με το ορθό νοηματικό του περιεχόμενο, και το δεύτερο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, διότι διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την κατάγνωση σε βάρος της δόλου στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας της για την πληρωμή των χρεών της, που αποκλείει την υπαγωγή της στις προστατευτικές διατάξεις του ως άνω νόμου και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των παραβιασθεισών ουσιαστικών διατάξεων.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε ότι: α) η αιτούσα στοιχειωδώς εξυπηρετούσε τα δάνειά της και ότι περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ήδη ληξιπρόθεσμων τουλάχιστον από το έτος 2011 υποχρεώσεών της, ενώ- ισχυρίζεται- το έτος 2011 δεν υπήρχαν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, όπως βεβαιώνεται από τις σχετικές βεβαιώσεις των πιστωτριών τραπεζών (πλην της Εθνικής Τράπεζας), β)ότι αύξησε ακόμα περισσότερο τις οφειλές της, καθώς το έτος 2013 προέβη σε λήψη νέου δανείου από τη Γιούρομπανκ, το οποίο όμως δεν κατάφερε να αποπληρώσει, ενώ-ισχυρίζεται- για το ανωτέρω δάνειο υπήρχε ήδη σύμβαση η οποία ανανεώθηκε προκειμένου να ανακυκλωθούν οι οφειλές της, γ) ότι το έτος 2015 απέκτησε νέο αυτοκίνητο για την αγορά του οποίου δαπάνησε 12.700 ευρώ, αντικαθιστώντας το προηγούμενο, ενώ-ισχυρίζεται- από τα προσκομισθέντα με τις προτάσεις της έγγραφα προέκυψε ότι το ποσό των 8.000 ευρώ δαπανήθηκε από αντικατάσταση και το υπόλοιπο προήλθε από δωρεά της αδελφής της προς τον υιό της, δ) ότι ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η εν λόγω αγορά έγινε εν μέρει με τα χρήματα που έλαβε από την πώληση του προηγούμενου οχήματός της ποσού 8.000 ευρώ, τη δε διαφορά του τιμήματος επιβαρύνθηκε η αδελφή της ως δώρο για τον υιό της δεν κρίνεται πειστικός, λόγω της οικονομικής κατάστασης της τελευταίας, ενώ- ισχυρίζεται- η αδελφή της είχε μηνιαίο εισόδημα 1.000 ευρώ πριν τη μείωση του μισθού της, μέρος του οποίου διέθετε στην οικογένειά της, ε) ότι προέβαινε σε συνεχή δανεισμό προκειμένου να εξασφαλίσει επίπεδο διαβίωσης ανώτερο από αυτό που το εισόδημά της επέτρεπε, ενώ-ισχυρίζεται- το εισόδημά της της επέτρεπε την ανάληψη των συγκεκριμένων δανειακών υποχρεώσεων, στ) ότι ακόμα και πριν την περιέλευσή της σε αδυναμία πληρωμών το σύνολο των τελευταίων μηνιαίων ενήμερων δόσεων ανέρχονταν σε ποσό μεγαλύτερο των καθαρών μηνιαίων απολαβών της, ενώ-ισχυρίζεται- τούτο δεν αποδείχθηκε, ζ) ότι η αιτούσα εκτέθηκε σε υπερβολικό δανεισμό, γεγονός-ισχυρίζεται- το οποίο δεν συμβαίνει, η) ότι είχε κατά το χρόνο ανάληψης των ως άνω δανείων ενδεχόμενο δόλο ως προς τη μη αποπληρωμή των ένδικων τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της με βάση τις υφιστάμενες τότε συνθήκες σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, ενώ- ισχυρίζεται- οι υφιστάμενες τότε οικονομικές συνθήκες σαφώς το επέτρεπαν, (μηνιαίο εισόδημα 2.500 ευρώ, ιατρός- παθολόγος, με νέους γονείς που ζούσαν μαζί τους, άγαμη αδελφή, ιατρός ο τέως σύζυγος) και οι ιατροί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων παρουσιάζουν αύξηση των εισοδημάτων τους.
