Supreme Court allows appeal and extends favorable ruling to co-defendants for procedural errors not personal to appellants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeals filed by two defendants against a third-instance judgment. The appellants argued for procedural errors regarding the lack of specific reasoning and legal basis in the lower court's decision. The court ruled that these errors applied to all co-defendants, not just the appellants, and therefore extended the favorable outcome to the other convicted accomplices who did not file appeals.
Legislator headnote
AI generatedArticles 288(1) of the Penal Code; Article 510(1)(d), (e) of the Code of Criminal Procedure; Article 469 of the Code of Criminal Procedure: When an appeal is admissible and successful, the favorable result extends to other co-defendants if the grounds are not personal to the appellant and apply objectively to the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1164 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1164/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Β. Μ. του Κ. και 2. Χ. Μ. του Γ., αμφότεροι κάτοικοι ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ζωή Μιζέλη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 9990/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις υπ’ αριθμ. πρωτ. .../7-12-2015 και .../7-12-2015, αντίστοιχα, αιτήσεις αναιρέσεως και στους από 28 Απριλίου 2016 αντίστοιχα, προσθέτους λόγους οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 91/2016.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αναίρεσης των αναιρεσειόντων και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και ως προς τους καταδικασθέντες συγκατηγορούμενους και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο σύνολό της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 6-12-2015 και με αριθμ. πρωτ. .../7-12-2015 και .../7-12-2015 αιτήσεις των Β. Μ. του Κ. και Χ. Μ. του Γ. αντίστοιχα για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 9990/2015 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης καθώς και οι από 27-4-1016 πρόσθετοι λόγοι, που κατατέθηκαν με χωριστά δικόγραφα την 28-4-2016, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 288 παρ 1 του ΠΚ όποιος με πρόθεση ματαιώνει ή δυσχεραίνει την ενέργεια που είναι αναγκαία για να αποτραπεί ή να κατασταλεί ένας κοινός κίνδυνος που υπάρχει ή που επίκειται τιμωρείται με φυλάκιση, αν δεν συντρέχει περίπτωση αυστηρότερης τιμώρησης σύμφωνα με άλλη διάταξη. Το έγκλημα αυτό προβλέπει την παρακώληση της αναγκαίας ενέργειας προς αποτροπή ή καταστολή υφισταμένου ή εγγύς επικειμένου κοινού κινδύνου, έχει επικουρικό χαρακτήρα όπως φαίνεται από την ρήτρα σχετικής επικουρικότητας στο κυρωτικό τμήμα αυτού, για δε τον προσδιορισμό της ενέργειας του υπαιτίου (παρακώληση) χρησιμοποιεί ο νομοθέτης τους όρους ματαίωση ή δυσχέρανση στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού.
Ειδικότερα ως ματαίωση νοείται η υπό του υποκειμένου τελέσεως οριστική αποτροπή της αναγκαίας ενεργείας τρίτου ενώ ως δυσχέρανση νοείται η απλή παρεμπόδιση αυτής η οποία μπορεί να γίνει με οιοδήποτε τρόπο. Σύμφωνα με τα παραπάνω λογικά προϋποτίθεται ότι προϋφίσταται της ματαιώσεως ή δυσχεράνσεως η ενέργεια τρίτου τινός είτε ως ενεστώσα είτε ως δυναμένη να επέλθει προς αποτροπή του κινδύνου, την οποίαν ακριβώς θέλει να καταστήσει ανενεργή κατά τα αποτελέσματα της ο δράστης, ο οποίος μπορεί να είναι όχι μόνο εκείνος που προκάλεσε τον κοινό κίνδυνο ή την εμφάνιση εγγύς επικειμένου τέτοιου αλλά ο καθένας.
Ως αναγκαία ενέργεια νοείται κάθε ανεξαιρέτως ανθρώπινη ενέργεια (πράξη ή παράλειψη κατά τα άρθρα 14 και 15 ΠΚ), η οποία βάσει των εκάστοτε ειδικών συνθηκών είναι επιβεβλημένη για να κατασταλεί ή αποτραπεί ο υφιστάμενος ή εγγύς επερχόμενος κοινός κίνδυνος. Έτσι για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εξεταζομένου εγκλήματος απαιτείται πλην του υφισταμένου ή εγγύς επικειμένου κοινού κινδύνου να έχει αρχίσει και να προβλέπεται από τον υπαίτιο ενέργεια τρίτου, η οποία είναι αναγκαία για την καταστολή ή αποτροπή του κοινού κινδύνου, κατά της οποίας ενέργειας στρέφεται ο δράστης για τη ματαίωση ή δυσχέρανση αυτής.
