Supreme Court allows appeal against default judgment for debt restructuring, remanding case to new judge.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appellant's appeal against a default judgment rendered in absentia by a single-member court. The court found the lower court erred in law by requiring additional evidence of fraud beyond what the statute mandated for debt restructuring cases. Consequently, the judgment was annulled and the case was remanded for retrial before a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1(1) of Law 3869/2010 and 330 of the Civil Code; The lower court erred in law by demanding extra evidence of fraud not required by the statute, necessitating the annulment of the default judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1164 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1164/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: …. με την επωνυμία "..., που εδρεύει στην …..και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. Π. του Κ., 2) Σ. Χ. του Α., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1η και 2ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Α. Π. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Α. Χ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-8-2013 και 20-1-2014 αιτήσεις των ήδη 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο ... και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 17/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 4-9-2020 και με αρ. κατάθ. 9/ 9-9-2020 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "..." στρέφεται κατά της υπ` αριθμ. 17/2020 οριστικής απόφασης του δικάσαντος, ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 741 επ. ΚΠολΔ., σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010), ερήμην της 3ης των αναιρεσιβλήτων (τότε 3ης των εφεσιβλήτων) ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (ομοδίκου του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ) και κατ'αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, δηλαδή των τώρα 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων και αιτούντων την υπαγωγή τους στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 δανειοληπτών και του τώρα αναιρεσείοντος (τότε εκκαλούντος) Ν.Π.Δ.Δ.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 KΠολΔ) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (αρ. 577 παρ.1 σε συνδ. 553 παρ.1 KΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της τότε 3ης εφεσίβλητης και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "...", η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ.
σελ. 2 αυτής), είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί στη αρχική δικάσιμο της 16-05-2016, ενώπιον του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε, παρόντων όλων των διαδίκων, για την αναφερόμενη στην αρχή της προσβαλλόμενης απόφασης δικάσιμο της 14-11- 2019 ,και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο της 14-11- 2019) χώρησε σαν να ήταν και αυτή παρούσα (αρ. 764 παρ. 2 KΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015, που ισχύει από 01-01-2016).
Επομένως, ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 488/2021, βλ. και ΑΠ 208/2020), η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατά τελεσίδικης απόφασης (άρθρα 553 παρ.1 σε συνδ. 741 και 769 KΠολΔ), και ως προς την ανωτέρω 3η των αναιρεσιβλήτων που δεν παραστάθηκε ενώπιον του δικάσαντος, ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς αυτήν. Επίσης η κρινόμενη από 4-9-2020 και με αρ. κατάθ. 9/9-9-2020 αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ., σε συνδ. και με το άρθρο 28 παρ.4 εδ. α` του ν. 2579/1998 και άρθρο 11 του διατάγματος της 26.6/10.7.1944, οι οποίες δεν καταργήθηκαν με την εισαγωγή του KΠολΔ) και τούτο αφενός διότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
με επιμέλεια των 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων, στις 6-3-2020 (όπως συνομολογεί το αναιρεσείον στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεώς του), ωστόσο η 30νθήμερη προθεσμία άσκησης αναίρεσης υπό του αναιρεσείοντος κατ'αυτής (άρθ. 564 παρ. 1 ΚΠολΔ.) ανεστάλη δυνάμει των με αρ. Δ1α/ΓΠ.οικ. 17734/12.3.2020 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ Β' 833/12.3.2020) Δ1α/ΓΠ.οικ. 18176/15.3.2020 Κ.Υ.Α.( ΦΕΚ Β' 864/15.3.2020), Δ1α/ΓΠ.οικ. 21159/27.3.2020 Κ.Υ.Α.( ΦΕΚ Β' 1074/27.3.2020 ), Δ1α/ΓΠ.οικ. 24403/11.4.2020 Κ.Υ.Α.( ΦΕΚ Β' 1301/11.4.2020), Δ1α/ΓΠ.οικ. 26804/25.4.2020 Κ.Υ.Α.( ΦΕΚ Β' 1588/25.4.2020 ) και Δ1α/Γ Π.οικ. 30340/15.5.2020 Κ.Υ.Α.( ΦΕΚ Β' 1857/15.5.2020 ) , σε συνδυασμό και με το άρθρο 74 παρ.1 του Ν. 4690/2020, [Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης], που ισχύει από 30-5-2020, σύμφωνα με το οποίο, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, μετά δε τη λήξη της παραπάνω αναστολής (30-5-2020) οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία, οι δε προθεσμίες (εκτός άλλων) των ένδικων μέσων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους, αφετέρου διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, απολαμβάνει των προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις προθεσμίες ( βλ.
και ΑΠ 415/2016, ΑΠ 1337/2014), συνακόλουθα ουδεμία, απολύτως, προθεσμία τρέχει σε βάρος αυτού κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, οι οποίες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ΚΟΔΚΔΛ (ν. 1756/1988), αρχίζουν την 1η Ιουλίου και διαρκούν μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους. Αυτό ισχύει, ρητώς, και για την άσκηση οιουδήποτε ενδίκου μέσου, ήτοι και για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 415/2016).
