Supreme Court dismisses appeal on property access rights, upholding lower court's choice of less burdensome easement route.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding property access rights. The appellant argued that the lower court erred in selecting a specific easement route, claiming it was more burdensome than the alternative. The court ruled that the lower court correctly applied civil code provisions to choose the less burdensome path for the neighboring property, finding the appellant's arguments inadmissible as they concerned matters of judicial evaluation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1012 and 1013 of the Civil Code; When multiple routes exist for property access, the court must select the one causing the least burden to neighboring properties, and such evaluative decisions are not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1164 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1164/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. χας Ν. Κ., το γένος Γ. και Κ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Ζόμπολου, που ανακάλεσε την από 14-3-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Μ. του Γ. και Ε., κατοίκου Αθηνών, 2) Α. Μ. του Γ. και Ε., κατοίκου Αθηνών, 3) Α. Μ. του Γ. και Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Αχτίπη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 202/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-10-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 12-10-2022 αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 ΚΠολΔ), με την κατάθεση την 14-10-2022 του δικογράφου στην γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (σχετική υπ' αριθ. 26/2022 έκθεση κατάθεσης), ήτοι μέσα στην οριζόμενη προθεσμία των τριάντα (30) ημερών, από την επίδοση, την 16-9-2022 αυτής (σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας Ν.
Ι. στο επιδιδόμενο αντίγραφο). Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 202/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δίκασε, ως Εφετείο, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και έκανε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή την έφεση των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της υπ' αριθ. 91/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, που δίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και έκανε δεκτή την αγωγή της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας.
Με την από 20-9-2014 αγωγή εξέθεσε η ενάγουσα ότι είναι κυρία περίκλειστου ακινήτου, ότι οι εναγόμενοι είναι συγκύριοι όμορου από τα δυτικά ακινήτου, που παρεμβάλλεται ανάμεσα στο ακίνητό της και στην επαρχιακή οδό και ότι για την εξυπηρέτηση προσπέλασης έχουν υποχρέωση παροχής διόδου από το νότιο όριο του ακινήτου τους, όπου υπάρχει η περιγραφόμενη διαμορφωμένη και πρόσφορη διάβαση.
Ζήτησαν δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της παραχωρήσουν την αναγκαία δίοδο διαμέσου του ακινήτου τους προς την δυτικώς διερχόμενη επαρχιακή οδό, με καταβολή της οριζόμενης αποζημίωσης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 91/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πύλου, που την έκανε δεκτή και υποχρέωσε τους εναγομένους να παραχωρήσουν σε βάρος του ακινήτου τους, ως δουλεύοντος, υπέρ του ακινήτου της ενάγουσας, ως δεσπόζοντος, πραγματική δουλεία διελεύσεως, πεζή, επιφανείας 21,97 τ.μ., με διεύθυνση από ανατολή προς δύση, η οποία διέρχεται μέσα από τη νότια πλευρά της ιδιοκτησίας των εναγομένων σε ελαφρώς τεθλασμένη γραμμή μήκους 21,97 μ.
και κυμαινόμενου πλάτους, μέγιστου 1,20 μ. και ελάχιστου 0,76 μ., επίσης και καθόρισε την καταβλητέα αποζημίωση στα ποσά των 1.850, 1.666,65 και 1.483,35 ευρώ από έκαστο των εναγομένων, αντίστοιχα. Ακολούθως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 202/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο και έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε επί της αγωγής και την απέρριψε κατ' ουσία, κατ' αποδοχή της προβληθείσας ένστασης των εναγομένων, οι οποίοι πρότειναν δίοδο από άλλο γειτονικό ακίνητο, που είναι λιγότερο επιζήμια σε σχέση με την αιτούμενη διαμέσου του ακινήτου τους.
