Legislator Case Law & Legislation
1164/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the appellate court correctly ignored inadmissible evidence.

Case Number 1164/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a second-instance judgment, ruling that the appellate court did not err in disregarding certain sworn statements. The appellants argued that the appellate court failed to consider five sworn statements, but the court found that four were inadmissible as evidence. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the costs of the third respondent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 569(11γ) and 176 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to consider inadmissible evidence does not constitute a ground for appeal, and the appeal must be dismissed.

Keywords

AI generated
inadmissible evidence sworn statements appeal dismissal procedural error Code of Civil Procedure costs of litigation evidence admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 569(11γ) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1164 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1164/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μ. Τ., Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Ι. Των αναιρεσειόντων: Α. 1) Β. Α. Ρ., κατοίκου ..., 2) Ε. συζ. Β. Ρ., το γένος Γ. Κ., που δεν παραστάθηκε και 3) Κ. Γ. Κ., που δεν παραστάθηκε και Β. Α. Β. Ρ., κατοίκου ..., εκ των οποίων η υπό στοιχ. Β παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι α) ο 1ος υπό στοιχ. Α παρίσταται με την ίδια, β) η 2η των αναιρεσειόντων Ε. συζ. Β. Ρ., το γένος Γ. Κ. απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο νόμιμος κληρονόμος της, 1ος υπό στοιχ. Α ως άνω, που παρίσταται με την ίδια και γ) η 3η των αναιρεσειόντων Κ. Γ. Κ. απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η ίδια, ως νόμιμη κληρονόμος της και παρίσταται αυτοπροσώπως.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κατασκευαστικής κοινοπραξίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και των συναποτελούντων αυτή νομικών προσώπων α) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και β) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΤΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγόμενης κατασκευαστικής κοινοπραξίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και των συναποτελούντων αυτή νομικών προσώπων α) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΤΕ" και β) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΤΕ", 3) εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΒΕΕ", η οποία έχει μετονομασθεί σε "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) Α. Θ. Κ., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η, 2η και 4ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

ΙΙ. Των αναιρεσειόντων - καθ’ ων η κλήση: 1) Α. Β. Ρ., κατοίκου ... και 2) α. Β. Α. Ρ., κατοίκου ..., β. Ε. συζ. Β. Ρ., το γένος Γ. Κ., που δεν παραστάθηκε και γ. Κ. Γ. Κ., που δεν παραστάθηκε, εκ των οποίων η 1η παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι α) ο υπό στοιχ. 2α παρίσταται με την ίδια, β) η υπό στοιχ. 2β Ε. συζ. Β. Ρ., το γένος Γ. Κ. απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο νόμιμος κληρονόμος της υπό στοιχ. 2α Β. Α. Ρ., που παρίσταται με την ίδια και γ) η υπό στοιχ. 2γ Κ. Γ. Κ. απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η ίδια, ως νόμιμη κληρονόμος της και παρίσταται αυτοπροσώπως. Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", η οποία έχει ήδη μετονομασθεί σε "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ,

ΙΙΙ. Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", η οποία έχει ήδη μετονομασθεί σε "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ,

Των αναιρεσιβλήτων - καθ’ ων η κλήση: 1) Κατασκευαστικής κοινοπραξίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και των συναποτελούντων αυτή νομικών προσώπων α) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και β) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΤΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγόμενης κατασκευαστικής κοινοπραξίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και των συναποτελούντων αυτή νομικών προσώπων α) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΤΕ" και β) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΤΕ" και 3) Α. Θ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-11-2005 αγωγές α) του Β. Α. Ρ. και των ήδη αποβιωσασών Ε. συζ. Β. Ρ., το γένος Γ. Κ. και Κ. Γ. Κ. και β) της Α. Β. Ρ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις από 10-1-2007 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΤΕ".

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7120/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 210/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 31-3-2014 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 18-9-2015 κατά την οποία ματαιώθηκε.

Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με τις από 24-9-2015 και 2-6-2016 κλήσεις της καλούσας ("... ΑΒΕΕ").

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μ. Τ. διάβασε την από 9-9-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 31-3-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 210/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Η αναιρεσείουσα και πληρεξούσια του έτερου αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001, ΑΠ 1470/ 2003), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ’ αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.

β’ περ. β’ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998, ΑΠ 662/2006), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.

Συνήθως βέβαια η άσκηση απευθείας αναίρεσης, κατά παράλειψη της ανακοπής ερημοδικίας και ενώ διαρκεί η προθεσμία της (άρθρ. 503 ΚΠολΔ), υποδηλώνει σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας (άρθρ. 299 ΚΠολΔ), η οποία είναι επιτρεπτή και έγκυρη, εφόσον όμως ο υπογράφων το δικόγραφο της αναίρεσης έχει την ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, που απαιτεί το άρθρ. 98 περ.

β’ ΚΠολΔ (ΑΠ 12/2011, πρβλ. επίσης, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 658/2012, ΑΠ 1983/2006). Στην προκειμένη υπόθεση με την από 2-6-2016 κλήση της 3ης αναιρεσίβλητης επαναφέρεται για να συζητηθεί η κρινόμενη από 31-3-2014 (αρ. ...2014) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 210/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, ερήμην των και σήμερα απολειπομένων 1ης αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας και των συναποτελούντων αυτήν εταιρειών και του 4ου αναιρεσιβλήτου - εφεσίβλητων - εναγομένων, οι οποίοι δικάστηκαν σαν παρόντες κατ’ άρθρ. 524 παρ. 4 περ.

α’ ΚΠολΔ. Επομένως, κατόπιν αυτού πρέπει να ερευνηθεί εάν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους (1η και 4ο).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δημοσιεύτηκε στις 16-1-2014. Εξάλλου, από τις υπ’ αρ. .../4-3-2014 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Π. Α. και από την υπ’ αρ. ... /4-3-2014 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Βέροιας, Ε.

Α., τις οποίες προσκομίζουν με νόμιμη επίκληση οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κοινοποιήθηκε στους ερημοδικασθέντες στην κατ’ έφεση δίκη και απολειπόμενους σήμερα αναιρεσίβλητους, στις 4-3-2014. Από την επομένη ημέρα, 5-3-2014 άρχισε να τρέχει η 15ήμερη προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατ’ άρθρ. 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία έληξε στις 20-3-2014 χωρίς η απόφαση να προσβληθεί από αυτούς με το ανωτέρω ένδικο μέσο, όπως προκύπτει από το με αρ.

πρωτ. 20014/1-4-2014 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, περί μη άσκησης ένδικων μέσων κατά της ανωτέρω απόφασης, η οποία επομένως κατέστη πλέον τελεσίδικη και ως προς τους ερημοδικασθέντες ως άνω διαδίκους (1η αναιρεσίβλητη Κ/Ξ με τις συναποτελούσες αυτήν εταιρείες και 4ο αναιρεσίβλητο), απλούς ομοδίκους των λοιπών εφεσίβλητων και ήδη 2ης και 3ης αναιρεσίβλητης, οι οποίες είχαν παρασταθεί στην κατ’ έφεση δίκη, καθόσον η τελεσιδικία ερευνάται αυτοτελώς για κάθε απλό ομόδικο.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκείται παραδεκτά ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους και εμπρόθεσμα (άρθρ. 577 παρ. 1, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους κατ’ ιδίαν λόγους αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. περ. α’ , 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 711/2015, ΑΠ 1726/2013).

Στην προκειμένη υπόθεση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επιτρεπτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η 2η αρχική αναιρεσείουσα Ε. συζ. Β. Ρ., μητέρα του θύματος, αποβίωσε στις 9-12-2015 (βλ. την υπ’ αρ. 125/1/2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δ. Π. Καρδίτσας), δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Η ανωτέρω αναιρεσείουσα κληρονομήθηκε από τον 1ο αναιρεσείοντα, νόμιμο όσο αυτή ζούσε σύζυγό της, ως καθολικός εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής, με την υπ’ αρ. .../5-12-2015 δημόσια διαθήκη του συμ/φου Παλαμά, Π. Β., η οποία δημοσιεύθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας (βλ. τα υπ’ αρ. 768/2016 πρακτικά δημοσίευσης του ανωτέρω δικαστηρίου).

