Supreme Court dismisses appeal on abuse of rights claim regarding TV station's refusal to pay journalist salary.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a TV station against a lower court ruling that rejected its claim of abusive litigation. The station argued that its refusal to pay a journalist's salary was justified by the journalist's failure to file a complaint with the relevant authority and the severe financial consequences of paying the debt. The court held that these factual circumstances did not legally constitute an abuse of rights under the Civil Code, as the journalist had no prior complaints or wage claims against the station.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para.3 of Law 2328/1995; Art. 281 of the Civil Code: A refusal to pay wages based on the employee's failure to file a complaint with the relevant authority does not constitute an abuse of rights if no prior complaints or wage claims were maintained.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1164 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1164/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... AE", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευθυμίας Τασιούλα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 3815/31-7-2013. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 904/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 150/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-7-2016 και με αριθμό κατάθεσης 650/15-7-2016 αίτησή της, της οποίας η συζήτηση είχε ματαιωθεί κατά την αρχική δικάσιμο της 19-9-2017 και επαναφέρεται με την από 23-10-2017 κλήση της αναιρεσείουσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά το άρθρο 1 παρ.3 του ν. 2328/1995, οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί της παρ.1 διακρίνονται σε τρεις (3) κατηγορίες: α) σε σταθμούς εθνικής εμβέλειας που καλύπτουν το σύνολο της επικράτειας, β) σε σταθμούς περιφερειακής εμβέλειας που καλύπτουν ευρύτερο γεωγραφικό διαμέρισμα, το οποίο οριοθετείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Τύπου και ΜΜΕ και γ) σε σταθμούς τοπικής εμβέλειας που καλύπτουν τον αντίστοιχο νομό ή περισσότερους προσδιορισμένους όμορους νομούς.
Ως ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός εθνικής εμβέλειας, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ.3 α' του ως άνω ν. 2328/1995, νοείται εκείνος που έχει λάβει άδεια της κατηγορίας αυτής και μπορεί αυτοδυνάμως να καλύπτει με τηλεοπτικά σήματα ολόκληρη την επικράτεια, ενώ αν ο σταθμός δεν έχει τέτοια άδεια, θεωρείται ως εθνικής εμβέλειας, εφόσον απλώς καλύπτει με ίδια μέσα, δηλαδή χωρίς την παρεμβολή σταθμών που ανήκουν σε τρίτους, ολόκληρη την επικράτεια (ΑΠ 256/2008).
Ακόμη, κατά το τελευταίο εδάφιο της περ. α' της παρ.3 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου (2328/1995), σταθμοί εθνικής εμβέλειας θεωρούνται και οι τηλεοπτικοί σταθμοί που εκπέμπουν το σήμα τους μέσω δορυφόρου, σύμφωνα με το εδάφιο α' της παραγράφου 2. Κατά την τελευταία διάταξη, η άδεια ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας αφορά ασύρματη εκπομπή σε ορισμένο ή ορισμένους διαύλους ραδιοσυχνοτήτων, μέσω επίγειων πομπών ή μέσω δορυφόρων της κατηγορίας απευθείας εκπομπής προς το κοινό ή σταθερής δορυφορικής υπηρεσίας, εφόσον η ανοδική δέσμη μεταδίδεται από την Ελλάδα απευθείας προς το δορυφόρο ή με τη μεσολάβηση προηγούμενης φάσης μεταφοράς του σήματος με οποιαδήποτε τεχνική μέθοδο ή χρησιμοποιείται δυναμικό δορυφόρου που ανήκει στην Ελλάδα ή την εκμετάλλευσή του ολική ή μερική έχει η Ελλάδα, μέσω της αρμόδιας για το ζήτημα αυτό αρχής ή του αρμόδιου φορέα. 2.
Περαιτέρω, με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3166/2003, η παράγραφος 23 του άρθρου 1 του ν. 2328/1995 αντικαταστάθηκε ως εξής: "23. Οι επιχειρήσεις στις οποίες χορηγείται άδεια ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού ελεύθερης λήψης, υποχρεούνται να συνάπτουν, είτε οι ίδιες απευθείας είτε ο συλλογικός φορέας στον οποίο συμμετέχουν, συλλογικές συμβάσεις εργασίας με το κάθε είδους απασχολούμενο σε αυτές προσωπικό.
