Legislator Case Law & Legislation
1164/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on merits but allows it formally, ordering costs against the appellant.

Case Number 1164/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court formally accepted the appeal against the First Instance Court's dismissal of the appellant's claim for contract termination invalidity. The appellant argued the bank violated disciplinary procedures and failed to establish a serious cause for dismissal, while the bank contended the appellant's conduct justified immediate termination. The Court ruled that the appeal lacked substantive merit regarding the facts and law but formally admitted the procedural request, ordering the appellant to bear the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 672, 174, 180, 281, 288, 361 of the Civil Code; Art. 5 of Law 2112/1920; Art. 25 para. 1 of the Constitution; Art. 106, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a dismissal of a labor contract termination claim is formally admissible but dismissed on the merits if the lower court correctly applied substantive law and evidence rules.

Keywords

AI generated
labor contract termination disciplinary procedure violation serious cause dismissal formal admissibility legal costs allocation Supreme Court appeal dismissal on merits

Cited Legislation

AI generated
Art. 672 of the Civil Code
Art. 174 of the Civil Code
Art. 180 of the Civil Code
Art. 281 of the Civil Code
Art. 288 of the Civil Code
Art. 361 of the Civil Code
Art. 5 of Law 2112/1920
Art. 25 para. 1 of the Constitution
Art. 106 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1164 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1164/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος - καλούντος: Η. Θ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ελένη Θεοχάρη και Ιωάννη Γιαννάτο, που κατέθεσαν προτάσεις. Της εφεσίβλητης - καθής η κλήση: Ανωνύμου Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. και από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσάνθη Ζερδελή - Μάσσα, που κατέθεσαν προτάσεις. Της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ του εκκαλούντος - καλούντος: Τριτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ (Γ.Σ.Ε.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/1/2007 αγωγή του ήδη εκκαλούντος - καλούντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 179/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 592/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 83/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο εκκαλών με την από 16/11/2015 αίτησή του και τους από 3/8/2016 πρόσθετους λόγους. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την 26/7/2016 παρέμβασή της προς το δικαστήριο τούτο, ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτή. Επί αυτών εκδόθηκε η 504/2017 απόφαση του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την 83/2015 απόφαση του Εφετείου Θράκης και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση.

Η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 21/7/2017 κλήση του καλούντος, επί της οποίας εκδόθηκε η 1169/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης υπόθεσης. Κατόπιν της απόφασης αυτής η υπόθεση επαναφέρεται με την από 25/6/2018 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο ενάγων με την από 24-1-2007 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 134/11/24-1-2007 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου που τον συνέδεε με την εναγομένη, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλλει μισθούς υπερημερίας ως και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας με την υπ' αριθμ. 56/134/11/2007 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της. Κατόπιν της από 18-5-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 30/18-5-2010 έφεσης του ενάγοντος, εκδόθηκε η 179/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία κατά παραδοχή της έφεσης τύποις και ουσία, εξαφανίσθηκε η. 56/134/11/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της και αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της από 15-11-2006 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, υποχρεώθηκε δε η εναγομένη να καταβάλει νομιμότοκα στον ενάγοντα για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 15-11-2006 έως και Μάρτιο 2007 ποσό 15.674,52 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-4-2007 έως και τη λήξη της σύμβασης εργασίας νομιμότοκα κάθε μήνα ποσό 2.785,34 ευρώ.

Ακολούθως, η εναγομένη άσκησε κατά της ως άνω εφετειακής απόφασης την από 4-7-2013 αναίρεση, και επ'αυτής εκδόθηκε η 592/2014 απόφαση του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη 179/2013 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, κατά παραδοχή του εκ του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, αφού από την απόφαση του Εφετείου δεν προέκυπτε ότι ελήφθησαν υπόψη οι νομίμως επικληθείσες και προσαχθείσες από την εφεσίβλητη υπ' αριθμ. ...6 και ...7/2007 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ι.

Χ. και Ν. Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και παραπέμφθηκε η υπόθεση, προς νέα συζήτηση στο ίδιο τούτο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Με την από 18-6-2014 κλήση του ενάγοντος επανήλθε προς μετ' αναίρεση συζήτηση η υπόθεση και εκδόθηκε η 83/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος.

Κατ' αυτής ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 1.11.2015 αίτησή του και τους από 03.08.2016 πρσθέτους λόγους, η δε Τριτοβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ" άσκησε την από 26.07.2016 πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση. Επί των παραπάνω συνεκδικασθεισών αιτήσεως αναιρέσεως και πρόσθετης παρέμβασης εκδόθηκε η 504/2017 απόφαση του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη 83/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, κατά παραδοχή του εκ του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, επειδή δεν καθίστατο αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του και τα έγγραφα με τίτλο "Ελεγκτικές καταστάσεις καταστήματος" και " Ροή εργασιών-ταμείο" και ακολούθως κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Μετά την έκδοση της απόφασης αυτής (504/2007),η υπόθεση εισήχθη ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου με την από 21.07.2017 κλήση του ενάγοντος και εκδόθηκε 1169/2018 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης υποθέσεως λόγω της μη κλητεύσεως της προσθέτως παρεμβαίνουσας.

Νόμιμα ήδη φέρεται για νέα συζήτηση η υπόθεση, μετά από δεύτερη αναίρεση ενώπιον του τμήματος αυτού, για ουσιαστική κρίση με την από 25.06.2018 κλήση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το άρθρο 581 παρ.1 ΚΠολΔ. Σημειώνεται ότι από την υπ' αριθμ. ...24 β/ 31.10.2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Γ.

Ι. Π., που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω κλήσεως με την πράξη προσδιορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο (12.02.2019) επιδόθηκε στην προσθέτως υπέρ του ενάγοντος - αναιρεσείοντος (στην δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου) Τριτοβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ (Γ.Σ.Ε.Ε).

Επομένως, η διαδικασία θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα. Από τις διατάξεις του άρθρου 669 ΑΚ προκύπτει, ότι, σε αντίθεση με την σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκειά της είναι σαφώς καθορισμένη, είτε διότι συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε διότι συνάγεται από τον σκοπό και το είδος της (ΑΠ 57/2015, 1248/2014, 115/2013).

Σύμβαση ορισμένου χρόνου κατά την παραπάνω έννοια υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του μισθωτού με την συμπλήρωση του οριζομένου ορίου ηλικίας (ΟλΑΠ 8/2007, ΑΠ 57/2015).Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ.672 εδ. α' ΑΚ κάθε ένα από τα μέρη έχει την δυνατότητα να καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση οποτεδήποτε, χωρίς να τηρήσει προθεσμία, εφόσον υφίσταται σπουδαίος προς τούτο λόγος, ως εκ τούτου δε, εάν ο εργοδότης καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου πριν την λήξη της χωρίς σπουδαίο λόγο, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (άρθ.174, 180 ΑΚ), εξακολουθεί να υφίσταται η σύμβαση εργασίας και ο εργοδότης αρνούμενος ν' αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού οφείλει κατ' άρθ.656 ΑΚ μισθούς υπερημερίας (AΠ 504/2017, ΑΠ 57/2015, 1248/2014, 1115/2013).