Ο λόγος αυτός, ως προς όλες τις αιτιάσεις του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ως άνω επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ελλείψεις και αντιφάσεις, δεν συνιστούν τέτοιες, καθώς οι προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποτελούν παραδοχές, διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός της και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντίφαση, αλλά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, με βάση τα οποία το Εφετείο στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλεια της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. και, αναλόγως, άρθρου 560 αριθμ. 5 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1015/2021, Α.Π. 781/2021, Α.Π. 159/2018).
Αντίθετα, δεν είναι "πράγματα" με την έννοια αυτή, η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί (Α.Π. 62/2021, Α.Π. 1064/2020, Α.Π. 790/2020, Α.Π. 365/2020).
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αριθμ. 8 εδαφ. β' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π 1388/2021, Α.Π. 1281/2020, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 950/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδ. β' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το ως άνω Δικαστήριο, που καταλόγισε σε βάρος της δόλια συμπεριφορά, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της, ότι: α) ναι μεν το ετήσιο εισόδημά της ανερχόταν το οικονομικό έτος 2002 στο ποσό των 14.662,10 ευρώ, πλην όμως αυτό συμπληρωνόταν από το ποσό των 350 ευρώ μηνιαίως και 90 ευρώ ανά δίμηνο, από τη σύνταξη της μητέρας της και το ποσό των 350 ευρώ από τη σύνταξη του πατέρα της, ενώ 500-600 ευρώ ελάμβανε ως μηνιαία διατροφή από τον τέως σύζυγό της, ήταν δε αμφότεροι οι γονείς της σε ηλικία 68 ετών η μητέρα της και 71 ο πατέρας της, υγιείς και χωρίς πρόβλημα υγείας, και πλέον περίπου 100-200 ευρώ της διέθετε η αδελφή της μηνιαίως, β) ότι οι δανειακές της υποχρεώσεις εξυπηρετούνταν κανονικά μέχρι το τέλος του έτους 2012, έτος θανάτου του πατέρα της, γ) ότι το έτος 2005 έλαβε για τις επισκευές του ακινήτου της δάνειο 60.000 ευρώ, με εξαμηνιαία δόση 1.822 ευρώ, ήτοι 300 ευρώ μηνιαίως, ενώ τα εισοδήματά της ανέρχονταν κατά τα ανωτέρω σε 2.500 ευρώ, δ) ότι τα επόμενα έτη (2006, 2007, 2008, 2009) επιχείρησε να αυξήσει τα εισοδήματά της με τη δημιουργία ενός σύγχρονου ιατρείου, πλην όμως η προσπάθειά της δεν ευόδωσε και ε) ότι κατά τους χρόνους δανεισμού της η σχέση ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών ήταν θετική, ενώ προβλεπόταν να μεταβληθεί προς το καλύτερο, λόγω του επαγγέλματός της (ιατρός παθολόγος).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι ανωτέρω ισχυρισμοί, που φέρεται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη, συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της, προβληθείσας από τις προαναφερθείσες τραπεζικές εταιρείες, ένστασης, περί περιέλευσης της αιτούσας-ήδη αναιρεσείουσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής από ενδεχόμενο δόλο, καθώς και επιχειρήματα της τελευταίας, υπέρ της περί του αντιθέτου άποψής της και, συνεπώς δεν είναι "πράγμα" με την έννοια του νόμου, επιπλέον δε διότι, με το λόγο αυτό, υπό την επίφαση της παράβασης του άρθρου 560 αρ. 5 β' του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 930/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 1400/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-6-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. 12543/1074/2021) αίτηση αναίρεσης και τους από 4-9-2024 (αριθμ. έκθ. κατ. 129/2024) πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ` αριθ. 1407/2021 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου αυτής στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