Εάν οι ανωτέρω συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεν υπογραφούν, θα ισχύουν, για το προσωπικό που εκτελεί δημοσιογραφική εργασία, οι αντίστοιχες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που συνάπτει η Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών με την Ένωση Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών. Αντιστοίχως, για το τεχνικό, διοικητικό και λοιπό προσωπικό θα ισχύουν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που εφαρμόζονται για το προσωπικό που ασκεί ομοειδή ή παρεμφερή εργασία σε άλλες επιχειρήσεις με συναφές αντικείμενο, όπως αυτές καθορίζονται κάθε φορά με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Τύπου και ΜΜΕ, που εκδίδεται εντός του πρώτου εξαμήνου κάθε έτους".
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι, μετά την ισχύ του ν. 3166/2003, δηλαδή από 2-7-2003, ο προσδιορισμός των αποδοχών του προσωπικού που εκτελεί δημοσιογραφική εργασία στις προαναφερόμενες επιχειρήσεις, καθορίζεται με βάση τις αντίστοιχες συλλογικές συμβάσεις που συνάπτει η Ένωση Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών με την Ένωση Ιδιοκτητών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών, εφόσον δεν έχουν υπογραφεί οι αντίστοιχες συλλογικές συμβάσεις των ως άνω επιχειρήσεων είτε από τις ίδιες είτε από το συλλογικό φορέα στον οποίο συμμετέχουν.
3.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/ 2016).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον, να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλμα που αναφέρεται στο λόγο αυτό. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες και η μία από αυτές δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης ή προσβάλλεται ανεπιτυχώς, ο λόγος αναίρεσης που προσβάλλει την άλλη αιτιολογία είναι αλυσιτελής (ΑΠ 1023/2015, ΑΠ 528/ 2014).
4.Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 150/2016 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, που καταρτίσθηκε την 7-4-2003 μεταξύ των διαδίκων, η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) προσέλαβε τον ενάγοντα δημοσιογράφο (ήδη αναιρεσίβλητο) για να εργασθεί στον τηλεοπτικό σταθμό "... (πρώην ...) ως αθλητικός συντάκτης στίβου, με πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία από Δευτέρα έως και Παρασκευή και επί τετράωρο ημερησίως, από ώρα 16:00 έως 20:00.
Ότι ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του υπό τους ανωτέρω όρους μέχρι την 16-3-2007, οπότε συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, με πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία από Δευτέρα έως και Παρασκευή και επί οκτάωρο ημερησίως, έναντι συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού 740,71 ευρώ, ο οποίος στη συνέχεια αναπροσαρμόσθηκε στο ποσό των 838 ευρώ.
Ότι, σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι την 4-7-2013, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας και τον απέλυσε. Ότι, πιο συγκεκριμένα, μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2004 είχε την επιμέλεια και παρουσίαση στον ανωτέρω τηλεοπτικό σταθμό της ωριαίας εκπομπής "Αθήνα 2004" και ακολούθως μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2009 είχε την επιμέλεια και παρουσίαση στον ίδιο τηλεοπτικό σταθμό της εκπομπής "αθλητική πανδαισία", ενώ παράλληλα έκανε ρεπορτάζ και προσέφερε στο σταθμό ειδήσεις, γεγονότα και σχόλια για τα αθλήματα στίβου.
Ότι συμμετείχε ως δημοσιογράφος σε πολλές αθλητικές εκδηλώσεις και στις σημαντικότερες αθλητικές διοργανώσεις και πρωταθλήματα στον τομέα τον αθλημάτων στίβου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, απεσταλμένος και με δαπάνες είτε της εναγομένης, είτε άλλων διεθνών αθλητικών οργανισμών στους οποίους συμμετείχε, παρουσιάζοντας τις ειδήσεις από τις εκδηλώσεις και διοργανώσεις αυτές στο σταθμό της εναγομένης και εφοδιάζοντας αυτόν με τη σχετική ενημέρωση του τομέα της απασχόλησής του.
Ότι ο ενάγων, κατά το χρονικό διάστημα εργασίας του στην εναγομένη, ήταν ασφαλισμένος στο Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ΕΤΑΠ-ΜΜΕ), πλην όμως δεν είχε εξαρχής την ιδιότητα του μέλους της Ένωσης Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ), την οποία απέκτησε την 4-12-2012. Ότι η εναγομένη την 4-7-2013 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, τηρώντας τον έγγραφο τύπο και καταβάλλοντας σε αυτόν το ποσό των 5.866 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης.