Αυτό μπορεί να γίνει όταν ο υπαίτιος ευθέως παρεμποδίζει τα προτιθέμενα να παράσχουν βοήθεια πρόσωπα προς αποτροπή του κοινού κινδύνου ή καθιστά ελαττωματικά ή ανεπίδεκτα χρησιμοποιήσεως τα μέσα τα οποία ο τρίτος προτίθεται να χρησιμοποιήσει για την αποτροπή του υφισταμένου ή εγγύς επικειμένου κοινού κινδύνου.
Η ως άνω εκ της δομής της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού συναγόμενη αντίθετη παρεμβατική προσπάθεια του δράστη, προς την αρξαμένη ή την απ’ αυτόν προβλεπομένη ενέργεια τρίτου προς αποτροπή του κοινού κινδύνου, συνάγεται και από τη φύση του εγκλήματος ως διακινδυνεύσεως καθ" όσον δεν απαιτείται για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως να μη έλαβε χώρα από οποιονδήποτε μεταγενέστερα η αναγκαία ενέργεια, η τείνουσα προς περιστολή ή καταστολή του κοινού κινδύνου, γι’ αυτό το έγκλημα αυτό έχει τελεσθεί ευθύς ως ο υπαίτιος εματαίωσε ή δυσχέρανε την προς αποτροπή ή καταστολή του υφισταμένου ή εγγύς επικειμένου κοινού κινδύνου αναγκαία ενέργεια εκείνου που επεχείρησε αυτή.
Εξ υποκειμένου απαιτείται πρόθεση δηλαδή δόλος ο οποίος συνίσταται στην γνώση ότι υφίσταται ή εγγύς επίκειται κοινός κίνδυνος και στη θέληση της ματαιώσεως ή της δυσχεράνσεως της προς αποτροπή ή καταστολή αυτού ενέργειας. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί (ΑΠ 554/13, 1398/07). Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ" του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σΧ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ, ως προς τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της, αρκεί ο προσδιορισμός τους γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά.
Πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 9990/15 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων σ’ αυτό κατ" είδος αποδεικτικών μέσων (πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογίες παρόντων κατηγορουμένων), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : "...οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι, είναι εξ αδιαιρέτου συγκύριοι κατά το 1/6 ο καθένας από αυτούς μιας οικοδομής που αποτελείται από ισόγειο, το οποίο περιλαμβάνει τρία καταστήματα και πρώτο όροφο, ο οποίος περιλαμβάνει ένα παλιό διαμέρισμα εμβαδού κάθε ορόφου 120 τμ.
περίπου. Η εν λόγω οικοδομή που βρίσκεται επί της οδού ... στο … Θεσσαλονίκης, έχει ανεγερθεί προ 60 ετίας περίπου. Την 2-10-2007 κατόπιν αυτοψίας που διενεργήθηκε από τους αρμόδιους υπαλλήλους του Πολεοδομικού Γραφείου Λαγκαδά, διαπιστώθηκε ότι η οικοδομή παρουσίαζε ρηγματώσεις - αποκλίσεις από την κατακόρυφο στο τμήμα της προσθήκης του ορόφου (διαστάσεων 5,00X4,00 περίπου) και ότι η υπόλοιπη οικοδομή κρινόταν επισκευάσιμη ως προς τον όροφο όπου παρατηρούνταν μεμονωμένες ζημίες λόγω της παλαιότητας και της έλλειψης συντήρησης, ενώ στο ισόγειο δεν παρατηρούνταν ζημίες άξιες λόγου.
Για το λόγο αυτό εκδόθηκε η με αριθμό …/2-10-2007 έκθεση επικινδύνως ετοιμόρροπης κατασκευής, σύμφωνα με την οποία, η εν λόγω προσθήκη κρίθηκε κατεδαφιστέα, από τα μέλη της επιτροπής του άρθρου 7 του π.δ. της 13-4-1929, η οποία έκθεση κοινοποιήθηκε σε όλους τους συγκυρίους του ακινήτου στις 23-5-2008 και στον αρμόδιο για την εκτέλεση της κατεδάφισης Δήμο Λαγκαδά.
