Supreme Court dismissed divorce appeal, upholding lower court's finding of marital breakdown due to two-year separation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's divorce judgment. The lower court found that the spouses had been separated for over two years without reconciliation, constituting a serious breakdown of the marital relationship under Article 1439 of the Civil Code. The Supreme Court agreed that the evidence proved this separation and correctly applied the law, rendering the appeal arguments inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible when the lower court has correctly interpreted and applied the substantive law regarding the statutory grounds for divorce based on prolonged separation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1164 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1164/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Ο. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νεδελκόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αγγελακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2014 (20326/2014) αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5411/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 463/2018 μη οριστική και 497/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/4/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 18-4-2019 (1240/155/18-4-2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 592 επ. του Κ.Πολ.Δ., εκδοθείσα, 497/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 5411/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η από 25-9-2014 (20326/2014) αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής και απαγγέλθηκε η λύση του γάμου τους, λόγω του τεκμαιρόμενου από την υπερδιετή διάσταση αυτών ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσής τους. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, ιδρύεται, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 4/2005, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ' επέκταση, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος, για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και, υπό τα οποία, συντελέσθηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Εξάλλου, στο άρθρο 1439 παρ. 3 Α.Κ ορίζεται ότι: "Εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος. Η συμπλήρωση του χρόνου της διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων".
Από τις διάταξες αυτές, που καθιερώνουν, ως λόγο διαζυγίου, τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζύγων, προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η διετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης της αγωγής, κατά τον οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 του Κ.Πολ.Δ., κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο προχωρεί, μετά και τη διαπίστωση της πρόθεσης για διάσταση, στη λύση του γάμου.
Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη, κατά την οποία οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία, αλλά, υπό καθεστώς χωρισμού από 'τραπέζης και κοίτης'.
Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο), που δεν αφορά υποχρεωτικά στον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και στους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. Με το ανωτέρω περιεχόμενο της διάστασης, ο νόμος, για να διευκολύνει την προσπάθεια αποκατάστασης των συζυγικών σχέσεων, δεν θεωρεί ότι παρεμποδίζουν τη συμπλήρωση του χρόνου οι μικρές διακοπές της διάστασης, που γίνονται προς επίτευξη της αποκατάστασης, παρά το ότι, στην περίπτωση αυτή, ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβίωσης.
Κατά μείζονα λόγο, δεν ελλείπει η διάσταση, όταν παρεμβάλλονται μικρές διακοπές εξ άλλων λόγων, που δεν αναιρούν την σταθερή εξακολουθητικά υπάρχουσα πρόθεση διάσπασης του συζυγικού δεσμού. Η επίκληση της διετούς διάστασης είναι στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής διαζυγίου, η οποία στηρίζεται στον ανωτέρω λόγο, ο δε ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν έχει συμπληρωθεί η διετής διάσταση, διότι αυτή δεν άρχισε ή άρχισε σε χρόνο μεταγενέστερο του επικαλούμενου με την αγωγή, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, στις ..., στις 6 Ιουνίου 1976, στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Καστανέων Ορεστιάδας, από τον οποίο απέκτησαν δύο (2) τέκνα... ήδη ενήλικα...
Η έγγαμη συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και διακόπηκε οριστικά ήδη από το έτος 1994. Έκτοτε οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς, διαμένοντας μεν, έως τον Αύγουστο του έτους 2016, στην ίδια συζυγική οικία... χωρίς όμως να υπάρχει μεταξύ τους ουσιαστική σωματική ή πνευματική επαφή ή πρόθεση διατήρησης της κοινωνίας βίου.
Σημειώνεται ότι το ανωτέρω διαμέρισμα ανήκει σε αυτούς κατά κυριότητα, σε ποσοστό πενήντα (50%) εξ αδιαιρέτου... Η τυπική αυτή συγκατοίκηση, η οποία δεν αναιρεί τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, διήρκεσε μέχρι το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (16-12-2016), δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) ετών...
Τον Αύγουστο του 2016, ο ενάγων μετοίκησε από το ανωτέρω διαμέρισμα. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, ο οποίος μετά λόγου γνώσης ως εκ της φιλίας του με τον ενάγοντα, κατέθεσε ότι τα τελευταία 10 χρόνια, που τον γνωρίζει, η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων έχει διαρρηχθεί και ότι όχι μόνο κοιμούνται σε χωριστά δωμάτια, αλλά και το μπαλκόνι του σπιτιού τους είχε χωριστεί στα δύο με γλάστρες.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρος ανταπόδειξης, αδελφού της εναγομένης, ο οποίος, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ψυχικής διάστασης των διαδίκων, ήτοι της βούλησής τους να μην διατηρήσουν το γάμο τους, δήλωσε άγνοια... Σύμφωνα, λοιπόν, με τα προαναφερθέντα, αποδεικνύεται πλήρως η διάσταση των διαδίκων συζύγων, συνεχώς και χωρίς καμία επανασύνδεση, από το έτος 1994, σε κάθε δε περίπτωση, από διετίας, τουλάχιστον πριν από τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθόσον από τον χρόνο κατάθεσης της κρινόμενης αγωγής (Οκτώβριος του έτους 2014, κατά τα ως άνω), με την οποία εξωτερικεύτηκε προς τρίτους η βούληση του ενάγοντος για διακοπή της εγγάμου συμβιώσεώς τους και μέχρι τη συζήτηση αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (16-12-2016), αλλά και της κρινόμενης έφεσης (11-1-2019) παρήλθε διετία και, ως εκ τούτου, τεκμαίρεται αμάχητα ότι ο γάμος τους έχει κλονιστεί σοβαρά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 του Α.Κ., όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 14 του Ν. 3719/2008.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία και να απαγγελθεί η λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου, λόγω της υπερδιετούς διασπάσεως της έγγαμης συμβίωσής τους. Συνακόλουθα, μετά τις πιο πάνω παραδοχές, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή του ενάγοντος - εφεσιβλήτου και ως ουσιαστικά βάσιμη και απήγγειλε τη λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου, λόγω του ότι, από την υπερδιετή διάσταση των διαδίκων συζύγων, τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός των μεταξύ τους σχέσεων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω νομικές διατάξεις και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1439 παρ.3 του Α.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της συμπλήρωσης της διετούς διάστασης στην έγγαμη σχέση των αντιδίκων συζύγων, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1994 μέχρι τις 16-12- 2016, ημερομηνία, κατά την οποία συζητήθηκε η αγωγή του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της διετούς διάστασης και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματος του (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-4-2019 (1240/155/18-4-2019) αίτηση της Δ. Ο. του Κ. για αναίρεση της 497/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