Ότι με την 19230/Ε/10-9-1993 απόφαση του τότε Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, είχε χορηγηθεί στην εναγομένη προσωρινή άδεια λειτουργίας σταθμού τοπικής εμβέλειας για την περιφέρεια του νομού Αττικής. Ότι το έτος 1998 και αμέσως μετά την προκήρυξη αδειών τηλεοπτικών σταθμών εθνικής εμβέλειας, ο ως άνω τηλεοπτικός σταθμός υπέβαλε στο αρμόδιο Υπουργείο Τύπου και ΜΜΕ εμπρόθεσμη αίτηση, με πλήρη φάκελο δικαιολογητικών, για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού εθνικής εμβέλειας, η οποία έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../3-3-1998.
Ότι από τότε λειτουργούσε και εξέπεμπε ως τηλεοπτικός σταθμός εθνικής εμβέλειας, καλύπτοντας με δικά του αποκλειστικά μέσα, χωρίς δηλαδή την παρεμβολή σταθμών τρίτων, ολόκληρη την επικράτεια. Ότι, επειδή εξέπεμπε πανελληνίως μολονότι δεν διέθετε άδεια εθνικής εμβέλειας, με την ...-2-2006 απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), επιβλήθηκε στο σταθμό, ως διοικητική κύρωση, χρηματικό πρόστιμο 20.000 ευρώ.
Ότι κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας την από 7-3-2006 αίτηση- προσφυγή της, στην οποία ανέφερε ότι, από την υποβολή της ως άνω .../3-3-1998 αίτησης και εφεξής λειτουργούσε και εξέπεμπε ως τηλεοπτικός σταθμός εθνικής εμβέλειας. Ότι επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η 2484/2012 απόφαση του ΣτΕ, με την οποία ακυρώθηκε η πιο πάνω ...-2-2006 απόφαση του ΕΣΡ και παραπέμφθηκε η υπόθεση στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων.
Ότι το γεγονός ότι ο τηλεοπτικός σταθμός της εναγομένης εξέπεμπε και εκτός του νομού Αττικής, αν και κατείχε άδεια τοπικής εμβέλειας, έγινε δεκτό και με την ...-5-2013 απόφαση του ΕΣΡ, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 28-11-2012 αίτηση της εναγομένης και είχε εγκριθεί η μετάδοση του αναλογικού προγράμματος του σταθμού της ("...) από το κέντρο εκπομπής ...
Θεσσαλονίκης με ψηφιακή τεχνολογία. Ότι κατά της ως άνω ...-5-2013 απόφασης, άσκησε αίτηση ανάκλησης η Ένωση Ιδιωτικών Τηλεοπτικών Σταθμών Εθνικής Εμβέλειας (ΕΙΤΗΣΕΕ), επί της οποίας εκδόθηκε η ...-9-2013 απόφαση του ΕΣΡ, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω αίτηση, διότι κρίθηκε ότι ο επίμαχος σταθμός, αν και είχε άδεια τοπικής εμβέλειας, εξέπεμπε και εκτός Αττικής και ότι η από υπαιτιότητα της Διοίκησης δημιουργηθείσα κατάσταση είχε ως αποτέλεσμα την εύλογη πεποίθηση του φορέα περί της νόμιμης εκπομπής του και εκτός του νομού Αττικής.
Ότι η τελική έγκριση του ΕΣΡ και ο χαρακτηρισμός του τηλεοπτικού σταθμού της εναγομένης ως εθνικής εμβέλειας πραγματοποιήθηκε με τη δημοσίευση της ως άνω ...-9-2013 απόφασης του ΕΣΡ. Ότι, συνεπώς, εφόσον ο εν λόγω τηλεοπτικός σταθμός κάλυπτε αυτοδυνάμως με δικά του αποκλειστικά μέσα, χωρίς δηλαδή παρεμβολή σταθμών που ανήκουν σε τρίτους, ολόκληρη την επικράτεια, κατά το χρονικό διάστημα τουλάχιστον από 3-3-1998 έως 16-9-2013 (που έλαβε επίσημα τη σχετική έγκριση), θεωρείται κατά το ένδικο χρονικό διάστημα (από 1-1-2008 έως 30-6-2013), ως τηλεοπτικός σταθμός εθνικής εμβέλειας.
Ότι, επιπλέον, θεωρείται, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, ως εθνικής εμβέλειας και για το λόγο ότι εξέπεμπε το σήμα του και μέσω δορυφόρου (άρθρο 1 παρ.2 α' και 3 α' του ν. 2328/1995), όπως ειδικότερα προκύπτει από την με ημερομηνία 1-7-2004 σύμβαση για παροχή υπηρεσιών δορυφορικής ψηφιακής τηλεοπτικής μετάδοσης, μεταξύ της εταιρίας "...