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθ.672 εδ. α ΑΚ "σπουδαίο λόγο" καταγγελίας αποτελούν εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, ακόμη και το μεμονωμένο εκείνο περιστατικό, τα οποία, ανεξάρτητα από τη προέλευσή τους και την ύπαρξη υπαιτιότητας, καθιστούν στην συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή από τον καταγγέλλοντα την συνέχιση της σύμβασης μέχρι την (συμφωνημένη ή υποχρεωτική κατά το νόμο) λήξη της, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου, την κρίση δηλ.

αν συντρέχουν τέτοια περιστατικά (η οποία ως αφορώσα αόριστη νομική έννοια υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο), συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης, ενώ τα περιστατικά αυτά που συνιστούν σπουδαίο λόγο μπορεί να είναι τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει, στην σφαίρα ποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη γεννήθηκαν.

Τέτοιος λόγος, ειδικότερα, συντρέχει για τον εργοδότη σε περίπτωση παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού, (άρθ.673 ΑΚ), καθώς και όταν λόγω της συμπεριφοράς του εργαζομένου επήλθε κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, αλλά και σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία με βάση τα ως άνω ουσιαστικά κριτήρια η συνέχιση της εργασιακής σχέσης παρίσταται ως μη ανεκτή απ' αυτόν (ΟλΑΠ 8/2007, 10/1995, 858/1984, ΑΠ 504/2017, ΑΠ 57/2015, 1248/2014, 806/2014, 1115/2013. 1616/2011).

Πρέπει να επισημανθεί, ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για την θεμελίωση σπουδαίου λόγου η πρόκληση ζημίας στον εργοδότη ή ο κίνδυνος πρόκλησης ζημίας αυτού στο μέλλον από αντισυμβατική συμπεριφορά του εργαζομένου, εάν διατηρηθεί στην θέση του (ΑΠ 824/2005). Εξάλλου, η απορρέουσα από το άρθ.288 ΑΚ και ερειδομένη στα άρθ.22§1 του Συντάγματος και 119 ΣυνθΕΟΚ αρχή της ίσης μεταχείρισης επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή (χρηματική ή άλλη) παροχή σε ορισμένους εργαζομένους, να μην εξαιρεί άλλους μισθωτούς του που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν κάτω από τις ίδιες εργασιακές συνθήκες τις ίδιες υπηρεσίες (ΑΠ 677/2014), δεν έχει, όμως, εφαρμογή στην περίπτωση της καταγγελίας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο.

Επομένως, δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο ακυρότητας της καταγγελίας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου μισθωτού, ερειδόμενο στην παράβαση της αρχής αυτής, η εκ μέρους του εργοδότη μη καταγγελία της σύμβασης εργασίας άλλων εργαζομένων που υπέπεσαν στο ίδιο παράπτωμα (ΑΠ 1407/2005). Με το εδ. β' του αυτού άρθ.672 ΑΚ θεσπίζεται αναγκαστικού δικαίου διάταξη (ΑΠ 1616/2011), σύμφωνα με την οποία το ως άνω δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία των μερών.

Εξάλλου, σε συνάρτηση με τα παραπάνω και ειδικότερα σε σχέση με την λειτουργία και την έκταση της απαγόρευσης αυτής, με την από 18-5-1982 Ειδική Σ.Σ.Ε. του προσωπικού της Τράπεζας ... (Εσωτερικός Κανονισμός Εργασίας) που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του Συλλόγου Εργαζομένων Τράπεζας ..., η οποία εγκρίθηκε με την ΥΑ 16247/2-6-82 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.

ΈΓ 344) και έχει ισχύ νόμου, ρυθμίσθηκαν θέματα αφορώντα την κατάσταση του προσωπικού της ανωτέρω Τράπεζας. Σύμφωνα με το άρθ. 26 του ως άνω Κανονισμού "1. Α) Η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Τράπεζας και του προσωπικού είναι ορισμένου χρόνου και λύεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας... 2.

Η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Τράπεζας και του προσωπικού λύεται και πριν να συμπληρωθεί το όριο ηλικίας κατά τις διατάξεις της παρ. 1 στις εξής περιπτώσεις: α)... β)... γ) με καταγγελία της Τράπεζας για σπουδαίο λόγο κατά τη διάταξη του άρθρου 672 Αστικού Κώδικα. Η καταγγελία για σπουδαίο λόγο επιτρέπεται μόνο αν ο λόγος αυτός βεβαιωθεί με απόφαση του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου (ως πειθαρχικού)".

Με το άρθ. 27 ορίσθηκαν τα πειθαρχικά παραπτώματα του προσωπικού και με το άρθ.28 οι συναφείς πειθαρχικές ποινές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται και εκείνη της οριστικής παύσης, ενώ με το άρθ. 29 ορίσθηκαν τα σχετικά με την πειθαρχική διαδικασία, τα υπηρεσιακά και τα πειθαρχικά συμβούλια κλπ.. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η εργασιακή σύμβαση, η οποία συνδέει την αναιρεσίβλητη Τράπεζα με τον υπάλληλό της, είναι ορισμένου χρόνου, αφού η λύση της επέρχεται αυτοδίκαια με την συμπλήρωση του οριζόμενου ορίου ηλικίας, προβλέπεται δε η πρόωρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο, ο οποίος συνδέεται με την φύση της, ως ορισμένου χρόνου, κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσας αναγκαστικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 672 Α.Κ., η οποία, αποκλείοντας αντίθετη συμφωνία, έχει εφαρμογή και στους μισθωτούς της αναιρεσίβλητης Τράπεζας.

Η ρύθμιση του άρθ. 26§2 περ. γΓ του Κανονισμού, κατά την οποία ο σπουδαίος λόγος πρέπει να έχει βεβαιωθεί προηγουμένως με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου (ως πειθαρχικού), δεν τέθηκε κατά περιορισμό ή αποκλεισμό του δικαιώματος καταγγελίας για σπουδαίο λόγο από το άρθ. 672 Α.Κ., αφού η δήλωση βούλησης του οργάνου του εργοδότη τείνει ευθέως στην παραγωγή του εννόμου αποτελέσματος της λύσης της σύμβασης, ενώ η προηγούμενη απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου αποτελεί απλή γνωμοδότηση, μη υποχρεωτική μάλιστα για την εργοδότρια Τράπεζα.

Συνεπώς, στην σύμβαση εργασίας του μισθωτού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ως τοιαύτη ορισμένου χρόνου, εφαρμόζεται, χωρίς περιορισμούς, η διάταξη του άρθ. 672 Α.Κ. για λύση της σύμβασης με καταγγελία ένεκα σπουδαίου λόγου, ως εκ τούτου δε για την εγκυρότητα αυτής δεν απαιτείται η προηγουμένη βεβαίωση του σπουδαίου λόγου από το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο, που ενεργεί στην περίπτωση αυτή ως πειθαρχικό (ΟλΑΠ 8/2007, ΑΠ 1210/2003).

Γενικότερα, πάντως, η πρόβλεψη στον κανονισμό πειθαρχικών παραπτωμάτων και αντιστοίχων πειθαρχικών ποινών, δεν αφαιρεί από τον εργοδότη το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, χωρίς προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους και των επιδιωκομένων αντίστοιχα διαφορετικών σκοπών, αφού με την πειθαρχική διαδικασία επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, ενώ με την καταγγελία για σπουδαίο λόγο απομακρύνεται ο εργαζόμενος, του οποίου δεν μπορεί να συνεχισθεί η εργασιακή σχέση ως επαχθής για τον εργοδότη (ΑΠ 1115/2013, 904/2012, 1616/2011, ΑΠ 308/2011, 1711/2007).