Επίσης η 3η αρχική αναιρεσείουσα Κ. Κ. αποβίωσε στις 29-12-2014 (βλ. την υπ’ αρ. .../2014 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δ. Π. Καρδίτσας), δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Η ανωτέρω 3η αρχική αναιρεσείουσα με την από 7-9-2014 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα και κατέστη κυρία με την υπ’ αρ. 26/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, εγκατέστησε ως καθολική κληρονόμο της την ήδη με στοιχείο Β’ κεφαλαίο αναιρεσείουσα, Α.

Ρ., ανηψιά της, θυγατέρα του 1ου αναιρεσείοντα και της 2ης (αρχικής) αναιρεσείουσας και αδελφή του θύματος. Οι ως άνω κληρονόμοι των αρχικών αναιρεσειόντων (2ης και 3ης) με δήλωση της Α. Ρ., η οποία παραστάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με την ιδιότητα της ως δικηγόρου και η οποία έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν στους αναιρεσιβλήτους το γεγονός του θανάτου των καθολικών δικαιοπαρόχων τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν γι’ αυτούς την βιαίως διακοπείσα δίκη.

Ο θάνατος, η συγγενική σχέση και η κληρονομική ιδιότητα, που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, τις διαθήκες, το υπ’ αρ. .../10-11-2016 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας για την αρχική 2η αναιρεσείουσα και τα υπ’ αρ. 231/6-4-2015 πρακτικά του ως άνω Δικαστηρίου, για την 3η αρχική αναιρεσείουσα.

Συνεπώς, νομίμως επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης για τον 1ο αναιρεσείοντα Β. Ρ. ως κληρονόμο της 2ης αρχικής αναιρεσείουσας, συζύγου του και για την υπό στοιχείο Β’ αναιρεσείουσα Α. Ρ. ως κληρονόμο της θείας της, αρχικής 3ης αναιρεσείουσας.

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

β’ και γ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 31-3-2014 (αρ. ...2014) αίτηση αναίρεσης της υπ’ αρ. 210/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (τακτική διαδικασία) είχε προσδιοριστεί για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αρχικά στη δικάσιμο της 18-9-2015 με αριθμό πινακίου 1, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ), κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω των βουλευτικών εκλογών.

Στη συνέχεια με την από 24-9-2015 κλήση της 3ης αναιρεσίβλητης προσδιορίστηκε νέα δικάσιμος της αίτησης αναίρεσης η 1-4-2016 με αριθμό πινακίου 10, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε από το πινάκιο (άρθρ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ) για τη σημερινή δικάσιμο και με αριθμό πινακίου 25. Παράλληλα, η 3η αναιρεσίβλητη με την ένδικη από 2-6-2016 κλήση, την οποία απευθύνει κατά των απολειπομένων σήμερα 1ης, 2ης και 4ου των αναιρεσιβλήτων, κάλεσε αυτούς για να παραστούν στην σημερινή δικάσιμο.

Εξάλλου, από τις υπ’ αρ. ... /13-7-2016 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Μ. Κ., προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της 3ης αναιρεσίβλητης, Κωνσταντίνου Χριστοδούλου, κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με θυροκόλληση (άρθρ. 128 παρ. 4 ΚΠολΔ) στην 1η αναιρεσίβλητη κοινοπραξία και στις συναποτελούσες αυτήν εταιρείες με την επωνυμία ...

ΑΕΕ και ... ΑΕ, η ένδικη κλήση για να παραστούν στην σημερινή δικάσιμο (βλ. επίσης συνειμμένες στις εκθέσεις επίδοσης τις από 13-7-2014 αποδείξεις παραλαβής από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Φιλοθέης (για την Κ/Ξ και για την ... ΑΕ) και τις με ίδια ημερομηνία βεβαιώσεις παραλαβής των ΕΛΤΑ ΑΕ, καθώς επίσης την από 13-7-2014 βεβαίωση του Αξιωματικού Υπηρεσίας του ΑΤ Κηφισιάς για την ...

ΑΕΕ με την με ίδια ημερομηνία βεβαίωση παραλαβής από το Ταχυδρομικό Πρακτορείο Π. Φαλήρου). Επίσης, από την υπ’ αρ. ... /4-7-2016 έκθεση επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή Μ. Κ. και από την υπ’ αρ. .../25-7-2016 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Βέροιας, Ε. Μ., προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του ανωτέρω πληρεξουσίου δικηγόρου της 3ης αναιρεσίβλητης, ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 2-6-2016 κλήσης κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην 2η και στον 4ο των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 129 παρ. 1 και 126 παρ. 1 ΚΠολΔ αντίστοιχα), για να παρασταθούν στη σημερινή δικάσιμο.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίστηκαν οι 1η αναιρεσίβλητη Κ/Ξ με τις συναποτελούσες αυτήν δύο ως άνω ανώνυμες εταιρείες, η 2η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τεχνική εταιρεία και ο 4ος αναιρεσίβλητος, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νόμιμα και προσηκόντως μόνον οι αναιρεσείοντες και η 3η αναιρεσίβλητη ανώνυμος εταιρεία.

Επομένως, εφόσον οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από την επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπόθεσης 3η αναιρεσίβλητη, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ. γ’ ΚΠολΔ να δικαστούν ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει παρά την απουσία αυτών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 845/2012, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλ.

τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 140/2010, πρβλ.

επίσης ΑΠ 49/2013). Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Α’ σκέλος αυτού οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση και κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, διότι δέχτηκε με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι για το θανάσιμο τραυματισμό του στενού συγγενούς τους, Γ.

Ρ., ευθύνεται ο ίδιος ο θανών, ως οδηγός του υπηρεσιακού περιπολικού αυτοκινήτου του Αστυνομικού Τμήματος ..., εργοστασίου κατασκευής CHRYSLER, τύπου JEEP CHEROKEE και όχι ο 4ος αναιρεσίβλητος, που πράγματι οδηγούσε το ζημιογόνο όχημα, δηλαδή για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης ως προς τις συνθήκες τέλεσης του δυστυχήματος.

Σύμφωνα όμως με την προηγούμενη νομική σκέψη ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, εφόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ο ουσιαστικός κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικά, εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπάρκεια, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ Ολ. 20/2005).

Συνεπώς, ενόψει της έλλειψης αυτής του αναιρετηριου ένεκα της οποίας δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, από την άποψη της εκ πλαγίου παραβίασης συγκεκριμένης διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο, ο συναφής 1ος κατά το Α’ σκέλος αυτού λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί.

Αλλά και εάν υποτεθεί ότι είχε προταθεί παραδεκτά πρέπει επίσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει σαφείς αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, το οποίο συνέβη στις 20-11-2000, στο τμήμα του αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ (Πάτρα - Αθήνα, Θεσσαλονίκη - Εύζωνοι) στην περιοχή της ..., στη θέση ..., κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα ο αστυνομικός Γ.

Ρ.. Ειδικότερα, οι αρχικοί ενάγοντες - συγγενείς του θύματος Β. και Ε. Ρ., γονείς και Κ. Κ., θεία αυτού άσκησαν την από 15-11-2005 (αρ. κατ. .../2005) αγωγή κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία αξίωναν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 2.270.000 ευρώ (970.000 ευρώ κάθε γονέας και 330.000 ευρώ η θεία του θύματος).

Επίσης, η Α. Ρ., αδελφή του θύματος άσκησε την από 15-11-2005 (αρ. κατ. .../2005) αγωγή με την οποία ζητούσε από τους ίδιους εναγόμενους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 700.000 ευρώ. Οι αγωγές αυτές απευθύνονταν κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων ως υπόχρεων από αδικοπρακτική ευθύνη (άρθρ. 914 ΑΚ) και ειδικότερα, οι 1η τούτων Κ/Ξ διότι παρέλειψε να επισκευάσει τον αυτοκινητόδρομο στο σημείο του δυστυχήματος, η 2η αναιρεσίβλητη, διότι παρέλειψε την κατασκευή αντιολισθηρού ασφαλτοτάπητα και αμφότερες, διότι παρέλειψαν την εργοταξιακή σήμανση, η 3η αναιρεσίβλητη.

κατασκευάστρια του ζημιογόνου οχήματος λόγω μηχανικών βλαβών αυτού και ο 4ος αναιρεσίβλητος ως ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος (κατά την άποψη της οικογένειας). Οι ανωτέρω δύο κύριες αγωγές συνεκδικάστηκαν (μαζί με προσεπίκληση σε παρέμβαση της 2ης εναγομένης κατά της ασφαλιστικής εταιρείας ... ΑΕ, που δεν αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη) και εκδόθηκε η υπ’ αρ. 7120/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις δύο αγωγές.