Ενόψει των προεκτεθέντων, η τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, που άρχισε την επομένη της επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή στις 7-3-2020, έληξε στις 9-10-2020. Επομένως, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως που κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 9-9-2020, δηλαδή εντός της ως άνω προθεσμίας, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Πρέπει επομένως, να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 § Α1 Ν. 3995/2011 [όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του] ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για να επιτευχθεί η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου οφειλέτη προς τους πιστωτές του και η απαλλαγή του, πρέπει αυτός να μη περιήλθε σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των χρηματικών οφειλών του με δόλιο τρόπο (ΑΠ 67/2020 , ΝΟΜΟΣ , βλ.
και ΑΠ 59/2021, ΑΠ 632/2019). Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη 330 Α.Κ., με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και την νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 § 1Π.Κ.
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Εξάλλου, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του (βλ. και ΑΠ 59/2021). Από τη διατύπωση άλλωστε της παρ. 1 εδαφ. α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας (ΑΠ 1446/2018). Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει (ΑΠ 1446/2018).
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 1446/2018).
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 286/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟΛ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 757/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της κρινόμενης από 4-9-2020 αίτησης αναίρεσης, κατ'ορθήν εκτίμησή του , το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. αποδίδει στην προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 17/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... την εκ του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ. αιτίαση της ευθείας παραβίασης διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, ισχυριζόμενο συγκεκριμένα ότι με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση και τις παρατιθέμενες στην αίτηση αναιρέσεως παραδοχές της, παραβιάστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 1 § 1 Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών , κατά τις οποίες απαραίτητη προϋπόθεση (μεταξύ άλλων) για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ως άνω Ν.3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, χωρίς δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, το στοιχείο του οποίου δύναται να συντρέχει τόσο μετά την ανάληψη της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο της ανάληψής της, χωρίς να ανταποκρίνεται στο πνεύμα των ίδιων, ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 1 § 1 Ν. 3869/2010 , η αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη.
Ότι ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση ευθέως παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου απορρίπτοντας ως αόριστη την [υπό του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. πρωτοδίκως προταθείσα, την οποία επανέφερε με την τρίτο λόγο της έφεσής του] ένσταση ότι οι αιτούντες περιήλθαν με ενδεχόμενο δόλο σε αδυναμία πληρωμής, αφενός αξιώνοντας, στοιχεία που δεν απαιτούνται για την στοιχειοθέτησή της, όπως εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας των δανειοληπτών, αφετέρου αποδεχόμενη εσφαλμένα ότι "δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης ".
Στην ερευνώμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του, επανέφερε την προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένστασή της περί δόλιας περιελεύσεως των αιτούντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων, παραπονούμενο για την απόρριψη αυτής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Ειδικότερα, με τον τρίτο λόγο της εφέσεως του επικαλέστηκε τα εξής: "...Στην συγκεκριμένη υπόθεση αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες έλαβαν τα ένδικα δάνεια, δημιουργώντας · χρέη υπέρμετρα σε σχέση με την οικονομική τους κατάσταση, καθότι έλαβαν ένα υψηλό δάνειο (149.000€) το έτος 2011, μεσούσης της κρίσης και ανήγειραν σπίτι συνολικής επιφάνειας 140 μ2.
Επίσης, την ίδια χρονιά έλαβαν άλλες περίπου 60.000€ από την τράπεζα Eurobank. Σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση οι καθ' ων-αιτούντες είχαν 31.531,04€ οικογενειακό εισόδημα κατά το χρόνο λήψης των δανείων το οποίο, κατ' αυτήν ήταν επαρκές για την αποπληρωμή, παρότι ήδη είχαν τρία παιδιά. Προφανώς όμως, αφενός δεν ήταν το εισόδημα αυτό αρκετό για κάλυψη των δανείων (δύο δόσεις το μήνα), πράγμα το οποίο γνώριζαν οι εφεσίβλητοι και παρόλα αυτά προχώρησαν στην σύναψη των δανείων, αφετέρου η εκκαλουμένη αγνοεί ότι για την λήψη των δανείων οι αιτούντες έλαβαν υπ' όψιν το συνολικό τους εισόδημα του προηγούμενου έτους (2010) που ήταν 23.747,91 €, ήτοι σημαντικά χαμηλότερο.
Ο λόγος γι' αυτό είναι πιθανότατα ότι ο σύζυγος Χουρχούλης Σωτήριος, εργαζόταν πάντοτε με σύμβαση ως εκπαιδευτικός τέτοιου είδους αυξομειώσεις και επισφάλεια στα εισοδήματα του ήταν απολύτως αναμενόμενα.........Η εκκαλουμένη δέχεται ότι η σύζυγος, Ζωίτσα Παστρουμά, έχει υποστεί μια μείωση της τάξης των 3.425€ ετησίως (2010 με 2017) ωστόσο αυτή δεν αλλάζει τη συνολική εικόνα δόλιας υπερχρέωσης των αιτούντων, δεδομένου ότι το έτος 2011 είχε πλέον καταστεί φανερή η δύσκολη οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η χώρα και οι δυσοίωνες προοπτικές για μισθούς και κάθε είδους εισοδήματα, και αυτά ασφαλώς δεν ήταν γεγονότα που προέκυψαν μεταγενέστερα.