Κατά το άρθρο 1012 ΑΚ, αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς τον δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριος αυτού να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημίωσης, κατά δε το άρθρο 1013 ΑΚ, η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται, πλην άλλων, τα εξής: α) ως ακίνητο στερούμενο την αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίησή του, σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ακίνητο αστικό ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου, β) η έκταση του δικαιώματος προς χρήση διόδου, η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητά του, καθώς και η επάρκεια της διόδου, κρίνονται αντικειμενικά, σύμφωνα με τις κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής συγκεκριμένες συνθήκες, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, του προορισμού του και της θέσης ή της περιοχής αυτού και γ) στο δικαστήριο της ουσίας παρέχεται η εξουσία, κατά την έρευνα της σχετικής αγωγής, να καθορίζει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, τις διαστάσεις της διόδου και την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθεί αυτή, με την επιλογή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, της προσφορότερης διέλευσης, η οποία θα έχει ως κριτήριο την, όσο το δυνατό, μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων (ΑΠ 568/2012).
Η αγωγή για παροχή διόδου, ως και εκείνη για τροποποίηση αυτής, που υπάρχει σε περίπτωση μη πλήρους εξυπηρετήσεως, ασκείται κατά του κυρίου του γειτονικού ακινήτου από το οποίο επιδιώκεται η δίοδος, χωρίς να είναι ανάγκη για το παραδεκτό της αγωγής να απευθύνεται αυτή και κατά των κυρίων όλων των γειτονικών κτημάτων, από τα οποία μπορεί να διέλθει η δίοδος.
Τέλος ο εναγόμενος μπορεί να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η διέλευση της διόδου από άλλο γειτονικό ακίνητο, το οποίο πρέπει να προσδιορίζει, είναι λιγότερο επαχθής και επιζήμια σε σύγκριση με το δικό του και (ή) ότι ανταποκρίνεται καλύτερα στην οικονομική χρησιμότητα του περίκλειστου. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, καθ' όσον, αφενός προϋποθέτει αληθινά τα περιστατικά που αποτελούν τη βάση της αγωγής (1012, 1013 ΑΚ) και, αφετέρου περιλαμβάνει νέα γεγονότα, δηλαδή, την ύπαρξη άλλου γειτονικού ακινήτου από το οποίο προσήκει με βάση τις αντικειμενικές συνθήκες η διέλευση της διόδου (ΑΠ 442/2021, ΑΠ 1149/2018).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, περίκλειστο υπό την έννοια του άρθρου 1013 ΑΚ είναι το ακίνητο και όταν η επικοινωνία αυτού με οδό γίνεται με τη χρησιμοποίηση διόδου μέσω γειτονικού ακινήτου, χωρίς δικαίωμα, εμπράγματο ή ενοχικό, γι' αυτή του κυρίου του, αλλά απλώς κατ' ανοχήν ή παρεχόμενη άδεια του κυρίου του γειτονικού ακινήτου (ΑΠ 1149/2018, ΑΠ 314/2001).
Συναφώς, η διαπίστωση ότι το ακίνητο των εναγόντων είναι περίκλειστο δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην παραδοχή της προτεινόμενης από τους ενάγοντες δουλείας διόδου και κατ' επέκταση της αγωγής, αν ο εναγόμενος επικαλεστεί και αποδείξει, όπως προεκτέθηκε, ότι οι ενάγοντες μπορούν να αξιώσουν από άλλα γειτονικά ακίνητα δουλεία διόδου, που να είναι λιγότερο επαχθής για το ακίνητο του εναγομένου.
Στο δικαστήριο της ουσίας παρέχεται η εξουσία, κατά την έρευνα της σχετικής αγωγής, να καθορίζει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, τις διαστάσεις της διόδου και την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθεί αυτή, με την επιλογή της προσφορότερης διέλευσης, η οποία θα έχει ως κριτήριο την όσο το δυνατό μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων (ΑΠ 568/2012).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αποτελεί αντιγραφή του λόγου του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται "αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή ισχυρισμοί θεμελιωτικοί κατά νόμο αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, που να είναι παραδεκτοί και νόμιμοι (ΑΠ 31/2019). Πράγμα αποτελεί και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο σχετικά με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΑΠ 253/2008).