Οι ενάγοντες - συγγενείς άσκησαν την από 7-10-2011 (αρ. κατ. .../ 2011) έφεσή τους επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 210/2014 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (με την τακτική διαδικασία), η οποία απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση ως προς τους εκκαλούντες - αναιρεσείοντες. Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) για τον ερευνώμενο 1ο αναιρετικό λόγο, κατά το Α’ σκέλος αυτού, το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του περί των πραγματικών γεγονότων που έκρινε ότι αποδείχθηκαν, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 21-2-1995 εργολαβικής συμβάσεως με το Ελληνικό Δημόσιο η πρώτη εναγομένη, κατασκευαστική κοινοπραξία, με την επωνυμία "...

ΑΕ" ανέλαβε, ως ανάδοχος, την κατασκευή του νέου αυτοκινητόδρομου στο τμήμα, που ειδικότερα περιλαμβανόταν μεταξύ ... και συγκεκριμένα, μεταξύ της χ.θ. 150 + 564 έως τη χ/θ 160 + 564, κατά διαπλάτυνση της παλαιάς Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας και σύμφωνα προς τα νέα Ευρωπαϊκά οδικά κατασκευαστικά πρότυπα. Επιπλέον, πέραν του ανωτέρω διαστήματος των 10 χλμ.

μεταξύ των προαναφερόμενων χ.θ., στο αντικείμενο εκείνης της εργολαβίας ήταν και η κατασκευή της "χοάνης προσαρμογής", δηλ. του τμήματος που απαιτείτο για να προσαρμοσθεί η κυκλοφορία από τη νέα διευρυμένη διατομή του αυτοκινητόδρομου στη μικρότερου πλάτους διατομή της παλαιάς Εθνικής Οδού. Η κατασκευή του παραπάνω έργου από την πρώτη εναγομένη κατασκευαστική κοινοπραξία ολοκληρώθηκε στο σύνολό του και οι σχετικές εργασίες περαιώθηκαν στις 31-7-1999, ενώ η προβλεπόμενη "χοάνη προσαρμογής" είχε ήδη ολοκληρωθεί και παραδοθεί σε κυκλοφορία πριν από τις 2-10-1996.

Ειδικότερα, για την κατασκευή αυτής της χοάνης προσαρμογής, προκειμένου οι οδηγοί μέσω αυτής να μεταβαίνουν ομαλά από τη νέα διευρυμένη οδό στην παλαιά Εθνική Οδό, η ανάδοχος - πρώτη εναγομένη κοινοπραξία προέβη σε συνέχεια του νέου αυτοκινητόδρομου στην εν μέρει διαπλάτυνση της οδού, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και σε διαχωρισμό του ρεύματος πορείας προς Αθήνα, από το αντίθετο προς Λαμία, με κάθετη σήμανση, ήτοι με πινακίδες στερεωμένες πάνω σε σωλήνες και χονδρές μπετόβεργες, που ήταν εμπεπηγμένες στο έδαφος, οι οποίες εφιστούσαν την προσοχή στους οδηγούς για την παρουσία αυτών των διαχωριστικών και για το ποιά πορεία θα έπρεπε να ακολουθήσουν.

Ο κατ’ αυτόν τον τρόπο διαχωρισμός των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας είχε μήκος 234 μέτρα και ήταν τριγωνικής μορφής, με τη βάση του τριγώνου να αρχίζει από το τέλος του μόνιμου διαχωριστικού, που υπήρχε στο αμέσως προηγούμενο (ερχόμενο από Αθήνα) τμήμα της οδού και σταδιακά μειωνόταν στην κατεύθυνση προς Λαμία, σβήνοντας σε απόσταση 234 μέτρων, όπως αναφέρθηκε.

Παρά το γεγονός όμως ότι, όλες οι εργασίες του παραπάνω έργου από την πρώτη εναγομένη είχαν περαιωθεί ήδη από τις 31-7-1999, δεν είχε γίνει ταυτόχρονα και η τυπική παράδοσή του, αφού δεν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία ελέγχου των τελικών επιμετρικών στοιχείων. Η σχετική βεβαίωση για την περαίωση των εργασιών εκδόθηκε στις 6-9-2002 (βλ.

την με .../6-9-2002 βεβαίωση περαιώσεως του έργου του Τμήματος Κατασκευών της ΕΥΔΕ ΠΑΘΕ - Ειδική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων - της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων), ενώ σύμφωνα με τους όρους της προαναφερόμενης συμβάσεως με το Ελληνικό Δημόσιο, η ανάδοχος του έργου ήταν υποχρεωμένη να το συντηρεί για χρονικό διάστημα τριών ετών μετά τη βεβαιωμένη περαίωσή του.

Περαιτέρω, η δεύτερη εναγομένη κοινοπραξία "...", καθολικός διάδοχος της οποίας κατέστη, λόγω συγχωνεύσεως, η δεύτερη εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "... ... ΑΤΕ", είχε ανακηρυχθεί ανάδοχος του δημοσίου έργου "... (Πάτρα - Αθήνα, Θεσ/κη - Εύζωνοι) και δυνάμει της από 26-7-2000 σχετικής συμβάσεως με το Ελληνικό Δημόσιο είχε αναλάβει το τμήμα ...

από τη χ/θ 85 + 000, που βρίσκεται στην Υλίκη έως τη χ/θ 160 + 600, που βρίσκεται στη θέση "...". Βασικό αντικείμενο της ανωτέρω συμβάσεως ήταν η κατασκευή αντιολισθηρού ασφαλτικού τάπητα στον ήδη κατασκευασθέντα αυτοκινητόδρομο, η ολοκλήρωση του παράπλευρου οδικού δικτύου, του δικτύου υδρεύσεως, η ολοκλήρωση του ηλεκτροφωτισμού, της σημάνσεως και της ασφαλίσεως του έργου.

Από της συνάψεως της παραπάνω συμβάσεως και έως τον επίδικο χρόνο, ήτοι έως και την 20-11-2000 η δεύτερη εναγομένη δεν είχε ξεκινήσει εργασίες κατασκευής αντιολισθηρού ασφαλτικού τάπητα στον ήδη κατασκευασθέντα αυτοκινητόδρομο και γενικώς τις κατασκευαστικές εργασίες της εργολαβίας της, καθόσον δεν είχαν ολοκληρωθεί και εγκριθεί οι σχετικές μελέτες, αλλά εκτελούσε στην περιοχή αυτή μόνο κάποιες εργασίες συντηρήσεως της υφισταμένης σημάνσεως.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι, στις 20-11-2000 ο αστυφύλακας, Γ. Ρ., οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... JΕΕΡ CΗΕΚΟΚΕΕ, περιπολικό αυτοκίνητο του Αστυνομικού Τμήματος ..., με συνοδηγό τον αστυφύλακα, Α. Κ., εκινείτο στην παραπάνω Νέα Εθνική Οδό Αθηνών - Λαμίας, με κατεύθυνση από Λαμία προς Αθήνα.

Όταν περί ώρα 10:45 της ίδιας ημέρας το παραπάνω όχημα έφθασε στο ύψος της χ/θ 161,800 και αφού είχε διανύσει περί τα 150 μέτρα εντός της προαναφερόμενης "χοάνης προσαρμογής", εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά, προσέκρουσε με την πλάγια αριστερή του πλευρά σε δυο πληροφοριακές πινακίδες, που οριοθετούσαν το τμήμα αυτό της οδού, το οποίο διαχώριζε τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας και στη συνέχεια, πλαγιολισθαίνοντας, διέσχισε διαγωνίως το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς Λαμία) και με το εμπρόσθιο τμήμα του έπεσε στο, παρακείμενο του ρεύματος πορείας προς Λαμία, θαμνώδες πρανές, βάθους 4-5 μέτρων, όπου το έδαφος ήταν ελαφρώς ανώμαλο (εξ ου και από το γεγονός της ισχυρής επαφής των εμπρόσθιων τροχών με το έδαφος εξήλθαν οι βάσεις στηρίξεως των αμορτισέρ από τους θόλους των τροχών περί τα 20 εκατοστά - βλ.

ιδίως την από 27-12-2006 τεχνική έκθεση του Διπλ. Μηχ/γου - Μηχ/κού, Π. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται η τρίτη εφεσίβλητη). Μετά την πτώση του στο πρανές, το περιπολικό, αφού διέσχισε αυτό, με σχετικές αναπηδήσεις, λόγω του ανωμάλου εδάφους και με διαγώνια πορεία επί 25,10 μέτρα, γυρνώντας τελικά πλάγια με μέτωπο προς το ρεύμα της ΝΕΟ προς Λαμία, προσέκρουσε με το κέντρο σχεδόν της δεξιάς πλαϊνής του πλευράς στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του υπ’ αρ.