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η άσκηση του δικαιώματος της προβλεπομένης από το αρθρο 672 ΑΚ καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως και κάθε δικαιώματος υπόκειται στον περιορισμό του άρθ.281 ΑΚ, της μη υπέρβασης δηλ. των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση των οποίων καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθ.174 και 180 ΑΚ.

Το δικαστήριο ερευνά, επίσης, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκομένου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και της αρχής της μη κατάχρησης των δικαιωμάτων και έχει καθιερωθεί με το άρθ. 25 παρ.1 του Συντάγματος, ειδικότερα δε το δικαστήριο εξετάζει, ύστερ' από σχετικό ισχυρισμό, αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα, εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτήν σκοπού (όπως μετάθεση, υποβιβασμός κλπ.), δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο, αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 1115/2013, 458/2013, 1263/2012, 904/2012, 1616/2011, 308/2011, 77/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την ανωμοτί εξέταση του ενάγοντος και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος που εξετάσθηκε μετά από πρόταση της εναγομένης, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης, από την υπ' αριθμ. ...9/22-2-2011 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Β. Χ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ε.

Μ., από την υπ'αριθμ. ...3/23-2-2011 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Β. συζ. Θ. Δ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Χ. Α., από την υπ'αριθμ.....4/25-10-2011 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Β. Θ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ορεστιάδας, από την υπ'αριθμ. ....47/25-10-2011 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Ρ.- Γ. Α. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αλεξανδρούπολης, που μετ'επικλήσεως προσκομίζει ο εκκαλών-ενάγων και οι οποίες έχουν ληφθεί μετά από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου του (βλ.σχ.

υπ'αριθμ....55/18-2-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Η. Ζ.υ και υπ'αριθμ. ...1 Ε/20-10-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Β. Ρ. ) και παραδεκτά προσκομίσθηκαν το πρώτον κατά την δευτεροβάθμια δίκη, καθόσον η διάταξη του άρθρου 529 παρ.1 ΚΠολΔ εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 591 εδ.

α του ίδιου Κώδικα, και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αφού δεν αντιβαίνει στις ειδικές διατάξεις των άρθρων 670 και 671 ΚΠολΔ, οι οποίες κατ' άρθρο 674 παρ.2 του Κώδικα αυτού εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη (ΑΠ 771/2010 ΧρΙΔ 2011.111), από τις υπ' αριθμ. ...6/6-6-2007,...7/6-6-2007 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ι.

Χ. και Ν. Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, από την υπ'αριθμ. ....3/6-6-2007 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Γ. Δ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καβάλας, από την υπ'αριθμ. ...14/6-6- 2007 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Χ. Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που μετ'επικλήσεως προσκόμισε η εναγομένη και οι οποίες έχουν ληφθεί μετά από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (βλ.σχ.

υπ'αριθμ.....31/4-6-2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Ορεστιάδας Β. Π.), σημειουμένου ότι ο αριθμητικός περιορισμός των προσαγομένων ενόρκων βεβαιώσεων δεν ισχύει στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών(ΑΠ 1211/2013, ΑΠ 188/2010, ΑΠ 1391/2008 ΤΉΠ ΝΟΜΟΣ), από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα (μεταξύ των οποίων και αυτά με τίτλο "Ελεγκτικές καταστάσεις καταστήματος" και "Ροή εργασιών-ταμείο"), που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς ( ΑΠ 340/2011, ΑΠ 1628/2003), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Ο ενάγων προσλήφθηκε κατά την 5-12-1983 από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού υπήρχε πρόβλεψη, στον έχοντα ισχύ νόμου από 18-5-1982 Εσωτερικό Κανονισμό Εργασίας του προσωπικού της τράπεζας, για την λύση της με την συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας του ενάγοντος.

Η ως άνω εργοδότρια τραπεζική εταιρία συγχωνεύθηκε με την εναγομένη τράπεζα ("...") με απορρόφησή της από την τελευταία (εγκριθείσα με την από 16-6-2000 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 5009/21-6- 2000, Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), από την ολοκλήρωση δε της συγχώνευσης την 30-6-2000 έπαυσε να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο η αρχική εργοδότρια και υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της η εναγόμενη, στην οποία ο ενάγων συνέχισε να παρέχει την εργασία του.

Από την πρόσληψή του ο ενάγων υπηρέτησε στο κατάστημα της ... και την 21-9-1998 του ανατέθηκαν καθήκοντα Υποδιευθυντή Εργασιών και Διοικητικού του ως άνω καταστήματος, ενώ την 11-2-2000 προήχθη σε Υποτμηματάρχη και την 10-9-2002 σε Τμηματάρχη Β'. Σύμφωνα με την 20/10886/2004 εγκύκλιο της εναγομένης για τα καθήκοντα του ενάγοντος ως Υποδιευθυντή, ο Υποδιευθυντής έχει ως αποστολή την ανάπτυξη τραπεζικών σχέσεων με ιδιώτες και επιχειρήσεις, επικουρεί τον Διευθυντή στο έργο του και έχει το συντονισμό και την εποπτεία των ομάδων ανάπτυξης και υποστήριξης τραπεζικών εργασιών, ενώ στις κύριες ελεγκτικές αρμοδιότητές του περιλαμβάνονται α) η εποπτεία της τήρησης των διαδικασιών που εξασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία του καταστήματος και την ορθή εκπροσώπηση της Τράπεζας έναντι τρίτων β) η διενέργεια των απαραίτητων τακτικών και περιοδικών ελέγχων με σκοπό την εξασφάλιση της τήρησης των διαδικασιών και κανονισμών της Τράπεζας γ) η εποπτεία της ημερήσιας συμφωνίας του καταστήματος δ) η εποπτεία για την εφαρμογή της τιμολογιακής πολιτικής της Τράπεζας, καθώς και των εξαιρέσεών της ε) η φροντίδα για την ορθή και έγκαιρη ανταπόκρισή του στην παροχή των απαραίτητων στοιχείων και πληροφοριών προς τις αρμόδιες μονάδες της Τράπεζας στ) ο έλεγχος και η έγκριση συνεργασιών ή προτάσεων συνεργασιών στα πλαίσια των δικαιοδοσιών/ευχερειών του ζ) η εποπτεία της καλής εμφάνισης του χώρου και του ανθρώπινου δυναμικού η) η εποπτεία της καθημερινής ροής εργασιών του καταστήματος θ) η παρακολούθηση και φροντίδα για την ρευστοποίηση των απαιτήσεων επιχειρήσεων σε καθυστέρηση ι) ο έλεγχος και η θεώρηση παραστατικών κινήσεων που ξεπερνούν τα όρια εξουσιοδότησης των υφισταμένων του ια) ο καθημερινός έλεγχος των ελεγκτικών και πληροφοριακών μηχανογραφικών καταστάσεων που παράγονται από το σύστημα και αφορούν το εύρος των δραστηριοτήτων του και ιβ) η παρακολούθηση της διαθεσιμότητας του απαραίτητου υλικού προώθησης προϊόντων και υπηρεσιών της Τράπεζας.

