Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on contract termination damages and penalty clause reduction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a contract dispute. The appellant argued that the lower court erred in applying the penalty clause reduction rule by failing to quantify specific damages and ignoring the company's quality control systems. The court rejected these claims as vague and unsupported by evidence, noting that the right to reduce penalties does not depend on proving actual financial loss. Consequently, the appeal was rejected, costs were assigned to the appellant, and the original judgment stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) and 14 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court cannot overturn a lower court's decision on penalty reduction merely because the lower court did not quantify damages, as the statutory right to mitigate penalties is independent of the existence of proven financial loss.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1164 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1164/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "CORAL ΑΕ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "CORAL Α.Ε.", που εδρεύει στο …. και εκπροσωπείται νόμιμα, που προήλθε από την αλλαγή της επωνυμίας τη ανώνυμης εταιρείας "SHELL HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Πετρελαιοειδών και Χημικών Προϊόντων", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη-Πρόδρομο Αναστασιάδη.
Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εμπροικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ν. Γ. Ο.Ε., που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Νιζάμη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6958/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 980/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει η αναιρεσείουσα με την από 8-9-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 24-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 παρ.1 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στην σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως, όταν, παρά την μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά την ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτήν. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση έστω και εμμέσως κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για την διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχομένη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (Α.Π.115/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ομόρρυθμη εμπορική εταιρία διατηρεί στο ... και συγκεκριμένα στο 10° χιλιόμετρο Εθνικής Οδού .... πρατήριο πωλήσεως υγρών καυσίμων και λιπαντικών για τον ανεφοδιασμό και την εξυπηρέτηση των αυτοκινήτων η δε εναγομένη τυγχάνει ανώνυμη εταιρία πετρελαιοειδών, με κύριο αντικείμενο της δραστηριότητάς της την εμπορία και διανομή καυσίμων και λιπαντικών σε όλη την Ελλάδα, δια πρατηρίων υγρών καυσίμων, που φέρουν το σήμα της.
Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων τους αυτών τα διάδικα μέρη με την από 20-2-1996 έγγραφη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας από 10-2-1996 μέχρι 9-2-2008 συμφώνησαν μεταξύ άλλων η μεν ενάγουσα να προμηθεύεται για όλη τη διάρκειά της, αποκλειστικά από την εναγομένη υγρά καύσιμα, τα οποία ακολούθως θα μεταπωλούσε από το πρατήριό της σε τρίτους, ενώ η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να εφοδιάζει το πρατήριο της ενάγουσας με καύσιμα και λιπαντικά.
Μεταξύ των ουσιωδών όρων της σύμβασης περιλαμβάνονται και οι ακόλουθοι: 1) υπό στοιχείο 4α που ορίζει "Με τη παρούσα σύμβαση εμπορικής συνεργασίας τα συμβαλλόμενα μέρη αποβλέπουν εκτός των άλλων στην κατά το μέτρον του δυνατού επίτευξη μεγαλυτέρου όγκου μεταπωλήσεων μέσω του πρατηρίου όπως και στη διατήρηση και προβολή του ονόματος της ..." 2)...Πέραν τούτων ο "πρατηριούχος" υποχρεούται να εκτελεί τη διακίνηση μέσω του πρατηρίου και τη διάθεση στο καταναλωτικό κοινό, των καυσίμων και λιπαντικών ως και των άλλων τυχόν ειδών αυτοκινητιστού, κατά τρόπο που θα τηρούνται επακριβώς οι σχετικές με τα εν λόγω είδη διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας Νομοθεσίας (όπως Αγορανομικής, Αθεμίτου Ανταγωνισμού, Προστασίας Καταναλωτού και άλλες).