κυκλ. ... ΕΙΧ αυτ/του, εργοστασίου Μercedes, το οποίο είχε εκτραπεί και είχε παραμείνει στο τελείωμα του πρανούς, από τις μεσημβρινές ώρες της προηγούμενης ημέρας. Με την πρόσκρουση αυτή άνοιξε μόνο ο αερόσακος του συνοδηγού, εν συνεχεία δε το περιπολικό, όπως είχε γυρίσει πλάγια με μέτωπο προς το ρεύμα της Εθνικής Οδού προς Λαμία, ανήλθε στο εμπρόσθιο τμήμα του ΕΙΧ, όπου προκάλεσε ζημίες στο καπώ αυτού, έσπασε το εμπρόσθιο παρμπρίζ (βλ.

ιδίως τη συνταχθείσα αυθημερόν για το ατύχημα έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας ... Ν. Φθιώτιδας σε συνδυασμό με την από 20-1-2001 ένορκη προανακριτική κατάθεση του ιδιοκτήτη του ΙΧΕ Μercedes, Ν. Κ., όπου διευκρινίζει τις ζημίες που προκλήθηκαν στο όχημά του μετά την πρόσκρουση σε αυτό του περιπολικού, καθώς και τις φωτογραφίες των δύο συγκρουσθέντων οχημάτων) και τελικά, ανατράπηκε προς τα αριστερά, καταλήγοντας να ακινητοποιηθεί με την πλάγια αριστερή του πλευρά στο έδαφος, με τους δεξιούς τροχούς του στον αέρα και με μέτωπο προς τον αυτοκινητόδρομο, πλησίον του παραπάνω ΙΧΕ, με αποτέλεσμα να εγκλωβιστεί ανάμεσα στο έδαφος και στην πλάγια αριστερή πλευρά, στη θέση του οδηγού ο αστυφύλακας Γ.

Ρ., ο οποίος ανασυρθείς από το όχημα, βαριά τραυματισμένος, διακομίστηκε στο ... και περί ώρα 12:45 της ίδιας ημέρας εξέπνευσε. Ειδικότερα, από την παραπάνω σύγκρουση, ο Γ. Ρ. υπέστη θλαστικό τραύμα πώγωνος, κάκωση (αριστερού) ημιθωρακίου και βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατός του (βλ.

ιδίως την από 20-11-2000 ιατροδικαστική έκθεση των ιατρών του παραπάνω Νοσοκομείου, Α. Κ., Ειδ. Ιατρού Χειρ/κης Κλινικής και Α. Λ., Επιμελητή Β’ Χειρ/κού τμήματος και το σχετικό από 20-11-2000 ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου). Ο δε Α. Κ., ο οποίος βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού, δέχθηκε από την πλευρά του (δεξιά) ισχυρό κτύπημα με την πρόσκρουση του περιπολικού στο παραπάνω ΙΧΕ, αλλά προστατεύθηκε ως ένα βαθμό και διασώθηκε, αφού άνοιξε ο αερόσακος, που βρισκόταν στη θέση του.

Ενόψει δε του ότι, όπως αποδείχθηκε, εκείνος δεν ήταν προσδεμένος με τη ζώνη ασφαλείας, το άνοιγμα του αερόσακου στη θέση του είχε ως συνέπεια να τον κτυπήσει στο στέρνο, ακολούθως δε, με την ανατροπή του οχήματος, αυτός βρέθηκε στα πίσω καθίσματα του περιπολικού, απ’ όπου τελικά βρήκε διέξοδο και βγήκε.

Το γεγονός ότι, οδηγός του περιπολικού κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ο θανών, Γ. Ρ., δικαιολογείται από τη θέση, στην οποία αυτός βρέθηκε, αλλά και από τα τραύματά του, τα οποία προκλήθηκαν από την ανατροπή του οχήματος και τον εγκλωβισμό του στη θέση του οδηγού, όταν το περιπολικό κατέληξε με την αριστερή του πλευρά στο έδαφος, ενώ από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι ο θανών ήταν συνοδηγός στο άνω όχημα.

Αντιθέτως, στην έκθεση αυτοψίας, που διενήργησε η Τροχαία ..., η οποία επελήφθη άμεσα του συμβάντος, αναφέρεται ως οδηγός του περιπολικού, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, ο θανών, Γ. Ρ.. Επίσης, όπως προκύπτει και από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την τρίτη εφεσίβλητη, από 14-5-2001 υπ’ αρ. πρωτ. ...

έγγραφο του ΑΤ ... της Αστ. Διευθύνσεως Φλώρινας, την ημέρα του ατυχήματος ο Γ. Ρ. ήταν εκείνος, που είχε οριστεί από την υπηρεσία του ως οδηγός του προαναφερόμενου περιπολικού για να μεταβεί με αυτό στην Αθήνα (στη ... Αττικής) για παραλαβή φυσιγγίων. Οι ένορκες βεβαιώσεις, που έδωσαν για το θέμα αυτό οι μάρτυρες, Α.

Μ., Α. Κ. και Ε. Λ., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες προς απόδειξη του αντίθετου ισχυρισμού τους, δεν κρίνονται πειστικές. Ειδικότερα, ο Α. Μ., αστυνομικός, στην .../2012 ένορκη βεβαίωση αναφέρει ότι, μετέβη στο σημείο του ένδικου ατυχήματος είκοσι λεπτά μετά και ότι ρωτώντας τους παρευρισκόμενους του απάντησαν ότι σήκωσαν το τζιπ και απεγκλώβισαν τον αστυνομικό, ο οποίος ήταν εγκλωβισμένος μεταξύ της πόρτας του συνοδηγού του τζιπ και του καπώ μιας Μercedes, ενώ ουδεμία αναφορά περί σχετικών πληροφοριών έκανε ο ίδιος αστυνομικός στην πρώτη από 17-3-2005 ένορκη προανακριτική του κατάθεση, που δόθηκε στα πλαίσια της ποινικής διερεύνησης της υποθέσεως.

Περαιτέρω, η Α. Κ. στην υπ’ .../2012 ένορκη βεβαίωση αναφέρει ότι, κατά το χρόνο του ατυχήματος εκινείτο με αυτοκίνητο στην Εθνική Οδό, με κατεύθυνση προς Λαμία και ότι όταν έφθασε στο παραπάνω σημείο, αφού κατάλαβε ότι έχει συμβεί ατύχημα, σταμάτησε, βγήκε από το αυτοκίνητό της, πλησίασε και χωρίς να κατέβει στο πρανές, από πάνω, είδε το τζιπ να είναι γερμένο στο πλάι με τη δεξιά πλευρά του πάνω σε ένα άλλο αυτ/το και ανασηκωμένους τους αριστερούς τροχούς, ότι οι παρευρισκόμενοι προσπαθούσαν να βγάλουν κάποιον από την πόρτα του συνοδηγού και ότι άκουσε να λέγεται ότι έβγαζαν τον συνοδηγό βαριά χτυπημένο.

Όμως και η παραπάνω βεβαίωση, στην οποία η φερόμενη ως αυτόπτης μάρτυρας ισχυρίζεται ότι προέβη μετά από έκκληση σε τηλεοπτικό σταθμό, τον Φεβρουάριο του 2010, της αδελφής του θανόντος, ενάγουσας, Α. Ρ. προς οποιονδήποτε γνωρίζει κάτι σχετικό με το ατύχημα, δεν κρίνεται πειστική, ενόψει του ότι, από κανένα άλλο στοιχείο δεν βεβαιώνεται η παρουσία της μάρτυρος αυτής στον τόπο και χρόνο του ατυχήματος.

Τέλος, και η Ε. Λ. στην υπ’ αρ. .../2007 ένορκη βεβαίωση, που έδωσε στην Ειρηνοδίκη Αθηνών, επικαλείται για το παραπάνω θέμα, αορίστως, πληροφορίες κατοίκων της περιοχής, που είχαν βρεθεί στο συμβάν, τα στοιχεία των οποίων ουδόλως εξειδικεύει. Εξάλλου, η κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι οδηγός του περιπολικού ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο θανών δεν αναιρείται ούτε από τις καταθέσεις, που έδωσε στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, ο Κ.