Κατά τα προαναφερθέντα, κύριο καθήκον του ενάγοντος ως Υποδιευθυντή ήταν να ελέγχει την ημερήσια συμφωνία του καταστήματος, η οποία αφορά την λογιστική συμφωνία του καταστήματος και για την σύμφωνη με τις εγκυκλίους της τράπεζας εφαρμογή της, πρέπει να ακολουθηθεί η εξής διαδικασία, και ειδικότερα: Στο τέλος της λειτουργίας του καταστήματος, οι συναλλαγές που διεκπεραίωσαν οι ταμίες και έχουν καταχωρηθεί στο ηλεκτρονικό σύστημα της τράπεζας, πρέπει να συμφωνούν με αυτές που φέρονται ότι τελέσθηκαν στις οθόνες των υπολογιστών όλων των Προϊσταμένων, δεδομένου δε ότι οι υπολογιστές κάθε ταμία και των Προϊσταμένων είναι σε δίκτυο και η συμφωνία κατά κανόνα είναι δεδομένη, ο έλεγχος αυτός είναι τυπικός.

Προκειμένου, όμως, να επιτευχθεί και ουσιαστικός έλεγχος και να αποφευχθούν διαχειριστικές ατασθαλίες, η ημερήσια συμφωνία του καταστήματος επεκτείνεται και στον έλεγχο των παραστατικών που εξέδωσαν οι ταμίες για κάθε συναλλαγή που διεκπεραίωσαν, την θεώρηση των φύλλων ταμείου και την καταμέτρηση του χρηματικού υπολοίπου του ταμείου.

Κατά τον έλεγχο αυτό διακριβώνεται, μεταξύ άλλων, κατά πόσο τα παραστατικά τα οποία αφορούν σε αντιλογισμούς, ακυρώσεις ημερολογιακών εγγραφών και αναλήψεις άνω των 8.800 ευρώ, ενέργειες οι οποίες για να λάβουν χώρα απαιτείται η σύμπραξη, μεταξύ άλλων ανώτερων υπαλλήλων και του ενάγοντος, έχουν νομίμως θεωρηθεί χειρόγραφα από τον συμπράττοντα και μάλιστα αμέσως με την χορήγηση της σύμπραξης και αφού ο συμπράττων έχει προηγουμένως ελέγξει το λόγο για τον οποίο ζητείται η έγκριση.

Ο ενάγων στα πλαίσια των ως άνω καθηκόντων του, δεν επέδειξε την απαιτούμενη σύνεση και επιμέλεια, παραβαίνοντας τον κανονισμό, τις εγκυκλίους και τις οδηγίες εφαρμογής της εναγόμενης. Ειδικότερα, δεν επόπτευε με την προσήκουσα επιμέλεια την διενέργεια της ημερήσιας συμφωνίας του καταστήματος, με αποτέλεσμα αυτή να εξαντλείται σε τυπικό έλεγχο, ήτοι να διαπιστώνεται απλώς αν το αποτέλεσμα που φερόταν ως αληθές στους υπολογιστές του δικτύου από τις καταχωρίσεις των συναλλαγών ταυτιζόταν με το χρηματικό υπόλοιπο του ταμείου, δίχως έλεγχο των παραστατικών και των φύλλων ταμείου, όπου εμφανίζεται επιπρόσθετα η ανάλυση μετρητών, ήτοι το είδος (χαρτονομίσματα ή κέρματα) και το ποσό των χρημάτων επί των οποίων διενεργήθηκαν συναλλαγές.

Περαιτέρω, κατά παράβαση εγκυκλίων της εναγόμενης και οδηγιών των αρμοδίων υπηρεσιών της, δεν έλεγχε, ως είχε υποχρέωση κάθε φορά που ζητούνταν η σύμπραξή του για την διενέργεια πράξεων αντιλογισμού, ακύρωσης εγγραφής και αναλήψεων και αναλήψεων άνω του ποσού των 15.000 ευρώ, το λόγο για τον οποίο ζητούνταν η έγκρισή του για κάθε συγκεκριμένη πράξη, ούτε θεωρούσε τα σχετικά παραστατικά, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν σε αντιλογισμούς ή ακυρώσεις ημερολογιακών εγγραφών, που εξέδιδαν οι ταμίες, ενώ αφού δεν διενεργούσε την προσήκουσα εποπτεία στη διενέργεια της ημερήσιας συμφωνίας δεν έλεγχε παράλληλα και κατά πόσο έλαβαν χώρα από τους ταμίες οι ως άνω συναλλαγές παράτυπα, ήτοι χωρίς την σύμπραξη των αρμοδίων ανώτερων υπαλλήλων.

Οι ως άνω δυσλειτουργίες του καταστήματος της εναγομένης στην ....., που προέρχονταν από υπηρεσιακές παραλείψεις και του ενάγοντος με την ιδιότητά του ως Υποδιευθυντή, είχαν επισημανθεί κατά την διάρκεια προηγούμενων τακτικών ελέγχων που διενεργήθηκαν τα έτη 2001 και 2002 από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της εναγομένης και αποτυπώθηκαν εγγράφως στις εκθέσεις επιθεώρησης του καταστήματος ..., παρά δε την αναμενόμενη συμμόρφωση προς τις οδηγίες και εγκυκλίους της εναγομένης, οι ως άνω παραλείψεις συνεχίσθηκαν και το επόμενο χρονικό διάστημα.

Εξάλλου, ο ενάγων, αν και εκ των καθηκόντων του, είχε υποχρέωση, εκτός των άλλων, να διενεργεί τακτικούς και περιοδικούς ελέγχους, με σκοπό την διαπίστωση της τήρησης των διαδικασιών και κανονισμών της εναγομένης από τους υφισταμένους του, παρέλειπε την διενέργεια των απαραίτητων τακτικών και περιοδικών ελέγχων, των οποίων η ανάγκη διενέργειας, ενόψει και του τυπικού- λογιστικού μόνον ελέγχου της ημερήσιας συμφωνίας του καταστήματος, παρίστατο επιτακτική για την αποφυγή διαχειριστικών ατασθαλιών, ενώ δεν επόπτευε την καθημερινή ροή των εργασιών του καταστήματος, ούτως ώστε να είναι σε θέση να αντιληφθεί αν κάποιος ταμίας διενεργούσε συναλλαγές (αναλήψεις-καταθέσεις), οι οποίες υπερέβαιναν τις συνήθεις κινήσεις των πελατών του καταστήματος και να προβεί σε έλεγχο αυτών.

Ακόμη, παρόλο που για την χορήγηση οποιοσδήποτε επιστολής προς πελάτες ή τρίτους θα έπρεπε να προηγείται έγκριση για το καλώς έχειν από τις αρμόδιες Περιφερειακές Διευθύνσεις της εναγομένης, προκειμένου να αποφεύγεται η εμπλοκή της τελευταίας σε τυχόν χορήγηση βεβαιώσεων με αναληθές περιεχόμενο, ο ενάγων ουδέποτε υπέβαλε αιτήματα για έγκριση στις ως άνω Υπηρεσίες της εναγομένης προκειμένου να εκδώσει υπέρ των πελατών βεβαιώσεις υπολοίπων καταθέσεων και χορηγούσε αυτές ελέγχοντας απλά, μέσω του δικτύου των υπολογιστών της τράπεζας, το υπόλοιπο που φαινόταν να υπάρχει στο λογαριασμό καταθέσεών τους, χωρίς προηγουμένως να έχει κάνει στοιχειώδη έλεγχο της κίνησης των λογαριασμών αυτών.