Σε περίπτωση διαπιστώσεως τέτοιας παραβάσεως παρά των αρμοδίων αρχών, και πριν από οιαδήποτε δικαστική διαπίστωση αυτής, η ... δικαιούται να καταγγείλει από υπαιτιότητα του "πρατηριούχου" την παρούσα σύμβαση όπως και κάθε άλλη μεταξύ αυτής και του πρατηριούχου. ζ) "Ο "πρατηριούχος" υποχρεούται όπως αξιώνει και παραλαμβάνει από τον οδηγό του μεταφέροντος τα καύσιμα βυτιοφόρου αυτοκινήτου το κατά νόμον σφραγισμένο μέσα σε λευκοσιδηρό δοχείο δείγμα της παραδοθείσας ποσότητος το οποίο οφείλει να διαφυλάττει για την περίπτωση ενδεχομένου αγορανομικού ελέγχου
". 3) υπό στοιχείο 18 β που ορίζει "β) Παρέχεται το δικαίωμα στην ... και "τον πρατηριούχο" να καταγγείλουν αμέσως την παρούσα σύμβαση, σε περίπτωση παραβάσεως, ή και μη ακριβούς τηρήσεως οιουδήποτε όρου αυτής από τον άλλο συμβαλλόμενο....Ρητώς συμφωνείται ότι σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως από οποιονδήποτε συμβαλλόμενο, θα καταπίπτει σε βάρος είτε του αναιτίως καταγγείλαντος είτε του υπαιτίως προκαλέσαντος την καταγγελία από τον αντισυμβαλλόμενο του, ως ποινή, το εύλογο και δίκαιο ποσό των δραχμών 5.000.000 για κάθε έτος που υπολείπεται μέχρι την συμφωνηθείσα λήξη της συμβάσεως (ποινική ρήτρα)".
Η συνεργασία των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και ειδικότερα στις κάτωθι περιπτώσεις η εναγομένη παρέδωσε στην ενάγουσα ελλειμματικές ποσότητες καυσίμων". Ακολούθως το Εφετείο, αφού αναφέρει λεπτομερώς της ελλειματικές ποσότητες καυσίμων τις οποίες παρέδωσε η εναγομένη στην ενάγουσα, κατά τους ειδικότερα προσδιοριζόμενους χρόνους και τα τιμολόγια που επιδόθηκαν γι’ αυτές, συνεχίζει: " Σ’ όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις αποδείχθηκε ότι κατά την παραλαβή των προς μεταπώληση καυσίμων στην ενάγουσα πραγματοποιήθηκε από την πρατηριούχο έλεγχος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον όρο 6 στ της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης και μέτρηση με την ειδική σφραγισμένη ράβδο μετρήσεως του βυτιοφόρου και με τον τρόπο αυτό διαπιστώθηκε η ύπαρξη ελλείμματος στην παραδοθείσα ποσότητα καυσίμων...Παρά δε το γεγονός ότι η μη ακριβής τήρηση οιουδήποτε όρου της μεταξύ τους υπογραφείσας σύμβασης αναγορεύτηκε σε λόγο καταγγελίας της σύμβασης...
η ενάγουσα ενεργώντας καλόπιστα δεν προχώρησε κατά τους χρόνους των ελλειμματικών παραδόσεων σε καταγγελία της σύμβασης και επιβαρύνθηκε λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης της ενοχής της εναγομένης το ποσό της ελλειμματικής ποσότητας με δική της ζημία. Να σημειωθεί ότι, η υποχρέωση της εναγομένης για ακριβή παράδοση των ποσοτήτων καυσίμων που είχαν παραγγελθεί δεν καταχωρήθηκε ως συμβατική της υποχρέωση στο κείμενο της συμβάσεως, η υποχρέωση της όμως αυτή αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της υποστήριξης, που όφειλε να παρέχει στην ενάγουσα, δεδομένου ότι η ακριβής ποσότητα των υπό παράδοση καυσίμων συνάπτεται με τις υποχρεώσεις που η ενάγουσα αναλάμβανε περαιτέρω έναντι των πελατών της και είναι συνεπώς στοιχείο της εύρυθμης λειτουργίας του πρατηρίου συνακόλουθα της ανταγωνιστικότητας του έναντι άλλων με τελικό στόχο την πλήρωση του 4α όρου της σύμβασης ήτοι της επίτευξης μεγαλύτερου όγκου μεταπωλήσεων μέσω του πρατηρίου....Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 30-4-1999 η εναγομένη πώλησε στην ενάγουσα 6.400 λίτρα βενζίνης αμόλυβδης 95 οκτανίων, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1999 τιμολογίου/δελτίου αποστολής από τα οποία η ενάγουσα παρέλαβε μόνο 1080 λίτρα, ενώ η λοιπή ποσότητα επεστράφη, διότι διαπιστώθηκε ότι το ανωτέρω καύσιμο είχε προσμίξεις με ποσότητα νερού.