Θ., ο οποίος, κατά τον παραπάνω χρόνο, οδηγώντας το υπ’ αρ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητό του, κινούνταν στην παράπλευρη οδό της ΝΕΟ Αθηνών - Λαμίας με κατεύθυνση προς Άγιο Κωνσταντίνο και φέρεται ως αυτόπτης μάρτυρας στη συνταχθείσα για το ένδικο ατύχημα έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας .... Ειδικότερα, στις καταθέσεις που έδωσε αυτός στις 16-3-2005 στην αστυνομία, στις 13-4-2006 στο Τριμελές Πλημ/κείο Λαμίας και στις 18-6-2008 στο Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Λαμίας ανέφερε ότι, αφενός μεν το περιπολικό κατέληξε με την πλευρά του συνοδηγού στο έδαφος, αφετέρου δε ότι ο διασωθείς, Α.

Κ., αμέσως μετά το ατύχημα του είχε δηλώσει ότι μέσα στο περιπολικό ήταν ο συνοδηγός. Όμως, οι εν λόγω καταθέσεις του δεν κρίνονται πειστικές, αφού στην από 9-1-2001 πρώτη ένορκη προανακριτική του κατάθεση, ουδεμία πληροφορία έδωσε για τη θέση του θανόντος, αναφέροντας ειδικότερα ότι, είδε αριστερά του ένα αυτοκίνητο τζιπ, ανάσκελα, κολλητά σε ένα άλλο αυτοκίνητο ΙΧΕ Μercedes και ότι ο Α.

Κ. του είχε δηλώσει ότι μέσα στο περιπολικό είναι και άλλο άτομο, χωρίς κάποια άλλη ειδικότερη αναφορά. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν με τους συναφείς λόγους της ένδικης εφέσεως οι εκκαλούντες - ενάγοντες σχετικά με το ότι οδηγός του περιπολικού, κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο, ήταν ο Α. Κ. και όχι ο θανών, Γ.

Ρ., κρίνονται απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμα. Περαιτέρω, το παραπάνω αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαιναν οι δύο αστυφύλακες, ήταν υπηρεσιακό (περιπολικό) του κατασκευαστικού οίκου CHRYSLER μοντέλο JΕΕΡ CΗΕRΟΚΕΕ, 2.500cc, με αριθμό πλαισίου ..., το οποίο είχε προμηθευτεί, δυνάμει συμβάσεως για την προμήθεια 195 αυτοκινήτων τζιπ η ΕΛ.ΑΣ από την τρίτη εναγομένη - εφεσίβλητη, ανώνυμη εταιρία με την νυν επωνυμία "...", όπως μετονομάστηκε η εταιρεία "...

Α.Β.Ε.Ε.", η οποία τυγχάνει και η αποκλειστική αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της κατασκευάστριας εταιρίας, που εδρεύει στην Αμερική και παρελήφθη στις 17-4-2000. Οι ενάγοντες - εκκαλούντες, αποδίδοντας ευθύνη στην εν λόγω προμηθεύτρια του περιπολικού εταιρεία, ισχυρίζονται ότι το σύστημα παθητικής ασφάλειας των αερόσακων του παραπάνω τζιπ λειτούργησε εσφαλμένα, για το λόγο ότι, ενεργοποιήθηκε ο αερόσακος στη θέση του συνοδηγού, ενώ δεν έπρεπε και αποτέλεσε την αιτία προκλήσεως του σοβαρότατου τραυματισμού του αστυφύλακα Γ.

Ρ.. Ανεξαρτήτως όμως του ότι, όπως αποδείχθηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση το άνοιγμα του αερόσακου του συνοδηγού διέσωσε τελικά αυτόν, οι σχετικοί ισχυρισμοί των εναγόντων - εκκαλούντων εδράζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο θανών ήταν ο συνοδηγός του οχήματος, απορριπτομένου συνεπώς, ως αβασίμου του σχετικού λόγου εφέσεως.

Εν συνεχεία, αποδείχθηκε ότι κατά τη χρονική στιγμή που έγινε το ατύχημα, το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό, λόγω προηγούμενης βροχοπτώσεως, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μικρή και υπήρχε φωτισμός ημέρας (πρωινή ώρα 10.45), ενώ η ανώτερη επιτρεπόμενη ταχύτητα με βάση την έκθεση αυτοψίας ανερχόταν στα 80χιλ/ώρα.

Προσεγγίζοντας ο οδηγός, που ερχόταν από Λαμία, τη θέση, όπου έγινε το ατύχημα και πριν εισέλθει στη χοάνη προσαρμογής, εκινείτο σε ευθύγραμμο τμήμα της οδού και περνούσε τη γέφυρα ενός χειμάρρου (...), όπου η οδός δεν ήταν διηρημένη, υπήρχε μια λωρίδα κυκλοφορίας πλάτους 3,65 μ., στην κατεύθυνση που εκινείτο, καθώς και στενό έρεισμα, ενώ η εγκάρσια κλίση της οδού ήταν αμφίπλευρη.

Από το σημείο εκείνο όμως, μπορούσε να διακρίνει, καθώς βρισκόταν στη γέφυρα, τα κάθετα σήματα που οριοθετούσαν "τη χοάνη προσαρμογής", αφού δεν περιοριζόταν η ορατότητα, ενώ, αμέσως μετά τη γέφυρα, καθώς ο οδηγός εισερχόταν στην παραπάνω χοάνη, το οδόστρωμα διευρυνόταν και γινόταν δύο λωρίδων με ευρύ έρεισμα.

Ταυτόχρονα, η οδός άρχισε να παρουσιάζει καμπύλη προς τα αριστερά και η εγκάρσια κλίση της γινόταν μονόπλευρη με το υψηλότερο σημείο να βρίσκεται στην εξωτερική οριογραμμή του οδοστρώματος. Η περιοχή όπως αναφέρθηκε, κατά τον παραπάνω χρόνο, δεν συνιστούσε εργοταξιακή ζώνη, αφού δεν εκτελούνταν εκεί έργα και συνεπώς, δεν ήταν αναγκαία η ύπαρξη ειδικής εργοταξιακής σημάνσεως, αλλά η τελευταία είχε αντικατασταθεί από οριστική σήμανση (πινακίδες Ρ-32 και Κ-20), ειδικά δε όσον αφορά στο επίδικο τμήμα είχε κατασκευασθεί οριζόντια σήμανση (διαγράμμιση), είχαν τοποθετηθεί ανακλαστήρες οδοστρώματος (μάτια γάτας) κατά μήκος της ζώνης διαχωρισμού των δυο αντίθετων κλάδων της Εθνικής Οδού και συμπληρωματικά τοποθετήθηκαν πινακίδες κατακόρυφης σημάνσεως με τους αντίστοιχους αναλάμποντες φανούς.

Συνεπώς, η παραπάνω υπάρχουσα κατά το χρόνο του ατυχήματος σήμανση, που δεν απαιτείτο να είναι εργοταξιακή, επαρκούσε για την προειδοποίηση των οδηγών για την είσοδό τους σε περιοχή όπου άλλαζαν οι συνθήκες κινήσεως των οχημάτων. Ο τάπητας της οδού εντός της χοάνης προσαρμογής δεν ήταν ομοιογενής, λόγω κακής κατασκευής του οδοστρώματος και κακής συνενώσεως των δύο λωρίδων κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς Αθήνα.

Όμως, από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος - οδηγού του άνω περιπολικού, ο οποίος αν και είχε προηγηθεί βροχόπτωση και το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό και παρά το ότι αντιλήφθηκε εγκαίρως (ήδη από την, υπάρχουσα στην πορεία του, γέφυρα ...) ότι εισέρχεται σε οδόστρωμα, που αλλάζουν οι συνθήκες κινήσεως των οχημάτων, αφού υπήρχε φωτισμός ημέρας και τίποτε δεν εμπόδιζε την ορατότητά του, η δε υπάρχουσα σήμανση, όπως αναφέρθηκε, ήταν επαρκής, δεν επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να επιδείξει, όπως θα έπραττε ο κάθε μέσος συνετός οδηγός και συμπεριφερόμενος κατά παράβαση του άρθρου 19 του ΚΟΚ, δεν ρύθμισε την ταχύτητά του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες, ιδίως δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού και τις καιρικές συνθήκες (προηγούμενη βροχόπτωση, ολισθηρότητα της οδού) και δη κατά τρόπο, ώστε να διατηρεί τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του και να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο αυτού και να προκληθεί η εκτροπή και τελικά, η ανατροπή του περιπολικού, με συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό του.