Ο λόγος ιδρύεται και όταν ο αυτοτελής ισχυρισμός που συνιστά πράγμα και λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο δεν είχε επαναφερθεί κατά τρόπο παραδεκτό σε αυτό, δηλαδή κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ. Επομένως, με τους ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν εξομοιώνονται και οι ισχυρισμοί που προτάθηκαν μη νομίμως ή απαραδέκτως (ΑΠ 1275/2009).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και διατυπώνει το παράπονο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ, διότι έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα έκανε δεκτή την ένσταση των αναιρεσιβλήτων ότι υπάρχει δίοδος προς το ακίνητο της αναιρεσείουσας από την επαρχιακή οδό διαμέσου άλλου γειτονικού, που είναι λιγότερο επαχθής συγκριτικά με την αιτούμενη δίοδο διαμέσου του ακινήτου τους, κυρίως, διότι επαναφέρθηκε απαραδέκτως με τις προτάσεις τους και όχι με λόγο έφεσης και, επικουρικώς, διότι προτάθηκε από τους αναιρεσίβλητους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αορίστως δίοδος από άλλο γειτονικό ακίνητο, χωρίς να ορίζεται ο τρόπος που θα συνδεθεί με το ακίνητο της αναιρεσείουσας και η απόσταση που θα διανυθεί από αυτό.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, παραδεκτά, του δικογράφου της έφεσης, κατά το νοηματικό του περιεχόμενο, οι αναιρεσίβλητοι (εναγόμενοι-εκκαλούντες) επανέφεραν, ως ένσταση, τον ισχυρισμό περί ύπαρξης άλλης διόδου για το ακίνητο της αναιρεσείουσας (ενάγουσας-εφεσίβλητης) λιγότερο επιζήμιας για τα το ακίνητό τους.
Επίσης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, παραδεκτά, του δικογράφου των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με το οποίο είχαν προτείνει την ένσταση αυτή, εξέθεσαν τα προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά και υπέβαλαν σχετικό αίτημα απόρριψης της αγωγής. Ειδικότερα, οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν με τις προτάσεις τους στο Ειρηνοδικείο (σελ. 11 επ.) ότι το ο επίδικο ακίνητο της αναιρεσείουσας συνορεύει βόρεια με ακίνητο, ανήκον κατά ψιλή κυριότητα στον Α.
Μ. του Ι. και αποτελούμενο από διώροφη οικία με υπόγειο (υπερυψωμένο) με πρόσοψη και κύρια είσοδο επί της επαρχιακής οδού ... και με διαμορφωμένο δρόμο, πλακοστρωμένο και με σκαλοπάτια, στη νότια πλευρά του, ο οποίος έχει συνολικό μήκος 51,54 μέτρα περίπου και πλάτος 1,00 μέτρο κατ' ελάχιστο. Ότι ο δρόμος αυτός εκτείνεται σε ευθεία γραμμή, διέρχεται μπροστά από τα ενοικιαζόμενα δωμάτια του υπογείου και από τον κήπο του ακινήτου του προαναφερόμενου Α.
Μ. έχει προσανατολισμό από τα δυτικά (επαρχιακή οδός) προς τα ανατολικά (αιγιαλός), όπου έχει τοποθετηθεί πόρτα εισόδου πλάτους 1,00-1,20 μέτρων, εφαπτόμενη στον τοίχο της οικίας της αναιρεσίβλητης. Ότι από την συγκεκριμένη δίοδο, θα μπορούσε με ασφάλεια να διέλθει η αναιρεσίβλητη προς την επαρχιακή οδό, είτε από την υπάρχουσα πόρτα με συρματόπλεγμα, είτε με διάνοιξη πόρτας επί του συρματοπλέγματος της αυλής της, που εφάπτεται με την αυλή του Α.
Μ.. Και ότι η προτεινόμενη από τους αναιρεσιβλήτους δίοδος είναι εξίσου πρόσφορη, ενόψει του ότι έχει σύντομη πρόσβαση στην επαρχιακή οδό και ικανό πλάτος για την διέλευση πεζών, ενώ είναι λιγότερο επαχθής, ενόψει του ότι διέρχεται μπροστά από προορισμένο για οικονομική εκμετάλλευση χώρο. Ακολούθως, οι αναιρεσίβλητοι επανέφεραν με την έφεσή τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο (6ος λόγος) τον σχετικό ισχυρισμό τους ότι προσφορότερη δίοδος για το περίκλειστο ακίνητο της αναιρεσείουσας και λιγότερο επαχθής, σε σύγκριση με την δίοδο που αιτείται με την υπό κρίση αγωγή, είναι η προτεινόμενη μέσα από το ακίνητο ιδιοκτησίας του Α.