Η ως άνω παραβίαση και μη συμμόρφωση εκ μέρους του ενάγοντος με σημαντικούς κανόνες της εσωτερικής λειτουργίας της εναγόμενης τράπεζας, αποτελεί σοβαρή παράβαση των υποχρεώσεων αυτού από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που τον συνέδεε με την εναγομένη και οι από αμέλεια τελεσθείσες υπηρεσιακές παραλείψεις του ενάγοντος συνηγόρησαν και αυτές στη δημιουργία συνθηκών για την διάπραξη ποινικού αδικήματος σε βάρος της εναγόμενης.

Ειδικότερα, ο ταμίας του καταστήματος της εναγομένης στην .... Δ. Μ. διέπραξε σε βάρος της εναγομένης, κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 2005 έως και τον Μάιο του έτους 2006, κατ' εξακολούθηση υπεξαιρέσεις με ιδιαίτερα τεχνάσματα και πλαστογραφίες σε βαθμό κακουργήματος, καταδικασθείς μάλιστα για τις ως άνω πράξεις του τελεσιδίκως με την 307/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα πέντε (15) ετών.

Ο ταμίας αυτός προέβαινε σε παράνομες αναλήψεις χρηματικών ποσών από λογαριασμούς καταθέσεων των πελατών της εναγομένης, εν αγνοία των τελευταίων, υπεξαιρώντας μάλιστα συχνά ποσά που υπερέβαιναν τα 8.800 ευρώ. Η ανάληψη, όμως, ποσών αυτού του ύψους προϋπέθετε να ζητάει και να λαμβάνει κάθε φορά την συγκατάθεση είτε του ενάγοντος, ο οποίος ήταν Προϊστάμενος του, είτε του Διευθυντή ή των Προϊσταμένων άλλων τμημάτων του καταστήματος που είχαν δικαίωμα να παρέχουν τέτοιες "εγκρίσεις".

Οι εντολές αυτές γίνονταν κατά κανόνα ηλεκτρονικά με τη χρήση κωδικών. Ο ταμίας, όμως, είχε υποκλέψει τους κωδικούς των Προϊσταμένων του και έτσι έδινε ο ίδιος παράνομα μέσω του δικού του τερματικού την απαραίτητη συναίνεση, με τον τρόπο δε αυτόν λάμβανε την απαιτούμενη από το ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας σύμπραξη για την ανάληψη χρηματικού ποσού και στην συνέχεια εξέδιδε το αντίστοιχο παραστατικό ανάληψης και έθετε τη δική του υπογραφή, κατ' απομίμηση αυτής του πελάτη του αντίστοιχου λογαριασμού.

Οταν ο καταθέτης, από τον λογαριασμό του οποίου είχε παρανόμως αναλάβει χρηματικό ποσό, προσερχόταν στο κατάστημα για να εκτελέσει κάποια συναλλαγή και πριν εκτελέσει την συναλλαγή αυτήν, ο Δ. Μ. προέβαινε σε λογιστική κατάθεση του ελλείποντος χρηματικού ποσού στο λογαριασμό του, εκδίδοντας το αντίστοιχο παραστατικό κατάθεσης, στο οποίο έθετε τη δική του υπογραφή, κατ' απομίμηση αυτής του πελάτη, εν αγνοία του τελευταίου και κατόπιν εκτελούσε τη νέα συναλλαγή.

Κατά την ενημέρωση του βιβλιαρίου καταθέσεων, μετά την εκτέλεση της συναλλαγής που επιθυμούσε ο πελάτης και προκειμένου να μην εκτυπωθούν οι κινήσεις της παράνομης ανάληψης και κατάθεσης, εκμεταλλευόμενος την ευχέρεια που του παρείχε το ηλεκτρονικό σύστημα της τράπεζας, παρέλειπε από το βιβλιάριο τις αντίστοιχες γραμμές εκτύπωσης, με αποτέλεσμα να μη γίνονται αντιληπτές από τον πελάτη οι παράνομες κινήσεις του λογαριασμού του, για να το πετύχει δε αυτό, χρησιμοποιούσε και πάλι τους υφαρπαγέντες κωδικούς των Προϊσταμένων του και λάμβανε πάλι την απαιτούμενη από το σύστημα της Τράπεζας σύμπραξη.

Οταν ο καταθέτης έφευγε από το κατάστημα, είτε αντιλόγιζε (ακύρωνε) την εγγραφή, είτε αναλάμβανε το αντίστοιχο ποσό, σε όλες, όμως, τις περιπτώσεις εξέδιδε το αντίστοιχο παραστατικό, το οποίο υπέγραφε ο ίδιος με απομίμηση της υπογραφής του καταθέτη για να εμφανίζεται έτσι το ταμείο του λογιστικά και πραγματικά τακτοποιημένο.

Στις περιπτώσεις που δεν προέβαινε σε αντιλογισμό της κατάθεσης του ελλείποντος χρηματικού ποσού από τον λογαριασμό του πελάτη, την ίδια ημέρα με την κατάθεση και προκειμένου να εμφανίζει τακτοποιημένο το ταμείο, προέβαινε σε τροποποίηση του αριθμού των κερμάτων τους ενός (1) ευρώ, δηλαδή προσαύξανε το ποσό των πραγματικών κερμάτων του ενός ευρώ, κατά το ποσό εκείνο που παρέμενε ατακτοποίητο, με το προπεριγραφέν δε σχέδιο παράνομης δράσης ο Δ.

Μ. κατάφερε να ιδιοποιηθεί παράνομα από είκοσι επτά (27) λογαριασμούς καταθετών, συνολικό ποσό 969.500. Η παράνομη δράση του εν λόγω υπαλλήλου δεν αποκαλύφθηκε από τον έλεγχο των προϊσταμένων του στο κατάστημα ..., αλλά όταν την 2-5-2006 η ταμίας, που αντικαθιστούσε τον Δ. Μ., ο οποίος είχε δηλώσει ασθένεια και αποχώρησε, κατά την προσπάθειά της να ενημερώσει το βιβλιάριο της πελάτισσας αντιμετώπισε πρόβλημα και την παρέπεμψε στον ενάγοντα, προκειμένου να αντλήσει από το σύστημα τα απαραίτητα στοιχεία για την ενημέρωση του βιβλιαρίου.

Κατά την ενημέρωση δε αυτού, εμφανίσθηκε ένα κενό στις εκτυπώσεις που προβλημάτισε την πελάτισσα, η οποία απευθύνθηκε εκ νέου στον ενάγοντα, και μετά από έλεγχο διαπιστώθηκε ότι το εμφανιζόμενο πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού καταθέσεών της υπολειπόταν κατά 40.000 ευρώ του πραγματικού. Ο ενάγων ειδοποίησε τηλεφωνικά για το συμβάν τον Δ.