Για αυξημένη ταχύτητα του περιπολικού, για ημέρα με βροχή, κατέθεσε στην από 17-3-2005 ένορκη προανακριτική του κατάθεση, που δόθηκε στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, ο αστυνομικός Α. Γ., ο οποίος, όντας σταθμευμένος με το υπηρεσιακό του όχημα στη χ/θ 174 της Εθνικής Οδού, είδε το περιπολικό να διέρχεται από το σημείο αυτό λίγο πριν το ατύχημα.

Ουδόλως αποδείχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε από την ανομοιομορφία του τάπητα του οδοστρώματος στο σημείο εκείνο (βλ. τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους ενάγοντες φωτογραφίες), δοθέντος και ότι η εκτροπή του περιπολικού έλαβε χώρα, ενώ τούτο, όπως αναφέρθηκε, ήδη είχε διανύσει περί τα 150 μέτρα εντός της χοάνης προσαρμογής.

Πρέπει δε, να σημειωθεί ότι σε όμοια κρίση κατέληξαν, τόσο το Τριμελές Πλημ/κείο Λαμίας με την υπ’ αρ. 898/2006 απόφασή του, όσο και το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Λαμίας με την υπ’ αρ. 204/2008 απόφασή του, κρίνοντας ότι ο θάνατος του Γ. Ρ. στις 20-11-2000, οφείλεται αποκλειστικά στη συμπεριφορά του ως οδηγού του περιπολικού, με συνέπεια να αθωωθούν από τη σχετική κατηγορία της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, τόσο οι υπεύθυνοι των εναγομένων κατασκευαστικών κοινοπραξιών, όσο και ο Α.

Κ.. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι πριν το ένδικο ατύχημα είχε καταστραφεί και δεν είχε αποκατασταθεί από τις δύο πρώτες εναγόμενες μεταλλική μπάρα στο άκρο του ρεύματος της Εθνικής Οδού προς Λαμία και κατά μήκος αυτού στο σημείο του ατυχήματος, αφού τέτοια μπάρα δεν υπήρχε, αλλά για πρώτη φορά κατασκευάστηκε μεταλλικό στηθαίο ασφαλείας από τη δεύτερη εναγομένη στα πλαίσια της δικής της εργολαβίας, μετά το ατύχημα, στις 10-10-2002.

Εκείνο που υπήρχε ήταν περίφραξη στο τέλος του πρανούς, κατά μήκος αυτού, για να διαχωρίζεται η παράπλευρη ασφάλτινη οδός της ΝΕΟ Αθηνών - Λαμίας. Από την περίφραξη αυτή είχαν καταστραφεί περί τα 21 μέτρα από την εκτροπή του υπ’ αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτ/του Μercedes, που όπως αναφέρθηκε είχε σημειωθεί στο ίδιο σημείο στις 19-11-2000.

Πλην όμως, η έλλειψη αυτής της περιφράξεως στο σημείο εκείνο ουδόλως επηρέασε την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και τις συνέπειες αυτού. Ενόψει των ανωτέρω και εφόσον δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων στην πρόκληση του προπεριγραφέντος θανατηφόρου δυστυχήματος, οι κρινόμενες αγωγές, είναι απορριπτέες στο σύνολο τους, ως ουσιαστικά αβάσιμες και τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες - ενάγοντες με τους συναφείς λόγους της εφέσεώς τους κρίνονται απορριπτέα, ως αβάσιμα.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως, αν και με εν μέρει ελλιπή και εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία εν μέρει συμπληρώνεται και εν μέρει αντικαθίσταται από την αιτιολογία της παρούσας αποφάσεως (534 ΚΠολΔ), ορθώς, κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, γι’ αυτό και η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και ειδικότερα ότι οδηγός του περιπολικού ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο θανών, από αποκλειστική υπαιτιότητα του οποίου, συνιστάμενη σε ότι παραπάνω προαναφέρθηκε, προκλήθηκε το ένδικο θανατηφόρο δυστύχημα και ότι δεν θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση αυτού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν και δεν στέρησε κατά τούτο την απόφασή του νόμιμης βάσης. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α’ σκέλος του που αφορά στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, δικαστική μεν ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, εξώδικη δε, εκτιμώμενη ελεύθερα από το δικαστήριο, κάθε άλλη ομολογία γενομένη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ακόμα δε και εκείνη που έγινε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία γίνεται επίκλησή της ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 964/2013, ΑΠ 264/09, ΑΠ 860/11, ΑΠ 11/2004) καθώς και εκείνη που περιέχεται σε έγγραφα εκδιδόμενα από το διάδικο (ΑΠ 414/2000).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται δε στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναιρέσεως, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη.

Όταν όμως τα αποδεικτικά αυτά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, κατά τον κανόνα που προβλέπει η διάταξη του άρθρ. 340 ΚΠολΔ δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση και δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 109/2008). Με το Β’ σκέλος του 1ου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα, ότι το Εφετείο θεμελίωσε την κρίση του στην από 27-12-2006 έκθεση του τεχνικού συμβούλου της 3ης αναιρεσίβλητης, Π.

Κ., μηχανολόγου-μηχανικού, στην οποία προσέδωσε αυξημένη δύναμη απόδειξης, ενώ αντίθετα δεν προσέδωσε τέτοια αποδεικτική δύναμη 1) στις φωτογραφίες του ζημιογόνου οχήματος που είχαν προσκομιστεί με νόμιμη επίκληση ενώπιόν του από τους αναιρεσείοντες, είτε αυτοτελώς, είτε με την από 29-6-2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ε.

Τ., τον οποίο διόρισε η Τροχαία ... Φθιώτιδος και 2) στην "δικαστική" ομολογία του 4ου αναιρεσιβλήτου, που συνάγεται α) από την από 10-3-2005 ανωμοτί εξέτασή του ενώπιον της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Λαμίας, με το από 10-5-2005 απολογητικό του υπόμνημα αλλά και β) από τα πρακτικά της υπ’ αρ. 898/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Λαμίας, με συνέπεια να καταλήξει το Εφετείο σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ως προς το ουσιώδες ζήτημα για τη θέση του θύματος ως οδηγού και όχι ως συνοδηγού, όπως πράγματι ήταν.

Ο λόγος αυτός όμως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον, με βάση τα εκτιθέμενα στον ως άνω λόγο, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες ομολογία του 4ου αναιρεσιβλήτου, επ’ ευκαιρία προηγηθείσης άλλης ποινικής δίκης και όχι κατά τη διάρκεια της προκείμενης πολιτικής δίκης έχει το χαρακτήρα εξώδικης ομολογίας, εκτιμώμενης ελεύθερα, από το δικαστήριο και όχι δικαστικής ομολογίας, η οποία μόνο παρέχει πλήρη απόδειξη κατά του ομολογήσαντος, οι δε επικαλούμενες, προσκομισθείσες από τους εκκαλούντες φωτογραφίες του ζημιογόνου αυτοκινήτου, οι οποίες θεωρούνται ιδιωτικά έγγραφα (444 παρ.

γ’ ΚΠολΔ) και δεν περιέχουν δικαιοπρακτική βούληση, εκτιμώνται, επίσης ελεύθερα από το δικαστήριο ως προς το περιεχόμενό τους, κατά τον κανόνα που προβλέπει η διάταξη του άρθρ. 340 ΚΠολΔ και συνεπώς δεν ελέγχεται αναιρετικά η εκτίμηση της παραπάνω εξώδικης ομολογίας και των φωτογραφιών και δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Εξάλλου, από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες, κατά το άλλο μέρος του β’ σκέλους του πρώτου λόγου από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη (πλήρη απόδειξη) στην προσκομισθείσα από την τρίτη αναιρεσίβλητη από 27-12-2006 τεχνική έκθεση του Διπλ.

Μηχ/γου - Μηχ/κού Π. Κ., η οποία συνιστά γνωμοδότηση από πρόσωπο με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ, την οποία το Εφετείο συνεκτίμησε ελεύθερα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το ως άνω Β’ μέρος του από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Σε κάθε περίπτωση υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), διότι το Εφετείο είχε δικαίωμα να εκτιμήσει ελεύθερα την εξώδικη ομολογία και τις φωτογραφίες, ενώ αντίθετα δεν είχε υποχρέωση για να εξειδικεύσει το λόγο της αξιολόγησής τους (ΑΠ 168/2015).