Παρά την ως άνω κοινοποίηση σε γενόμενο έλεγχο που έλαβε χώρα την 4-8-2008 από αστυνομικό του Α.Τ. … διαπιστώθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν προβεί στην επιτασσόμενη κατά τα ανωτέρω κατεδάφιση του ετοιμόρροπου κτίσματος. Το τμήμα αυτό το οποίο εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα δηλαδή επτά περίπου χρόνια μετά τη σύνταξη της ως άνω έκθεσης είναι επικίνδυνο τόσο για τους διερχόμενους, όσο και για αυτούς που εισέρχονται μέσα στο κτίριο για αυτό άλλωστε και δόθηκε σύντομη προθεσμία τριών ημερών για την κατεδάφιση του και την εκκένωση του.
Ούτε όμως επέτρεψαν στην αρμόδια υπηρεσία του Δήμου να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες κατεδάφισης. Ειδικότερα αντιλαμβανόμενοι την επικινδυνότητα του τμήματος της οροφής, εκμεταλλευόμενοι όμως το ως άνω έγγραφο της επιτροπής της πολεοδομίας, προκειμένου να ικανοποιήσουν με ιδιοτελή τρόπο τα ατομικά συμφέροντα τους έναντι αλλήλων, έχουν ανοίξει σφοδρή δικαστική διαμάχη αναμεταξύ τους εμπλέκοντας σε αυτή και βομβαρδίζοντας με πληθώρα εγγράφων και υπαλλήλους των αρμοδίων υπηρεσιών, με αποτέλεσμα τη μέχρι σήμερα ματαίωση της διενέργειας κατεδάφισης του επικίνδυνου τμήματος.
Όπως δε αποδείχθηκε οι μεν δύο πρώτοι κατηγορούμενοι επιθυμούν όχι την μερική, όπως επιτάσσει το ως άνω έγγραφο, αλλά την ολική κατεδάφιση του κτιρίου και την ανέγερση νέου στη θέση του παλιού, (προσπάθεια που είχε γίνει και παλαιότερα και ματαιώθηκε διότι οι Ίδιοι δεν συμφωνούσαν στο τρόπο της προ πάσης ανεγέρσεως διανομή), επικαλούμενοι ότι είναι οικονομικά ασύμφορη η καθαίρεση μέρους μόνο αυτού, ενώ οι λοιποί κατηγορούμενοι συναινούν στην καθαίρεση του επικίνδυνου μέρους με την προϋπόθεση να συμβάλλουν όλοι στα έξοδα της επικάλυψης της στέγης, η οποία απαιτείται μετά την καθαίρεση, ενόψει του ότι ακριβώς από κάτω στεγάζεται κατάστημα ΠΡΟΠΟ.
Όλοι δε μαζί αν και γνωρίζουν τον κοινό κίνδυνο που υπάρχει, παρά ταύτα παραλείπουν τη διενέργεια της κατεδάφισης και αποτρέπουν τη διενέργεια αυτής από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου, θέτοντας διαρκή προσκόμματα στις τελευταίες αποδεχόμενοι τον κίνδυνο πτώσης του τμήματος της προσθήκης, υποκινούμενοι μάλιστα από λόγους υστεροβουλίας, μέχρι να εξευρεθεί μία λύση η οποία θα είναι συμφέρουσα για τον καθένα από αυτούς, αναφορικά με τα απορρέοντα από τη σχέση κοινωνίας δικαιώματα τους.
Με τον τρόπο αυτό όμως ματαιώνουν με πρόθεση τη μερική κατεδάφιση του κτιρίου που είναι αναγκαία για να αποτραπεί ο κίνδυνος πτώσης του τμήματος της προσθήκης και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξη για την οποία κατηγορούνται με ποινή ελαττωμένη δεδομένου ότι έζησαν ως το χρόνο που έγινε το αδίκημα, έντιμη οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή".