Μ. συνολικού μήκους 51,54 μέτρων περίπου και πλάτους 1,00 μ. κατ' ελάχιστο, με προσανατολισμό από την κύρια είσοδο του ακινήτου αυτού, δυτικά και με πρόσοψη επί της επαρχιακής οδού ..., στον αιγιαλό, ανατολικά, όπου έχει τοποθετηθεί πόρτα εισόδου, πλάτους 1,00-1,20 μέτρων, εφαπτόμενης στον τοίχο της οικίας της αναιρεσίβλητης.
Ότι η προτεινόμενη αυτή δίοδος εκτείνεται σε ευθεία πορεία, καταλαμβάνει τμήμα μόνο του κήπου και όχι όλον τον προαύλιο χώρο του ακινήτου και διέρχεται μπροστά από τα δωμάτια του υπογείου, που χρησιμοποιούνται προς οικονομική εκμετάλλευση, ως ενοικιαζόμενα. Ότι διαμορφώθηκε εξ αρχής, ως δίοδος, για να εξυπηρετεί την διέλευση των πελατών της επιχείρησης από τον επαρχιακό δρόμο προς την θάλασσα, χωρίς να ενοχλεί την λειτουργία της υπόλοιπης οικοδομής και δη των οικιών των ιδιοκτητών που εκτείνονται στους ανωτέρω ορόφους.
Και ότι ήδη χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτό, ήτοι για την διέλευση των ιδιοκτητών και χρηστών της οικοδομής και για τον λόγο αυτό διαθέτει ευμεγέθη κατά πλάτος και μήκος σκαλοπάτια. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, παραδεκτά, της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έλαβε υπόψη και έκανε δεκτή την παραπάνω καταλυτική του επίδικου δικαιώματος της αναιρεσείουσας ένσταση των αναιρεσιβλήτων, η οποία επαναφέρθηκε παραδεκτά με λόγο έφεσης και είχε προβληθεί στο Ειρηνοδικείο κατά τρόπο ορισμένο με επίκληση των περιστατικών που την στηρίζουν, αφού αναφέρει το γειτονικό ακίνητο, προσδιορίζει την κατεύθυνση της προτεινόμενης διόδου μέσα σε αυτό και τον τρόπο χρήσης της.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης που υποστηρίζει το αντίθετο είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α ΚΠολΔ, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ... ". Ο λόγος αυτός αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών. Ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση, που συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 442/2021, ΑΠ 1149/2018).
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ 1559/2022). Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: ... 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Ο ανωτέρω λόγος του αριθμού 6 αποτελεί αντιγραφή του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο ... 19) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Έλλειψη νόμιμης βάσης κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, σύμφωνα με το νόμο, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης Επομένως, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης και οι παραδοχές της με πληρότητα και σαφήνεια.
Επίσης, σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλαδή ποιό στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει, καθώς και σε τί συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 851/ 2021, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 708/2015). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, την πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, που συντελέστηκε με την απόρριψη της αγωγής, διότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνουν την παραχώρηση της αιτούμενης από την αναιρεσείουσα διόδου και την αποδοχή της ένστασης ότι η αναιρεσείουσα μπορεί να αξιώσει από άλλο γειτονικό ακίνητο δίοδο, που είναι περισσότερο πρόσφορη και λιγότερο επαχθής σε σχέση με το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων.
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ.
Συγκεκριμένα διατείνεται ότι είναι ανεπαρκείς οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα ζητήματα της μη χρησιμοποίησης από την αναιρεσείουσα της αιτούμενης διόδου, της χρησιμοποίησης της έτερης προτεινόμενης από τους αναιρεσίβλητους διόδου, του χρόνου περίφραξης του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, της άμεσης γειτνίασης της οικίας της αναιρεσείουσας με την έτερη δίοδο, της χρησιμοποίησης της έτερης αυτής διόδου ανέκαθεν από την αναιρεσείουσα, της ευχερούς σύνδεσης αυτής με το ακίνητο της αναιρεσείουσας χωρίς την διενέργεια τεχνικών έργων της διαδρομής που απαιτείται να διανύσει η αναιρεσείουσα για να φθάσει από το ακίνητό της στην έτερη δίοδο, της ανάγκης βάδισης της αναιρεσείουσας μέχρι να εισέλθει στην οικία της σε τμήμα του αιγιαλού, η γραμμή του οποίου περνά στο ανατολικό όριο του ακινήτου της.