Άλλωστε από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 444 παρ. 1 περ. γ’ και 448 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι φωτογραφίες ακόμη και εάν προέρχονται από Δημόσια Αρχή, αποτελούν ιδιωτικό και όχι δημόσιο έγγραφο (ΑΠ 1793/1988) και συνεπώς αβάσιμα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν το αντίθετο, επειδή οι φωτογραφίες του περιπολικού έχουν την σφραγίδα της Εισαγγελίας και, όπως επίσης ισχυρίζονται, αποδεικνύουν ότι ο εξωτερικός καθρέφτης είναι ανέπαφος γεγονός, που, κατά την άποψή τους, υποδηλώνει ότι το περιπολικό ήταν αδύνατο να ακουμπήσει στο πρανές με την αριστερή πλευρά του, όπως δέχτηκε το Εφετείο.

Τέλος, προς ενίσχυση όλων των ανωτέρω πρέπει να επισημανθεί ότι το δημόσιο έγγραφο, όπως λόγου χάριν είναι και η έκθεση αυτοψίας, δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη για την υπαιτιότητα, αλλά εκτιμάται και αυτό ελεύθερα από το Δικαστήριο της ουσίας για το ζήτημα αυτό (ΑΠ 788/2006) και συνεπώς και εκ του λόγου αυτού είναι απορριπτέος ο 1ος αναιρετικός λόγος κατά το Β’ σκέλος του.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων.

Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ’ άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι’ αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/ 2005).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015).

Με το Γ’ σκέλος του 1ου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναλυτικά αναφερόμενα στις σελίδες 16 και 17 του αναιρετηρίου έγγραφα, τα οποία αυτοί είχαν προσκομίσει με νόμιμη επίκληση και με αριθμό Σχετικού ΣΤ’ 3-Εφ.

και ως Σχετικά με αρ.... (κατά την αρίθμηση του αναιρετηρίου) τα οποία είναι ουσιώδη για τη δίκη, διότι αποδεικνύουν τον ισχυρισμό τους ότι το θύμα ήταν ο συνοδηγός του περιπολικού. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, ως προς το σκέλος αυτού, που αφορά για την, παρά το νόμο, μη λήψη υπόψη των εξής εγγράφων:

το με αρ. πρωτ. .../ ...14-9-2013 έγγραφο του Τμήματος Μεταφορικών Μέσων της Διεύθυνσης Τεχνικών του Κλάδου Οικονομικών Τεχνικών και Πληροφορικής του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη (Σχ. ΣΤ-3 Εφ.), την υπ’ αρ. 898/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Λαμίας με τα πρακτικά του ως άνω Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιόν του, στις 13/4/2006 (Σχ. 5α), την υπ’ αριθμ. 204/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Λαμίας με τα πρακτικά του ως άνω Δικαστηρίου, κατά την ημερομηνία εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιόν του στις 18/6/2008 (Σχ. 13), την από 20/11/2000 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα, του αστ/κα Α.

Κ., ενώπιον του Τμήματος Τροχαίας Αγίου Κων/νου, την από 10/3/2005 ανωμοτί εξέταση μάρτυρα του ιδίου ως άνω αστ/κα, ενώπιον της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Λαμίας, Ξ. Χ., με το από 10/5/2005 Απολογητικό Υπόμνημα αυτού (Σχ. 15 και 16), το πρόχειρο Σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος (Σχ. 9), την Έκθεση Αυτοψίας του ένδικου τροχαίου ατυχήματος (Σχ. 10), τις από 15/2/2001 (Σχ. 28) και 13/2/2002 (Σχ. 29) εκθέσεις ένορκης εξέτασης μάρτυρα, του αναπληρωτή διοικητή του Τμ.

Τροχαίας ... ανθυπ/μου Γ. Χ., τις από 15/2/2001 (Σχ. 30) και 13/2/2002 (Σχ. 31) εκθέσεις ένορκης εξέτασης μάρτυρα του αστυνομικού του Τμ. Τροχαίας ... Ανθ/μου Ι. Π., φωτογραφίες του τζιπ μετά το χρόνο του ατυχήματος (Σχ. 12), από τις οποίες, η πρώτη απεικόνιζε το μπροστινό μέρος αυτού, οι επόμενες οκτώ απεικόνιζαν τη δεξιά πλάγια πλευρά, (του συνοδηγού), και οι δύο την αριστερή πλάγια πλευρά, (του οδηγού), φωτογραφίες συμπεριλαμβανόμενες στην "Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης" του διορισθέντος από την Τροχαία πραγμ/να Ε.

Τ. (Σχ. 25), απεικόνισης της αριστερής πλευράς του οχήματος, τα οποία έγγραφα οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα ενώπιον του Εφετείου προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους περί της πραγματικής θέσης του αποβιώσαντος αστυφύλακα Γ. Ρ. κατά το χρόνο του ατυχήματος στο περιπολικό της ΕΛ.ΑΣ ως συνοδηγού όπως υποστηρίζουν και όχι ως οδηγού, όπως δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, σε μερικά των οποίων γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, εκτιμώμενα, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η από 29-6-2001 κατατεθείσα πραγματογνωμοσύνη του, διορισθέντος κατ’ εντολή της τροχαίας ..., Ε.

Τ., διπλωματούχου ηλεκτρολόγου μηχανολόγου μηχανικού του ΑΠΘ, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, οι από 19 Ιανουαρίου 2001 και από 23 Σεπτεμβρίου 2005 τεχνικές εκθέσεις αυτοψίας του Ν. Β., πολιτικού μηχανικού - συγκοινωνιολόγου, η από 20-12-2006 έκθεση αναλύσεως συνθηκών τροχαίου ατυχήματος του Δ. Κ., Αντιστράτηγου ε.α.

της ΕΛ.ΑΣ, πρώην Δ/ντή Τροχαίας και Καθηγητή Αστυνομικής Ακαδημίας" και από το όλο το περιεχόμενο της ως άνω απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν με ειδική αιτιολογία τα όσα υποστήριξαν οι τότε εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες με τους συναφείς λόγους της έφεσής τους, επαναλαμβάνοντας τους σχετικούς αγωγικούς ισχυρισμούς τους, σχετικά με το ότι οδηγός του περιπολικού, κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο, ήταν ο Α.

Κ. και όχι ο θανών, Γ. Ρ., δεν καταλείπεται αμφιβολία άλλως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα εν λόγω έγγραφα. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το Γ’ σκέλος του από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/ 1996, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1004/2015, ΑΠ 150/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο αναιρετικό λόγο και κατά το Δ’ σκέλος αυτού αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, άλλως δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είναι ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα, όπως ορθά εκτιμάται, τον ισχυρισμό τους ότι το θύμα ήταν συνοδηγός και όχι οδηγός. Ο λόγος αυτός όμως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής και δεν αποτελεί "πράγμα" αλλά αιτιολογημένος αρνητικός ισχυρισμός. Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται διότι σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, όπως έχουν προεκτεθεί αναλυτικά, προς αποφυγή άσκοπης επανάληψης, το Εφετείο ερεύνησε τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί της θέσης του θύματος ως συνοδηγού και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο με ειδική και εμπεριστατωμένη απορριπτική αιτιολογία κρίνοντας ότι αυτός οδηγούσε. Κατόπιν όλων αυτών ο 1ος αναιρετικός λόγος και κατά τα τέσσερα σκέλη αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 19, 12, 11γ και 8 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του κατά τις ανωτέρω επί μέρους διακρίσεις.

Περαιτέρω με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν την ίδια επίσης πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ και παραπονούνται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στις σελίδες 21 έως 36 του αναιρετηρίου 25 έγγραφα και 80 δελτία συμβάντων του ΑΤ ..., τα οποία είχαν προσκομίσει με νόμιμη επίκληση και τα οποία είναι ουσιώδη ως προς το κρίσιμο ζήτημα της θεμελίωσης αδικοπρακτικής ευθύνης της 1ης και της 2ης αναιρεσίβλητης, εκ των οποίων η μεν 1η Κ/Ξ παρέλειψε να συντηρήσει το ασφαλτικό οδόστρωμα στη θέση 161,8 της ΝΕΟ, όπου συνέβη η εκτροπή του περιπολικού στην "χοάνη προσαρμογής", η δε 2η αναιρεσίβλητη παρέλειψε να αποκαταστήσει τις κακοτεχνίες με αντιολισθηρό ασφαλτικό τάπητα και ότι αμφότερες παρέλειψαν να τοποθετήσουν την νόμιμη εργοταξιακή σήμανση του αυτοκινητοδρόμου ΠΑΘΕ στον τόπο του δυστυχήματος.