ΑΕ" και της εναγομένης, καθώς και τη συνημμένη 103/ 2006 τροποποιητική αυτής σύμβαση παροχής υπηρεσιών δορυφορικής ψηφιακής τηλεοπτικής μετάδοσης, μεταξύ της εταιρίας "..." και της εναγομένης. Ότι ειδικότερα η δορυφορική μετάδοση του προγράμματος του σταθμού γινόταν μέσω σταθερής δορυφορικής υπηρεσίας, με την ανοδική δέσμη να μεταδίδεται από την Ελλάδα απευθείας προς το δορυφόρο και δη μέσω των δορυφόρων αρχικά "..." και στη συνέχεια "... -2".
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι ο ανωτέρω τηλεοπτικός σταθμός της εναγομένης, στον οποίο παρείχε τις υπηρεσίες του ο ενάγων ως δημοσιογράφος αθλημάτων στίβου, θεωρείται, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, ως εθνικής εμβέλειας, διότι κάλυπτε αυτοδυνάμως με δικά του αποκλειστικά μέσα, χωρίς την παρεμβολή σταθμών που ανήκαν σε τρίτους, ολόκληρη την επικράτεια, αλλά και διότι εξέπεμπε το σήμα του και μέσω δορυφόρου και συνεπώς για τον υπολογισμό των αιτούμενων από τον ενάγοντα διαφορών αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωσης απόλυσης έχουν εφαρμογή οι από 13-6-2006 και 10-9-2008 ΣΣΕ, που είχαν συναφθεί μεταξύ της Ένωσης Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ) και της Ένωσης Ιδιωτικών Τηλεοπτικών Σταθμών Εθνικής Εμβέλειας (ΕΙΤΗΣΕΕ), "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των δημοσιογράφων μελών της ΕΣΗΕΑ, που απασχολούνται σε τηλεοπτικούς σταθμούς μέλη της ΕΙΤΗΣΕΕ", εκ των οποίων η πρώτη κηρύχθηκε υποχρεωτική από 20-6-2006 με την 11921/7-7-2006 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β' 966/20-7-2006) και ισχύει από 1-1-2006 έως 31-12-2007, η δε δεύτερη κηρύχθηκε υποχρεωτική από 12-9-2008 με την 63677/2980/15-9-2008 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β' 1928/18-9-2008) και ισχύει από 1-1-2008 έως 31-12-2009.
Ακολούθως, αφού δέχθηκε εσφαλμένη εφαρμογή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ως άνω από 10-9-2008 ΣΣΕ για το πριν την κήρυξή της ως υποχρεωτικής χρονικό διάστημα (από 1-1-2008 έως 12-9-2008), κατά το οποίο τυγχάνει εφαρμογής η προηγούμενη από 13-6-2006 ΣΣΕ, κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία κατά παραδοχή της αγωγής είχε επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 80.081 ευρώ και, αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή, τη δέχθηκε εν μέρει και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 79.297,73 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις. 5.
Με την κρίση αυτή το Εφετείο, δεχόμενο ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ο τηλεοπτικός σταθμός της εναγομένης ήταν εθνικής (πανελλήνιας) εμβέλειας, διότι αφ' ενός κάλυπτε αυτοδυνάμως, με δικά του αποκλειστικά μέσα, χωρίς την παρεμβολή σταθμών που ανήκουν σε τρίτους, ολόκληρη την επικράτεια και αφ' ετέρου εξέπεμπε το σήμα του μέσω δορυφόρου και εφαρμόζοντας στην περίπτωση του ενάγοντος τις ως άνω ΣΣΕ που είχε συνάψει ο συλλογικός φορέας (ΕΙΤΗΣΕΕ) με την ΕΣΗΕΑ, των οποίων οι διάδικοι θα μπορούσαν να είναι μέλη, αντίστοιχα, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ανωτέρω αναφερόμενες (αρ.1 και 2) ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο λοιπές αιτιάσεις ότι ο τηλεοπτικός σταθμός ιδιοκτησίας της εναγομένης καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος μετέδιδε πρόγραμμα εντός του νομού Αττικής και ότι ήταν τοπικής εμβέλειας και όχι εθνικής εμβέλειας, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν τη γενόμενη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΚΠολΔ 561 παρ.1).
6.Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν για να καταστήσει καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος.
Αν, όμως, η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας τη στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται από την επιχειρούμενη ανατροπή αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις, στην περίπτωση δε αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 8/2001).
Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων, στην περίπτωση κατά την οποία ευδοκιμήσει η επίδικη, δεν συνιστά καθεαυτή ειδική περίσταση, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της άσκησης του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.
Αν, όμως, συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξίωσης, στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο αυτής δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη (ΟλΑΠ 5/2011). 7.
Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη, για τη στοιχειοθέτηση της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, την οποία πρότεινε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και την επανέφερε ενώπιον του Εφετείου με το δεύτερο λόγο έφεσης, επικαλέστηκε τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ότι ο ενάγων με τις πράξεις και παραλείψεις του, επαναλαμβανόμενες στο τέλος κάθε μήνα, οπότε ελάμβανε χώρα η εκκαθάριση και πληρωμή των πάσης φύσεως αποδοχών του σε όλη τη διάρκεια της ισχύος της σύμβασης εργασίας του, στάση την οποία τήρησε μέχρι την άσκηση της αγωγής, δημιούργησε στα αρμόδια όργανα της εναγομένης τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι δεν διατηρούσε κατά της τελευταίας ουδεμία αξίωση από τη σύμβαση εργασίας του ή, αν υπήρχαν τέτοιες αξιώσεις, δεν επρόκειτο να τις ασκήσει.
Ότι τέτοιες ενέργειες του ενάγοντος, θεμελιωτικές της ως άνω πεποίθησή της, ήταν α) η παράλειψη εκ μέρους του επί σειρά ετών να υποβάλει οποιαδήποτε προφορική ή έγγραφη διαμαρτυρία για τη μη πληρωμή των αιτούμενων διαφορών αποδοχών, γεγονός το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να απολέσει τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από το έτος 2003 έως και 2007, λόγω παραγραφής, β) η ανεπιφύλακτη είσπραξη κάθε μήνα των οφειλόμενων πάσης φύσεως αποδοχών του και γ) η μη προσφυγή του στις αρμόδιες υπηρεσίες του ΣΕΠΕ, προκειμένου να διαμαρτυρηθεί για την ισχυριζόμενη παράλειψη της εναγομένης να τον αμείβει για την εργασία του με βάση τις ΣΣΕ των δημοσιογράφων- συντακτών, που εργάζονται στους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας.
Ότι ενόψει των ανωτέρω και της εξ αυτών δικαιολογημένης πεποίθησης ότι ο ενάγων δεν είχε κανένα παράπονο και ουδεμία μισθολογική αξίωση διατηρούσε σε βάρος της, διαμορφώθηκε μία πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας θα της προκαλέσει ιδιαίτερα επαχθείς οικονομικές συνέπειες, δεδομένου ότι θα δημιουργήσει δυσμενές προηγούμενο, αφού πιθανόν να εγερθούν συναφείς αγωγές και από άλλους εργαζομένους, που αμείβονταν με τον ίδιο καθεστώς όπως ο ενάγων, η δε επιχείρησή της σημειώνει καθοδική πορεία με σημαντικές ζημίες, που καθιστούν δυσχερή τη βιωσιμότητά της.
Ότι ήδη έχει αναγκασθεί να μειώσει το προσωπικό της κατά 10 άτομα και απασχολώντας τώρα 53 άτομα, κάνει φιλότιμες προσπάθειες για να επιβιώσει στη δύσκολη οικονομική κατάσταση της χώρας, η δε επιδίκαση των αγωγικών κονδυλίων θα της δημιουργήσει αφόρητα οικονομικά προβλήματα, που θα οδηγήσουν στο κλείσιμο της επιχείρησής της και τους 53 εργαζομένους στην ανεργία.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ως άνω ένσταση ως μη νόμιμη, με το σκεπτικό ότι τα ανωτέρω περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν επαρκούν από μόνα τους για τη νομική θεμελίωση της εν λόγω ένστασης και δεν καθιστούν καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος.
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, πράγματι, με βάση τα εκτιθέμενα, δεν στοιχειοθετείται η ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος προς διεκδίκηση μισθολογικών διαφορών και συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Αν ήθελε εκτιμηθεί ότι με τον πρώτο λόγο αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι με αυτόν βάλλεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έχει απορριφθεί η ως άνω ένσταση και ως ουσία αβάσιμη, είναι απαράδεκτος, διότι το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται επαρκώς με την αυτοτελή πρώτη αιτιολογία της απόρριψης της ένστασης ως μη νόμιμης.
8.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-7-2016 και με αριθμό κατάθεσης 650/15-7-2016 αίτηση για αναίρεση της 150/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Ιουνίου 2018. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