Περαιτέρω, διατείνεται ότι είναι ανεπαρκείς οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα ζητήματα ότι η αιτούμενη δίοδος είναι μικρότερη σε μήκος και διαμορφωμένη σε ευθεία μέχρι το ακίνητο της αναιρεσείουσας, σε αντίθεση με την έτερη δίοδο και ότι η αιτούμενη δίοδος επιφέρει ακύρωση του αύλειου χώρου του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων και παραβίαση της ιδιωτικότητας και ασφάλειας αυτών, σε αντίθεση με την έτερη δίοδο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση αυτής, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "...Η εφεσίβλητη (ενάγουσα) είναι αποκλειστική κυρία μίας ισόγειας οικίας επιφανείας 75,99 τ.μ. με αποθήκη επιφανείας 29,70 τ.μ., κτισμένης σε οικόπεδο επιφανείας , κατά τον τίτλο κτήσης, 302,24 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ''Κουμαριά'' εντός ορίων του προ του έτους 1923 οικισμού ...
κοινότητας ... δήμου Μεσσήνης και συνορεύει βόρεια επί πλευράς ΕΔΓΒ με ιδιοκτησία Α. Μ., νότια επί πλευράς ΑΘΗΖ με ιδιοκτησία Α. Κ., ανατολικά επί πλευράς ΕΖ με αιγιαλό και δυτικά επί πλευράς μήκους 9,60 μέτρων με ιδιοκτησία εκκαλούντων, όπως αποτυπώνεται στο από Ιουλίου 1982 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.
Θ. και στο από Νοεμβρίου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Κ.. ... Στην ίδια θέση και περιοχή βρίσκεται το ακίνητο των εκκαλούντων (εναγομένων) και συγκεκριμένα ένα οικόπεδο επιφανείας 217,64 τ.μ., όμορο με την ιδιοκτησία της εφεσίβλητης, που δυτικά έχει πρόσωπο 9,80 μέτρων στην επαρχιακή οδό ..., ανήκει δε στην συγκυριότητα των εκκαλούντων ...
σταδιακά ανεγέρθηκε επί του ανωτέρω οικοπέδου διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο, η οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 περί της κατ' ορόφους ιδιοκτησίας ... Ειδικότερα, ο πρώτος των εκκαλούντων τυγχάνει αποκλειστικός κύριος της υπό στοιχεία ΙΣ-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας-διαμερίσματος του ισογείου ορόφου ...
Η δεύτερη των εκκαλούντων τυγχάνει αποκλειστική κυρία της υπό στοιχεία Α-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας-διαμερίσματος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου ...Ο τρίτος των εκκαλούντων τυγχάνει αποκλειστικός κύριος της υπό στοιχεία ΥΠ-2 οριζόντιας ιδιοκτησίας-διαμερίσματος του υπογείου ορόφου ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ακίνητο της εφεσίβλητης είναι περίκλειστο, στερείται παντελώς διόδου προς οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό και έχει ανάγκη διόδου, ώστε να εξυπηρετούνται οι ανάγκες της κανονικής εκμετάλλευσης αυτού. ...
Ειδικότερα, η εφεσίβλητη, η οποία από το έτος 1960 περίπου είναι μόνιμος κάτοικος Αττικής και δεν κατοικούσε στην ανωτέρω κατοικία, τις δε ελάχιστες φορές που την επισκέφθηκε εισερχόταν μέσω της όμορης ιδιοκτησίας Μ. ... Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται αφενός ότι η παροχή διόδου σε βάρος της ιδιοκτησίας τους θα την επιβαρύνει υπέρμετρα διότι θα διέρχεται μέσα από την αυλή τους, το πλάτος της οποίας δεν ξεπερνά τα δύο μέτρα, όπου βρίσκονται η είσοδος της κατοικίας τους, η βεράντα και το παράθυρο του σαλονιού του τρίτου εξ αυτών, ότι οι ίδιοι είναι μόνιμοι κάτοικοι στην ανωτέρω οικοδομή και η συνεχής διέλευση τρίτων θα τους στερήσει την ιδιωτικότητα των κατοικιών τους, αφετέρου προτείνουν, κατ' ένσταση δύο άλλες διόδους, οι οποίες δεν θα διέρχονται από το ακίνητό τους και τις οποίες είχαν προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρουν με λόγο έφεσης και ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου: 1.