Ο λόγος αυτός της αίτησης πρέπει να απορριφθεί καθόσον από την ρητή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφαση και σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, με την οποία απορρίφθηκαν με ειδική αιτιολογία οι ανωτέρω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων και κρίθηκε ότι οι αναιρεσιβλητες κατασκευαστικές εταιρείες (1η και 2η τούτων) δεν ευθύνονται αδικοπρακτικά, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με όλες τις λοιπές αποδείξεις και τα εν λόγω έγγραφα.

Επομένως, ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Με το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ’ και δ’ του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12 του ν. 2915/2001 και πριν την κατάργησή του με την παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του άρθρ. 1 του Ν. 4335/2015, ο οποίος εν προκειμένω δεν έχει εφαρμογή ως εκ του χρόνου άσκησης της κρινόμενης αναίρεσης (31-3-2014), ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν.

Με την διάταξη αυτή εισήχθη στην τακτική διαδικασία ενώπιον κάθε πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η χρήση από τους διαδίκους ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκαν οι οριζόμενες στην διάταξη αυτή προϋποθέσεις για την έγκυρη λήψη τους, παράλληλα δε τέθηκε όριο ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.

Έτσι, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, επιτρέπεται η λήψη από το δικαστήριο τριών κατ’ ανώτατο όριο ενόρκων βεβαιώσεων για κάθε διάδικη πλευρά. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ. 1 εδ. α’ και 270 παρ. 2 εδ. γ’ και δ’ του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά τον Ν. 2915/2001, συνάγεται ότι το Εφετείο, όταν δικάζει εφέσεις κατ’ αποφάσεων του Πρωτοδικείου, λαμβάνει υπόψη, ως αποδεικτικά μέσα και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου συνταχθείσες πριν από τη δικάσιμο και μετά προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις προσκομίζει, δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από τη βεβαίωση.

Στην περίπτωση κατά την οποία προσκομιστούν από κάποιο διάδικο περισσότερες από τρεις ένορκες βεβαιώσεις λαμβάνονται υπ’ όψη οι τρεις πρώτες κατά τη σειρά της επίκλησής τους. Το όριο των τριών ένορκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (άρθρ. 218 Κ.Πολ.Δ.) ή της ανταγωγής (άρθρ. 268 Κ.ΠοΑ.Δ.), δηλαδή και στις περιπτώσεις αυτές τρεις συνολικά ένορκες βεβαιώσεις επιτρέπεται σε κάθε διάδικο μέρος να επικαλεσθεί και να προσκομίσει (ΑΠ 88/2016, ΑΠ 1103/2011).

Συνεπώς, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει με τις λοιπές αποδείξεις πέραν των τριών πρώτων, ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε οποιοδήποτε από τα διάδικα μέρη, υποπίπτει στις από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. α’ και 14 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, δηλ. της λήψης υπόψη μη επιτρεπομένων από το νόμο αποδεικτικών μέσων και της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου τούτων, ενώ αν δεν λάβει υπόψη ως απαράδεκτη κάποια από τις τρεις πρώτες (με τη σειρά της επίκλησης) ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέστηκε και προσκόμισε οιοσδήποτε από τους διαδίκους υποπίπτει στις από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.

γ’ και 14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες (ΑΠ 589/2013). Με τον 3ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν επίσης την ίδια πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο - ένορκη βεβαίωση, που είχαν προσκομίσει με νόμιμη επίκληση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ειδικότερα, την υπ’ αρ. .../2007 ένορκη βεβαίωση του Δ.

Α. Κ., δικαστικού πραγματογνώμονα, ε.α. αντιστράτηγου της ΕΛΑΣ που είχε συνταχθεί ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, Δ. Τ. και επίσης είχε επαναπροσκομιστεί νόμιμα στο Εφετείο, με σειρά τέταρτη, μεταξύ συνολικά πέντε ενόρκων βεβαιώσεων και την οποία όφειλε το Εφετείο να λάβει υπόψη του (κατά τις προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες εκδοχές) και να μην την αποκρούσει ως υπεράριθμη.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του, εκτός των άλλων προσκομισθέντων και επικληθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων και τις ένορκες βεβαιώσεις που είχαν προσκομιστεί με νόμιμη επίκληση και δέχτηκε (βλ.

σελ. 4β) τα εξής: "...από τις προσκομιζόμενες από όλους τους εκκαλούντες -ενάγοντες, κατά σειρά επικλήσεως στις προτάσεις, που κατέθεσαν στο Δικαστήριο τούτο: 1) υπ’ αριθμ. .../30-1-2012 ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Φαλάρων, Μ. Β. - Τ., με επιμέλεια όλων των εκκαλούντων, μετά από νομότυπη κλήτευση των εφεσιβλήτων (βλ.

τις υπ’ αριθμ. .../16-1-2012, ...18-1-2012 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Π. Α. και την υπ’ αριθμ. ... /11-1-2012 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Βέροιας, Ε. Α.), 2) υπ’ αριθμ. ...-2-2012 ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, με επιμέλεια όλων των εκκαλούντων, μετά από νομότυπη κλήτευση των εφεσιβλήτων (βλ.

τις υπ’ αριθμ. .../ 13-2-2012 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Π. Α. και την υπ’ αριθμ. ...13-2-2012 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Βέροιας, Ε. Α.) και 3) υπ’ αριθμ. .../18-12-2007 ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, με επιμέλεια όλων των εναγόντων, μετά από νομότυπη κλήτευση των εναγομένων (βλ.

τις υπ’ αριθμ. ...12-12-2007, .../11-12-2007, .../12-12-2007 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Χ. Σ. και την υπ’ αρ. .../ 12-12-2007 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Βέροιας, Ε. Α.), από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από την τρίτη εφεσίβλητη - εναγομένη, υπ’ αρ. .../28-12-2007 ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά από νομότυπη κλήτευση των εναγόντων (βλ.

τις υπ’ αριθμ... και ...21-12-2007 εκθέσεις επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καρδίτσας, Φ. Μ.), χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, οι πέραν των τριών εκ μέρους όλων των εκκαλούντων - εναγόντων προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις, ήτοι: α) η τέταρτη, κατά τη σειρά που οι τελευταίοι την επικαλούνται στις προτάσεις, που κατέθεσαν στο Δικαστήριο τούτο, ένορκη βεβαίωση με αριθμό .../28-12-2007 του Δ.

Κ., που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών και β) η προσκομιζόμενη από τους εκκαλούντες - ενάγοντες ένορκη βεβαίωση με αριθμό .../2007 του Ν. Β., που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν, αφού πέραν του άνω λόγου, δεν γίνεται και επίκλησή της στις προτάσεις των εκκαλούντων...".

Επομένως, το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη μόνο τις τρεις πρώτες κατά σειρά επικλήσεως στις προτάσεις, που κατέθεσαν οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες ενώπιόν του ένορκες βεβαιώσεις και δη: 1) την υπ’ αριθμ. .../30-1-2012 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Φαλάρων, Μ. Β. - Τ., 2) την υπ’ αριθμ. ...-2-2012 ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών και 3) την υπ’ αριθμ. .../18-12-2007 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, και να μην λάβει υπόψη, ως υπεράριθμες, τις λοιπές δύο από τις πέντε προσκομισθείσες στο Εφετείο, μεταξύ των οποίων και η προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Δ.

Α. Κ., δικαστικού πραγμ/να, ε.ά αντιστράτηγου της ΕΛΑΣ, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια, εφόσον οι πέραν των τριών ένορκες βεβαιώσεις αποτελούσαν απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο.

Συνεπώς ορθά δεν λήφθηκε υπόψη η κατά σειρά τέταρτη για την οποία προβάλλουν αιτίαση οι αναιρεσείοντες (σύμφωνα με την αρίθμηση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων στις κατ’ έφεση προτάσεις τους) κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 569 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκησή της (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης 3ης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, ενώ δεν θα περιληφθεί στην απόφαση διάταξη περί δικαστικών εξόδων υπέρ των λοιπών αναιρεσιβλήτων, διότι, επειδή ερημοδίκησαν, δεν έχουν υποβληθεί σε τέτοια δαπάνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-3-2014 (αρ. ...2014) αίτηση για αναίρεση της υπ’ αρ. 210/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της 3ης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