Ακολούθως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε τους κατηγορούμενους - αναιρεσείοντες ενόχους, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α’ ΠΚ, του ότι : "Στο Λαγκαδά Θεσσαλονίκης την 4-8-2008 με πρόθεση ματαιώνουν ή δυσχεραίνουν την ενέργεια που είναι αναγκαία για να αποτραπεί και κατασταλεί ένας κοινός κίνδυνος που υπάρχει ή που επίκειται και συγκεκριμένα ως συνιδιοκτήτες μίας διώροφης οικοδομής διαστάσεων 10,0 χ 7,0 μ. περίπου με πίσω προσθήκη διαστάσεων 5,0 χ 4,0 περίπου που βρίσκεται στην οδό ... και παρουσιάζει έντονες ρηγματώσεις - αποκλίσεις από την κατακόρυφο στο τμήμα της προσθήκης του ορόφου (διαστ. 5,0 χ 4,0 μ. περίπου) και κρίθηκε από το αρμόδιο Τμήμα της Πολεοδομίας Λαγκαδά με την με αριθμ. …/2-10-2007 έκθεση αυτοψίας ότι λόγω των ρηγματώσεων και αποκλίσεων η προαναφερόμενη προσθήκη έπρεπε να κατεδαφιστεί, αν και ως συνιδιοκτήτες του ως άνω κτίσματος όφειλαν να προβούν σε εργασίες κατεδάφισης της ως άνω προσθήκης δεν έχουν προβεί στις ενέργειες αυτές, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος κατάρρευσης ογκολίθων και συνεπώς να προκύπτει κοινός κίνδυνος για ανθρώπους και ξένα πράγματα".
Με αυτά όμως που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως της πιο πάνω αξιόποινης πράξης της αποτροπής κοινού κινδύνου, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 288 παρ. 1 ΠΚ που εφαρμόστηκε.
Ειδικότερα, η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται συγχρόνως ότι κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως την 4-8-08, κατά την οποία έγινε έλεγχος από αστυνομικό του AT…, διαπιστώθηκε πως μέχρι την ημέρα εκείνη, αφενός μεν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι (καθώς και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί τους) δεν είχαν προβεί στην επιτασσόμενη κατεδάφιση του ετοιμόρροπου κτίσματος αφετέρου δε ότι όλοι οι κατηγορούμενοι απέτρεψαν και αποτρέπουν τη διενέργεια αυτής από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου Λαγκαδά θέτοντας διαρκή προσκόμματα, χωρίς περαιτέρω να προσδιορίζεται με σαφήνεια αν πράγματι οι αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου Λαγκαδά επιχείρησαν να προβούν στην κατεδάφιση του ανωτέρω κτίσματος και σε θετική περίπτωση πότε συγκεκριμένα (δηλ.
ποια ημερομηνία) συνέβη αυτό καθώς και ποια συγκεκριμένα προσκόμματα έθεσαν οι κατηγορούμενοι και έτσι ματαίωσαν την κατεδάφιση του ετοιμόρροπου κτίσματος και τούτο γιατί μόνο τότε διαπράττεται το έγκλημα της παρεμπόδισης αποτροπής κοινού κινδύνου κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη. Προσέτι υφίσταται αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλομένης, στο οποίο (διατακτικό) αναφέρεται μόνο ότι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί τους δεν έχουν προβεί στις εργασίες κατεδάφισης του ετοιμόρροπου κτίσματος, γεγονός το οποίο δεν στοιχειοθετεί το προαναφερόμενο έγκλημα.
Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, κύριοι και πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου τους, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων (κύριων και πρόσθετων) αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠΔ).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 του ΚΠΔ, "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ" αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους ...".
Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμέτοχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπο του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμου προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο.
Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς.
Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ιδίους λόγους, κυρίους ή προσθέτους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα, που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος (ΑΠ 734/15).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι κατά τα ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως των αναιρεσειόντων, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης που έγιναν δεκτοί, δεν αφορούν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτών, αλλά αφορούν και το πρόσωπο των συγκαταδικασθέντων συγκατηγορουμένων τους Ι. Σ., Σ. Σ., Μ. Τ. και Χ. Τ., στους οποίους επιβλήθηκε η ίδια ποινή φυλακίσεως των τεσσάρων (4) μηνών.
Επομένως, το προαναφερθέν επωφελές αποτέλεσμα της αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Β. και Χ. Μ. πρέπει να επεκταθεί, κατ’ άρθρο 469 ΚΠΔ, και τους ανωτέρω συγκατηγορούμενούς τους, που καταδικάσθηκαν για την ίδια πράξη και δεν άσκησαν αναίρεση κατά της προσβαλλομένης από τους αναιρεσείοντες αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 9990/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τις διατάξεις της που αφορούν τους αναιρεσείοντες Β. Μ. και Χ. Μ..
Επεκτείνει το αναιρετικό ως άνω αποτέλεσμα της παρούσας αποφάσεως και στους καταδικασθέντες συγκατηγορούμενους των αναιρεσειόντων Ι. Σ., Σ. Σ., Μ. Τ. και Χ. Τ. και αναιρεί την παραπάνω απόφαση και ως προς αυτούς. Και
Παραπέμπει την υπόθεση στο σύνολο της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