Επικοινωνία του ακινήτου της εφεσίβλητης μέσω κοινοτικού δρόμου πλάτους 1,54 μέτρων, ο οποίος οδηγεί στον επαρχιακό δρόμο ... και βρίσκεται παραπλεύρως της νότιας πλευράς της ιδιοκτησίας Π. Π., η δε εφεσίβλητη ευχερώς μπορεί να μεταβεί σε αυτόν μέσω του ανατολικώς σχηματιζόμενου παράλιου δρόμου ... το δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η δίοδος δεν είναι πρόσφορη, διότι για να εισέλθει σε αυτή η εφεσίβλητη, πρέπει να διαβεί τον ανατολικώς κείμενο αιγιαλό, επί του οποίου δεν έχει διαμορφωθεί δίοδος, ούτε προέκυψε επικείμενη διαμόρφωση διόδου. ,,, 2.
Επικοινωνία του ακινήτου της εφεσίβλητης μέσω του όμορου ακινήτου Μ., που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του ακινήτου της. Ειδικότερα, εντός του ακινήτου είναι διαμορφωμένος δρόμος με σκαλοπάτια και πλακοστρωμένος επί της νότιας πλευράς αυτού, συνολικού μήκους 51,54 μέτρων και ελάχιστου πλάτους 1,00 μέτρου, ο οποίος εκκινεί δυτικά από την κύρια είσοδο της ιδιοκτησίας Μ. (που εφάπτεται με τον επαρχιακό δρόμο ...) και καταλήγει ανατολικά στον αιγιαλό, όπου έχει τοποθετηθεί πόρτα πλάτους 1,00-1,20 μέτρων, εφαπτόμενη στον τοίχο της κατοικίας της εφεσίβλητης.
Το δικαστήριο κρίνει ότι η δίοδος αυτή είναι πιο πρόσφορη για την εξυπηρέτηση της ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης, καθώς διέρχεται μπροστά από τα ενοικιαζόμενα δωμάτια του υπογείου της οικοδομής Μ., ... ενώ η οικογένεια Μ. διαμένει στον τελευταίο όροφο της οικοδομής. ... η ανωτέρω δίοδος είναι μεγαλύτερη σε μήκος, καθώς ανέρχεται σε 51 περίπου μέτρα, ενώ η αιτούμενη δίοδος είναι μόλις 21 μέτρα, ...
πλην όμως κρίνεται από το παρόν δικαστήριο ως προσφορότερη, καθώς είναι λιγότερο επαχθής και επιζήμια, Ειδικότερα, η δίοδος διαμέσου της ιδιοκτησίας Μ. έχει ελάχιστο πλάτος ενός μέτρου, ενώ η αιτούμενη δίοδος σε αρκετά σημεία είναι μόλις 76 εκατοστά, εκτείνεται σε ευθεία γραμμή και όχι τεθλασμένη, δεν ενοχλεί τους διαμένοντες στην οικοδομή, καθώς πρόκειται για επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων και ο προορισμός της είναι ακριβώς αυτός, ήτοι η εξυπηρέτηση των διαμενόντων παραθεριστών, ενώ αντιθέτως στην αιτούμενη δίοδο τμήμα αυτής εξυπηρετεί τους διαμένοντες στην οικοδομή και τμήμα αυτής οδηγεί μόνο στο βόθρο της οικοδομής και στην ιδιοκτησία της εφεσίβλητης, δεν απαιτούνται τεχνικά έργα για την χρησιμοποίησή της, καθώς είναι ήδη απολύτως διαμορφωμένη και κυρίως η κατάληξη αυτής στο ανατολικό τμήμα της εφάπτεται με την κατοικία της εφεσίβλητης, καθιστώντας την είσοδο σε αυτή εξαιρετικά προσβάσιμη.