Μ., ο οποίος δεν αρνήθηκε ότι υπεξαίρεσε χρήματα, στην συνέχεια δε ο Διευθυντής του καταστήματος, αφού προηγουμένως ενημερώθηκε για τα τεκταινόμενα από τον ενάγοντα, ειδοποίησε την Περιφερειακή Διεύθυνση της εναγομένης και διατάχθηκε ο έλεγχος του καταστήματος από Επιθεωρητές της τελευταίας, οι οποίοι προσήλθαν τις αμέσως επόμενες μέρες στο κατάστημα και διαπίστωσαν τον τρόπο παράνομης δράσης του ως λόγω ταμία και τις παραλείψεις υπαλλήλων του καταστήματος ..., μεταξύ των οποίων και αυτές του ενάγοντος, που εκμεταλλεύθηκε ο ταμίας, προκειμένου να τελέσει τις αξιόποινες πράξεις.

Ειδικότερα, όσον αφορά τον ενάγοντα οι υπηρεσιακές του παραλείψεις, που εκμεταλλεύθηκε ο υφιστάμενός του ταμίας για να τελέσει τις κακουργηματικές πράξεις, ανάγονται στο ότι (α) δεν τον επόπτευε συστηματικά και δεν έλεγχε ουσιαστικά την ημερήσια συμφωνία του ταμείου, ούτε έλεγχε και υπέγραφε τα φύλλα του ταμείου, καθήκοντα που κατά τα προεκτεθέντα ανήκαν στις ελεγκτικές του αρμοδιότητες ως Υποδιευθυντή του καταστήματος της ...

της εναγομένης, ενώ αν προέβαινε στην κατά λειτουργική αρμοδιότητα εποπτεία και έλεγχο θα μπορούσε να διαπιστώσει τα τεχνάσματα που χρησιμοποιούσε ο ταμίας, ιδίως δε θα διαπίστωνε την εμφάνιση κερμάτων του ενός ευρώ σε υπερβολικό αριθμό στα ημερήσια φύλλα του ταμείου, τέχνασμα με το οποίο εσκοπείτο να συγκαλυφθεί η κατ' υπεξαίρεση ανάληψη μετρητών εκ μέρους του ταμία, ώστε να επιτυγχάνεται εικονική συμφωνία ημέρας του ταμείου.

Την ως άνω δε παράλειψή του, που συνιστά μη συμμόρφωσή του προς το υπηρεσιακό του καθήκον, εξωδίκως αποδέχθηκε ο ενάγων, αφού παραδέχθηκε ότι τα φύλλα ταμείου ελέγχονταν μόνον όταν παρατηρούνταν χρηματικές διαφορές στο κλείσιμο και στη συμφωνία του ταμείου, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι μόνο το λογιστικό κλείσιμο του ταμείου δεν εξασφαλίζει τον ουσιαστικό έλεγχο, προς αποφυγή οικονομικών ατασθαλιών (β) δεν διενεργούσε τους απαραίτητους τακτικούς και περιοδικούς ελέγχους, ώστε να επιβλέπει την συμμόρφωση των υφισταμένων του με τις εγκυκλίους και τους κανονισμούς της εναγομένης, επιπλέον δεν έλεγχε και δεν θεωρούσε τα παραστατικά, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν σε αντιλογισμούς ή ακυρώσεις ημερολογιακών εγγραφών, καθήκοντα που κατά τα προεκτεθέντα ανήκαν στις ελεγκτικές του αρμοδιότητες ως Υποδιευθυντή του καταστήματος της ...

της εναγομένης, αν δε διενεργούσε τον λειτουργικό του έλεγχο και συμμορφωνόταν με το υπηρεσιακό του καθήκον, ευχερώς, λόγω της εμπειρίας του, θα αντιλαμβανόταν ότι ο ταμίας της εναγομένης προέβαινε σε τραπεζικές εργασίες ταμείου που υπερέβαιναν τα εγκριτικά όρια, χωρίς να λαμβάνει έγγραφη θεώρηση απ' αυτόν και η διαπίστωση αυτή θα του δημιουργούσε αμέσως βάσιμες υποψίες για την παράνομη δραστηριότητα του ταμία.

Ο ενάγων ήταν ανώτερος υπάλληλος της εναγομένης, διέθετε μεγάλη εμπειρία στις τραπεζικές εργασίες και είχε πολύ καλές γνώσεις της τραπεζικής πρακτικής και μπορούσε να προβλέψει ότι οι υπηρεσιακές του παραλείψεις ήταν δυνατόν να δώσουν στον υφιστάμενό του την ευκαιρία να τελέσει παράνομες πράξεις σε βάρος τόσο της τράπεζας, όσο και των καταθετών της.

Οι ως άνω υπηρεσιακές παραλείψεις του ενάγοντος, τις οποίες, μαζί με παράλληλες παραλείψεις και άλλων υπαλλήλων της εναγομένης, εκμεταλλεύθηκε ο ταμίας της εναγομένης στο κατάστημα της ..., διαπιστώθηκαν κατά τον διενεργηθέντα έλεγχο και καταγράφονται στο σχετικό πόρισμα που συνέταξαν οι επιθεωρητές της εναγομένης, μετά από έλεγχο που διενήργησαν, ενώ το κενό ασφαλείας του ηλεκτρονικού συστήματος συναλλαγών της εναγόμενης, που επέτρεπε την αλλαγή μετρητή γραμμής ενημέρωσης βιβλιαρίων, ασφαλώς και συντέλεσε στην συγκάλυψη της παράνομης δράσης του ταμία της εναγομένης, όμως, αν ο ενάγων τηρούσε τα υπηρεσιακά ελεγκτικά καθήκοντά του, θα είχε αποτραπεί η εκδήλωση της παράνομης συμπεριφοράς του εν λόγω ταμία.

Ακολούθως η εναγομένη προέβη την 15-11-2006 σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο σε υπαίτιες και σοβαρές παραβάσεις των συμβατικών του υποχρεώσεων και καθηκόντων, ενδεικτικά δε στο έγγραφο της καταγγελίας ως τέτοιες αναφέρθηκαν η παράλειψη ελέγχου της ημερήσιας συμφωνίας του καταστήματος, η παράλειψη διενέργειας τακτικών και περιοδικών ελέγχων με σκοπό την εξασφάλιση της τήρησης των διαδικασιών και κανονισμών της τράπεζας, η παράλειψη χειρόγραφης θεώρησης των παραστατικών κινήσεων αλλά και η παροχή βεβαιώσεων υπολοίπων καταθέσεων προς "διευκόλυνση" πελατών, χωρίς την έγκριση της Περιφερειακής Διεύθυνσης.

Οι παραπάνω αντισυμβατικές και αντικανονικές παραλείψεις και ενέργειες, στις οποίες προέβη ο ενάγων, εκμεταλλευόμενος την θέση εργασίας που του εμπιστεύθηκε η εναγομένη, αποτελούν αντικειμενικούς λόγους, οι οποίοι αποτρέπουν την τελευταία να εμπιστευτεί τον ενάγοντα σε οποιαδήποτε άλλη τραπεζική εργασία, αφού δεν αρμόζουν σε ανώτερο τραπεζικό στέλεχος και κλονίζουν το κύρος της ενάγουσας και την αξιοπιστία της ως μεγάλου χρηματοπιστωτικού οργανισμού, που έχει την δυνατότητα να προστατεύει τα συμφέροντα των πελατών της, τουλάχιστον από πράξεις των υπαλλήλων της, με την δημιουργία και την ορθή λειτουργία μηχανισμού ελέγχου της δράσης τους και ως εκ τούτων υφίσταται σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος από την εναγομένη.