Ούτως αποδεικνύεται ότι οι αιτούντες δημιούργησαν τα ανωτέρω χρέη, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή, μολονότι γνώριζαν ότι - ως τουλάχιστον διατείνονται- αδυνατούσαν να τα καλύψουν ή, τουλάχιστον, αποδεχόμενοι πλήρως ως πιθανόν αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες.
Υπό τα περιστατικά αυτά, η υπαιτιότητα των αντιδίκων είχε τη μορφή δόλου, καθόσον εγνώριζαν την αδυναμία πληρωμής των οφειλών τους, άλλως προέβλεψαν το αποτέλεσμα αυτό (την αδυναμία πληρωμής των χρεών τους) ως πιθανό και το αποδέχθηκαν. Δηλαδή γνώριζαν ότι η μη καταβολή των χρεών τους αποτελούσε ένα ενδεχόμενο που η πραγμάτωση του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, ένας τόσο δε υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί ν' αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του.", ισχυριστήκαμε δηλαδή ότι υφίσταται δόλια περιέλευση σε αδυναμία πληρωμής των αιτούντων και ότι για τον λόγο αυτόν οι κριθείσες αιτήσεις τους έπρεπε να απορριφθούν γενομένης δεκτής της σχετικής ως άνω ένστασής μας.....".
Το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη 17/2020 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ.3 εδάφ.β' ν.3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), που παραδεκτά επισκοπείται, δέχθηκε τα εξής (βλ. 6 σελίδα στίχους 13 επ. της προσβαλλόμενης), αυτολεξεί στη συνέχεια παρατιθέμενα: "...Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο εφέσεως, το εκκαλούν προβάλλει αιτίαση περί δόλιας περιέλευσης των οφειλετών σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών τους, ισχυριζόμενο ότι οι αιτούντες προέβησαν σε υπέρογκο δανεισμό, συνάπτοντας δάνειο το οποίο εξαρχής ήταν αδύνατο να αποπληρωθεί λόγω της μη ύπαρξης επαρκών εισοδημάτων τους σε συνδυασμό και με τις λοιπές υποχρεώσεις τους. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος αποτελεί ένσταση δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμής (άρθρο 1 του ν. 3869/2010 ) είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας και, ως εκ τούτου, απορριπτέος , διότι δε νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από το δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές.
Εν προκειμένω το εκκαλούν δεν εξειδικεύει τις συγκεκριμένες ενέργειες, με τις οποίες οι αιτούντες απέκρυψαν από τους πιστωτές την οικονομική κατάσταση τους , προκειμένου να τύχουν δανεισμού, δεδομένου ότι οι πιστωτές έχουν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν την οικονομική συμπεριφορά και τις υποχρεώσεις των υποψηφίων πελατών τους . Επιπροσθέτως, το εκκαλούν δεν επικαλείται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι οι αιτούντες γνώριζαν την αδυναμία αποπληρωμής των δανείων κατά το χρόνο ανάληψης αυτών.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε δεχόμενο ότι οι αιτούντες δικαιούνται να υπαχθούν στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 και πρέπει ο τρίτος λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως αόριστος.". Κρίνοντας έτσι το κατ' έφεση δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο ... και απορρίπτοντας ως αόριστη την προβληθείσα από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ ένσταση περί δόλιας περιελεύσεως των αιτούντων και ήδη αναιρεσίβλητων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων με ενδεχόμενο δόλο τους, που είχε απορριφθεί πρωτοδίκως και είχε επαναφερθεί ενώπιον του Εφετείου με την προαναφερόμενη έφεση του τώρα αναιρεσείοντος, παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 "περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων" και 330 του Α.Κ., καθόσον αφενός εσφαλμένα δέχθηκε ότι για την κατάγνωση του δόλου των αιτούντων - δανειοληπτών (ήδη 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων) δεν αρκεί ο αρχικός δόλος, κατά την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης, αφετέρου αξίωσε πρόσθετα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο των αιτούντων - οφειλετών - (ήδη 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων) κατά την ανάληψη του χρέους, και συγκεκριμένα την εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και την παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, τα οποία (πρόσθετα στοιχεία) δεν ανταποκρίνονται στο πνεύμα του νόμου.
Συνεπώς, ο συναφής δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα, της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων.
Επομένως, εν όψει των προαναφερόμενων, πρέπει να γίνει δεκτός ο ως άνω 2ος λόγος αναίρεσης κατά τα προαναφερθέν πρώτο σκέλος του και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου του προαναφερόμενου λόγου της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 KΠολΔ), ενώ διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ.
δεν υποχρεούται στην καταβολή παράβολου. Επίσης δεν ορίζεται και διάταξη δικαστικής δαπάνης, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου, δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 KΠολΔ, δεδομένου ότι επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.
β` του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 400/2020, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθμ. 17/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... , που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο ..., το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