Επίσης, η αιτούμενη δίοδος διαμέσου της ιδιοκτησίας των εκκαλούντων είναι ιδιαίτερα επαχθής για το ακίνητό τους, το οποίο αποτελεί την μόνιμη κατοικία τους, η κύρια είσοδός τους θα πρέπει να είναι μονίμως ελεύθερα προσβάσιμη σε τρίτους -εκτός της οικογενείας τους, οι οποίοι θα διέρχονται ακριβώς έξωθεν της κυρίας κατοικίας του τρίτου αυτών και ιδίως διότι στην πραγματικότητα θα ακυρώσει τον αύλειο χώρο τους, στον οποίο ουδέν θα μπορεί εφεξής να τοποθετηθεί, ώστε να μην δυσχεραίνεται η δίοδος των διαμενόντων στην κατοικία της εφεσίβλητης. ...".
Μετά από αυτά, το Μονομελές Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την έφεση και αφού κράτησε και δίκασε επί της αγωγής την απέρριψε κατ' ουσία με την αποδοχή του ισχυρισμού, ως ένστασης, των εναγομένων ότι η υποδεικνυόμενη από αυτούς δίοδος διαμέσου της ιδιοκτησίας του Α. Μ. είναι η πλέον πρόσφορη και λιγότερο επαχθής για όλες τις παρακείμενες ιδιοκτησίες.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα έχει στην κυριότητά της οικόπεδο με το επ' αυτού ισόγειο κτίσμα, ως οικία της, που είναι περίκλειστο, χωρίς πρόσβαση στην επαρχιακή οδό, διότι παρεμβάλλονται γειτονικές ιδιοκτησίες και υπάρχει ανάγκη προσπέλασης προς αυτή, ότι δυτικά του οικοπέδου της αναιρεσείουσας έχουν στην κυριότητά τους οι αναιρεσίβλητοι γειτονικό οικόπεδο με πρόσοψη στην επαρχιακή οδό με το επ' αυτού διώροφο κτίσμα, ως οικίες τους, στο νότιο όριο του οποίου υπάρχει διαμορφωμένη δίοδος για την πρόσβαση αυτών στην επαρχιακή οδό, ότι βόρεια του οικοπέδου της αναιρεσείουσας έχει στην κυριότητά του ο Α.
Μ. του Ι. γειτονικό οικόπεδο με πρόσοψη στην επαρχιακή οδό με το επ' αυτού διώροφο κτίσμα, στο μεν υπερυψωμένο υπόγειο του οποίου λειτουργεί επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων, τους δε λοιπούς ορόφους χρησιμοποιεί ως οικία του και στο νότιο όριο του οικοπέδου υπάρχει διαμορφωμένη δίοδος για την πρόσβαση αυτού και των πελατών του στην επαρχιακή οδό και ότι με βάση τις παρούσες αντικειμενικές περιστάσεις, που έλαβε υπόψη το Μονομελές Πρωτοδικείο συγκριτικά με τις όμορες ιδιοκτησίες, το παρεμβαλλόμενο βόρεια του ακινήτου της αναιρεσείουσας ακίνητο του Α.
Μ. θα υποστεί λιγότερη επιβάρυνση, προκειμένου να αποκτήσει το όμορο ακίνητο της αναιρεσείουσας την αναγκαία πρόσβαση στην δυτικά του ακινήτου της επαρχιακή οδό διαμέσου της διαμορφωμένης νότια του ακινήτου του διόδου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους (ΑΠ 568/2012).
Ειδικότερα, ορθώς το Μονομελές Πρωτοδικείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις του ΑΚ, αφού (ανελέγκτως) δέχθηκε, ότι το ακίνητο της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) είναι περίκλειστο και ότι για την επικοινωνία του με την παρακείμενη επαρχιακή οδό είναι, βάσει των διαλαμβανομένων αντικειμενικών συνθηκών, προσφορότερη γι' αυτό η ανωτέρω αναφερόμενη δίοδος και λιγότερο επαχθής για τα λοιπά όμορα ακίνητα.
Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί μη προσφορότητας της αιτούμενης διόδου υπέρ του ακινήτου κυριότητας της αναιρεσείουσας και σε βάρος του ακινήτου κυριότητας των αναιρεσιβλήτων και της επιλογής της λιγότερο επαχθούς διόδου και έτσι μπορεί να ελεγχθεί η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η, σχετικά με τις οποίες, κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτοι.
Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης καθώς και η αίτηση αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο, του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, στην οποία, ως ηττηθείσα διάδικο, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 202/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