Η ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, καίτοι διαπιστώθηκαν υπηρεσιακές παραλείψεις και άλλων υπαλλήλων της εναγομένης, η σύμβαση αυτών δεν καταγγέλθηκε, καθόσον η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν αφορά θέματα καταγγελίας, ότι η προαναφερόμενη καταγγελία δεν ελέγχεται ως καταχρηστική, αφού, ενόψει της βαρύτητας της παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του ενάγοντος, δικαιολογημένα κλονίσθηκε η εμπιστοσύνη της εναγομένης στο πρόσωπό του, διαταράχθηκε η ομαλή συνεργασία τους, που δεν μπορούσε με άλλο τρόπο να αποκατασταθεί και κατέστη μη επιθυμητή από την εναγομένη η συνέχιση της συνεργασίας τους και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αξιωθεί, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη από την εναγομένη, η διατήρησή του στην υπηρεσία της, λόγω της κλονισμένης πλέον εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του και ως εκ τούτων ήταν αναγκαία η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ενώ, μετά την παραδοχή της υπάρξεως σπουδαίου λόγου δικαιολογούντος την καταγγελία, εκ προοιμίου καθίσταται μη αρκετή η λήψη, αντί της καταγγελίας, ηπιότερων μέτρων κατά του ενάγοντος και ειδικότερα η επιβολή κάποιας αυστηρής πειθαρχικής ποινής ή ο υποβιβασμός του, δεδομένου ότι η εργασιακή σχέση των διαδίκων δεν μπορούσε να λειτουργήσει ομαλά, ενώ το ληφθέν από την εναγομένη μέτρο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας δεν τελεί σε δυσαναλογία σε σχέση με την περιγραφείσα συμπεριφορά του ενάγοντος κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, ούτε η επελθούσα, συνεπεία των υπηρεσιακών του παραβάσεων, έλλειψη εμπιστοσύνης μπορούσε να αποκατασταθεί με οποιοδήποτε άλλο μέτρο, ηπιότερο αυτού της απόλυσης, λαμβανομένου προς τούτο υπόψη ότι η ύπαρξη εμπιστοσύνης στο ευαίσθητο τραπεζικό περιβάλλον αποτελεί άνευ ετέρου προϋπόθεση για την παροχή υπηρεσιών σε οποιαδήποτε θέση.

Επιπλέον, η συμπεριφορά της εναγομένης δεν μπορεί να ελεγχθεί ως καταχρηστική, λόγω παράλειψης της πειθαρχικής διαδικασίας σε βάρος του ενάγοντος, καθόσον τούτο αφενός μεν εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια της εναγομένης, αλλά κυρίως δεν μπορεί να αποκλεισθεί το δικαίωμα της εναγομένης να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας των μισθωτών της για σπουδαίο λόγο, χωρίς να προσφύγει στην πειθαρχική διαδικασία, αφού ο λόγος αυτός της καταγγελίας είναι αυτοτελής και ανεξάρτητος από τον λόγο λύσης της σύμβασης, συνεπεία πειθαρχικού παραπτώματος, σημειουμένου ότι στον κανονισμό εργασίας της εναγομένης δεν προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής οριστικής παύσης, ως πειθαρχικής ποινής και ως εκ τούτων η καταγγελία της σύμβασης εργασίας εν προκειμένω αρμόζει λόγω της βαρύτητας των υπηρεσιακών παραβάσεων του ενάγοντος.

Περαιτέρω δε, το γεγονός ότι ο ενάγων μέχρι την διαπίστωση των ανωτέρω περιστατικών δεν είχε απασχολήσει άλλη φορά την εναγομένη και ήταν ικανός υπάλληλος με πολυετή εμπειρία, δεν μπορεί να μετριάσει την σοβαρότητα των πράξεών του και να αναιρέσει τον κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγομένης Τράπεζας προς το πρόσωπό του και ως εκ τούτου δεν προσδίδει καταχρηστικότητα στην γενομένη καταγγελία, ενώ δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος, που προβάλλεται προς επιστήριξη της καταχρηστικότητας, ότι αυτός αποκάλυψε την παράνομη δράση του ταμία της τράπεζας, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, αυτός επί σειρά ετών δρούσε ανενόχλητος, εκμεταλλευόμενος και τις υπηρεσιακές παραλείψεις του ενάγοντος και η τέλεση των κακουργηματικών πράξεων αποκαλύφθηκε όταν αυτός ηθελημένα απουσίασε από το ταμείο και ο ενάγων απλώς ενημέρωσε τις προϊστάμενες αρχές του για όσα διαπίστωσε κατά την συναλλαγή πελάτη της τράπεζας.

Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός ότι από τις παραπάνω ενέργειες του ενάγοντος δεν επήλθε, ως ισχυρίζεται, καμία ουσιαστική οικονομική ζημία στην εναγομένη τράπεζα, δεδομένου ότι ο σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υφίσταται, ανεξαρτήτως ζημίας του εργοδότη και ο κλονισμός της εμπιστοσύνης επέρχεται ανεξάρτητα από το αν προκλήθηκε ζημία στην εναγομένη, που σε κάθε δε περίπτωση εθίγη η φήμη της ως χρηματοπιστωτικού οργανισμού, ενώ η παρέλευση επτά μηνών από την διαπίστωση των αποτελουσών τον σπουδαίο λόγο παραβάσεων των υπηρεσιακών του καθηκόντων μέχρι την καταγγελία, δεν αποτελεί ικανό χρονικό διάστημα, ώστε να του δημιουργηθεί ευλόγως η πεποίθηση ότι η εναγομένη δεν θα προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, λαμβανομένου προς τούτο υπόψη ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από την διαπίστωση των υπηρεσιακών παραβάσεων του ενάγοντος μέχρι την απόλυσή του, αφενός δικαιολογείται εξαιτίας της πλοκής της υπόθεσης, αφετέρου είναι συνήθης και εύλογος για εργοδότες, όπως η εναγομένη, δεδομένου ότι για την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας μεσολαβούν διάφορες υπηρεσίες της και τηρούνται γραφειοκρατικές διαδικασίες.

Τα επικαλούμενα από τον ενάγοντα με την έφεση (στο Εφετείο) νέα περιστατικά προς επιστήριξη της καταχρηστικότητας της απόλυσής του, περί εμπάθειας στο πρόσωπό του εκ μέρους της εναγομένης και περί επιλογής του ως απολυτέου λόγω του εργασιακού του κόστους, απαράδεκτα προβλήθηκαν , αφού με την αγωγή του δεν επικαλέσθηκε τα περιστατικά αυτά, που συνιστούν αυτοτελείς λόγους καταχρηστικότητας της ένδικης καταγγελίας.

Η εναγομένη απέλυσε τον ενάγοντα, μολονότι το αρμόδιο πειθαρχικό της συμβούλιο δεν είχε προηγουμένως βεβαιώσει το λόγο της απόλυσής του, όπως όριζε το άρθρο 26 παρ.2γ εδάφιο β της από 18-5-1982 συλλογικής σύμβασης εργασίας Οργανισμού Τραπέζης ... (ΦΕΚ 344/Β/04.06.1982). Η παράλειψη, όμως, αυτή, δεν καθιστά άκυρη την καταγγελία, επειδή η προηγούμενη απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου της εναγομένης είχε απλώς γνωμοδοτικό χαρακτήρα και συνεπώς δεν μπορούσε να την δεσμεύσει, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι η εργοδότρια επιθυμούσε να μη συνεχισθεί η λειτουργία της εργασιακής της σύμβασης με τον ενάγοντα.

Σημειώνεται ότι από το άρθρο 26 παρ.2γ εδ.β του από 18.05.1982 εσωτερικού κανονισμού εργασίας πρόσθετοι λόγοι ακυρότητας της καταγγελίας, που συνίστανται στο ότι η μη τήρηση της εν λόγω διατάξεως από την εναγόμενη αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, στην αρχή της αναλογικότητας και στην υποχρέωσή της να αιτιολογήσει την καταγγελία απαραδέκτως προβάλλονται το πρώτον με την έφεση, αφού με την αγωγή δεν προβλήθηκαν τέτοιοι λόγοι ακυρότητας.

Σε κάθε περίπτωση η ρύθμιση του άρθρου 26§2 περ. γ' του εν λόγω κανονισμού, δεν τέθηκε κατά περιορισμό ή αποκλεισμό του δικαιώματος καταγγελίας για σπουδαίο λόγο από το άρθρο 672 Α.Κ, ώστε η μη τήρησή του να ελέγχεται ως καταχρηστική και ως παραβιάζουσα την αρχή της αναλογικότητας, ενώ λόγω του ότι η προηγούμενη απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου αποτελεί απλή γνωμοδότηση, μη υποχρεωτική μάλιστα, δεν εισάγεται εξαιρετική ρύθμιση αιτιολόγησης της καταγγελίας.

Ο ενάγων κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του και προσκόμισε προς υποστήριξη του ισχυρισμού του για την μη συνδρομή σπουδαίου λόγου απόλυσης κλπ μεταξύ των άλλων- τα έγγραφα με τίτλο "Ελεγκτικές καταστάσεις καταστήματος" και "Ροή Εργασιών- ταμείο"., πλην από τα έγγραφα αυτά δεν αναιρείται η ευθύνη του ενάγοντος ο οποίος, δεν ασκησε σωστα την εποπτική δραστηριότητα, και δη ούτε ήλεγχε ούτε υπέγραφε τα ημερήσια φύλλα ταμείου, παράλειψη η οποία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο πόρισμα ελέγχου "συνέτεινε τα μέγιστα και καθοριστικά στην παροχή "ευχέρειας" στον ταμία του καταστήματος Μ.

Δ. να διαπράττει κατά συρροή υπεξαιρέσεις, αλλοιώνοντας μεθοδικά την ανάλυση μετρητών του ταμείου (συμφωνία μετρητών)". Σημειώνεται δε ότι οι ελεγκτικές καταστάσεις καταστήματος εκτυπώνονται από τον κεντρικό υπολογιστή του καταστήματος και εμφανίζουν αναλυτικά ή συγκεντρωτικά στοιχεία συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου και τα στελέχη που πρωτογενώς εκτέλεσαν τις συναλλαγές αυτές (ημέρας, εβδομάδας ή μήνα) για την ορθότερη και πληρέστερη πληροφόρηση του καταστήματος και δεν αποτυπώνονται στις καταστάσεις αυτές, ούτε άλλωστε μπορούν να αποτυπωθούν, τα καθήκοντα με τα οποία είναι επιφορτισμένος ο κάθε υπάλληλος και πολύ περισσότερο τα ελεγκτικά και εποπτικά καθήκοντα του Υποδιευθυντή.

Αυτά προκύπτουν από τις σχετικές εγκυκλίους της Τράπεζας.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 672,174,180. 281, 288, 361 ΑΚ, 5 του ν. 2112/1920, 7 του ν. 3198 /1955 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος καθώς και της επέχουσας ισχύος νόμου από 18-5-1982 Ειδικής Σ.Σ.Ε.

του προσωπικού της Τράπεζας ... (Εσωτερικός Κανονισμός Εργασίας), η οποία εγκρίθηκε με την με αριθ. 16247/2-6-1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. 344/4- 6-1982 τευχ. Β'), ούτε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται παραπάνω συνιστούν, κατ' αντικειμενική κρίση, σπουδαίο για την εναγόμενη λόγο καταγγελίας της μεταξύ αυτής και του ενάγοντος σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία δεν υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από το άρθ.281 ΑΚ όρια και στην οποία είχε δικαίωμα να προβεί, χωρίς να τηρήσει την προβλεπομένη από τον Κανονισμό πειθαρχική διαδικασία και δη χωρίς να προηγηθεί η διαπίστωση ύπαρξης σπουδαίου λόγου από το αρμόδιο συμβούλιο, ενώ το ληφθέν απ' αυτήν μέτρο (καταγγελία) δεν τελεί σε δυσαναλογία σε σχέση με την συμπεριφορά του ενάγοντος, ώστε η εναγομένη να είναι υποχρεωμένη να χρησιμοποιήσει, αντί της καταγγελίας, ηπιότερα μέτρα.

Η ύπαρξη των επικαλουμένων οικονομικών και οικογενειακών υποχρεώσεων του ενάγοντος δεν ασκούν οποιαδήποτε επιρροή στην εγκυρότητα της καταγγελίας, λαμβανομένης υπόψη της βαρύτητας της υπηρεσιακών παραλείψεων του ενάγοντος, που κατά τα προεκτεθέντα επέφερε τον κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγόμενης προς το πρόσωπό του.

Κατ' ακολουθία αυτών, οι αντίθετες αιτιάσεις, που προβάλει με τους λόγους της έφεσής του ο εκκαλών (ενάγων) είναι αβάσιμες.

Τα δικαστικά έξοδα| της εναγόμενης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ενάγοντος, λόγω της ήττας του στη δίκη (άρθρα 106,176, 183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, ενώ το υποβληθέν αίτημα του εκκαλούντος περί επιβολής σε βάρος της εφεσιβλήτου ποινής τάξεως εκ του άρθρου 205 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, αφού η δίκη εκ μέρους της εναγόμενης δεν διεξήχθη παρελκυστικά, ούτε αυτή παρέβη το καθήκον αλήθειας, αλλά διατύπωσε ισχυρισμούς αναγκαίους για την υπεράσπισή της.

Περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρω, πρέπει ν'απορριφθεί η ασκηθείσα πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση. Σε βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δεν θα επιβληθούν δικαστικά έξοδα, διότι η αναιρεσίβλητη δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερες δαπάνες προς αντίκρουση της παρέμβασης αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ωσεί παρούσας της προσθέτως υπέρ του ενάγοντος παρεμβαίνουσας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Δέχεται τυπικά την έφεση.

Απορρίπτει αυτήν κατ'ουσίαν.

Απορρίπτει την πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος - ενάγοντος παρέμβαση.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος ενάγοντος τα δικαστικά έξοδα της εναγόμενης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα κατά την 21 Ιουνίου 2019

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 18 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