Συγκεκριμένα παρατηρήθηκε θολότητα του πετρελαίου που σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης οφείλεται σε διείσδυση υγρασίας κατά τη φόρτωση του βυτιοφόρου στις εγκαταστάσεις της εναγομένης στη Μαγνησία, δηλαδή σε περιστατικά που βρίσκονται στη σφαίρα ευθύνης της εναγομένης καθόσον ανάγονται σε χρόνο προ της παραδόσεως της παραγγελθείσας ποσότητας στην ενάγουσα.
Η τελευταία συνεπεία της αντισυμβατικής ως άνω συμπεριφοράς της εναγομένης και πέραν της αδυναμίας της να παραλάβει όλη την παραγγελθείσα ποσότητα καυσίμου με εξυπακουόμενες αρνητικές συνέπειες στις σχέσεις της με τους πελάτες της, επιπλέον, όπως δεν αμφισβητείται, επιβαρύνθηκε με τον απαιτούμενο καθαρισμό των δεξαμενών της αμόλυβδης και σούπερ βενζίνης του πρατηρίου της από τα νερά...Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι στις 11.07.2001 σε ποιοτικό έλεγχο υγρών καυσίμων που πραγματοποίησε κινητό συνεργείο της εναγομένης στο πρατήριο της ενάγουσας, αλλά και κατά την επανεξέταση των δειγμάτων στο χημείο αυτής διαπιστώθηκε ότι η αμόλυβδη βενζίνη 98 οκτανίων που διέθετε η ενάγουσα ήταν αναμεμειγμένη με αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων σε ποσοστό 10%.
Σχετικά με το περιστατικό αυτό αρχικά η εναγομένη απηύθυνε την από 23 Ιουλίου 2001 επιστολή στην ενάγουσα με την οποία της εφιστούσε την προσοχή για την εξασφάλιση της καλής ποιότητας των διακινούμενων καυσίμων και για την τήρηση των αγορανομικών διατάξεων. Ακολούθως η ενάγουσα με την από 02.08.2001 αίτηση-αναφορά της προς τη Διεύθυνση Εμπορίου της Νομαρχίας Μαγνησίας ζήτησε τον έλεγχο των προσκομιζόμενων από αυτήν δειγμάτων καυσίμων προκειμένου να αποδειχθεί ότι ουδεμία ανάμιξη είχε στη συγκεκριμένη πράξη.
Στη συνέχεια η εναγομένη με την από 19 Ιανουαρίου 2002 επιστολή της προς την ενάγουσα, της γνωστοποίησε ότι μετά από δεύτερο έλεγχο του αντιδείγματος υγρού καυσίμου βενζίνης 98 οκτανίων που είχε ληφθεί από το πρατήριό της το καύσιμο βρέθηκε ανεκτώς κανονικό και ως εκ τούτου ζητήθηκε από την ενάγουσα να θεωρήσει την προγενέστερη από 23 Ιουλίου 2001 επιστολή ως μηδέποτε αποσταλείσα και ζητήθηκε συγγνώμη για την αναστάτωση που της προκάλεσε...Αποδείχθηκε ακόμη, ότι όταν στις 17.04.2002 στο πρατήριο της ενάγουσας διενεργήθηκε ποιοτικός έλεγχος υγρών καυσίμων από τη Διεύθυνση Εμπορίου Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας μέσω της Χημικής Υπηρεσίας Βόλου αλλά και κατά την επανεξέταση των δειγμάτων στην Δ’ Χημική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης διαπιστώθηκε ότι η αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων ήταν αναμεμειγμένη με ανώτερα κλάσματα πετρελαίου σε ποσοστό 4% τουλάχιστον....ενώ το δείγμα που είχε ληφθεί από το βυτιοφόρο αυτοκίνητο της εναγομένης διαπιστώθηκε κατόπιν κατ’ έφεση εξέτασης από το Χημικό του Γενικού Χημείου του Κράτους ότι περιείχε αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων (RON) νοθευμένη με ανώτερα κλάσματα πετρελαίου σε ποσοστό 20% τουλάχιστον.
Ακολούθως στις 19.04.2002 σε ποιοτικό έλεγχο υγρών καυσίμων που διενήργησε η Διεύθυνση Εμπορίου Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας στο πρατήριο της ενάγουσας μέσω της Χημικής Υπηρεσίας Βόλου, καθώς και στην επανεξέταση των δειγμάτων στην Δ’ Χημική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης διαπιστώθηκε ότι η αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων που προμηθεύτηκε η ενάγουσα ....ήταν αναμεμειγμένη με βαρύτερα κλάσματα πετρελαίου σε ποσοστό 8% τουλάχιστον, ενώ το δείγμα που είχε ληφθεί κατά την παράδοση των καυσίμων από το βυτιοφόρο αυτοκίνητο της εναγομένης διαπιστώθηκε κατόπιν κατ’ έφεση εξέτασης από τον Χημικό του Γενικού Χημείου του Κράτους, ότι περιείχε αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων νοθευμένη με ανώτερα κλάσματα πετρελαίου σε ποσοστό 18-20% τουλάχιστον....Υπό τα ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και λαμβανομένου υπόψη ότι η μη ακριβής τήρηση οιοδήποτε όρου της μεταξύ των διαδίκων υπογραφείσας σύμβασης αναγορεύτηκε σε λόγο καταγγελίας της σύμβασης....το δικαστήριο οδηγείται σε κρίση ότι για κάθε μια αυτοτελώς ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης και δη αρχικώς με την κατ’ επανάληψη παράδοση ελλειμματικών ποσοτήτων βενζίνης από προστηθέντες της εναγομένης και στη συνέχεια με την διαπίστωση παράδοσης νοθευμένων καυσίμων κατά τους χρόνους που προαναφέρθηκαν, παρέχονταν στην ενάγουσα δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης πολλώ μάλλον που εν προκειμένω τα πρόσφορα προς καταγγελία ως άνω περιστατικά λειτούργησαν συνδυαστικά και όλα μαζί είχαν ως αποτέλεσμα την αποδεδειγμένη πτώση του τζίρου της επιχείρησης της ενάγουσας, όλα δε τούτα κατά παράβαση του υπό στοιχείο 4α όρου της επίδικης σύμβασης που διαλαμβάνει ότι: "Με τη παρούσα σύμβαση εμπορικής συνεργασίας τα συμβαλλόμενα μέρη αποβλέπουν εκτός των άλλων στην κατά το μέτρον του δυνατού επίτευξη μεγαλυτέρου όγκου μεταπωλήσεων μέσω του πρατηρίου".
Μάλιστα σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Χ. Γ. για την περίπτωση νοθείας της βενζίνης που διαπιστώθηκε στις 19.04.2002 ασκήθηκε και ποινική δίωξη από κοινού με τον υπεύθυνο της εναγομένης για παράβαση του άρθρου 31 παρ. 4 του Ν.Δ. 136/1946, ο οποίος κηρύχθηκε αθώος δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1644/07.04.2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, που εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο.
Ακολούθως η ενάγουσα - εφεσίβλητη, προέβη με την από 19-6-2002 εξώδικη δήλωσή της.....στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης. Με βάση τα προεκτεθέντα, η ασκηθείσα από την εφεσίβλητη καταγγελία πριν από τη λήξη του συμφωνηθέντος χρόνου της συμβάσεως έλαβε χώρα για σπουδαίο λόγο, εφόσον δεν ήταν ανεκτή γι’ αυτήν, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχισή της.........
όπως βάσιμα επικαλέσθηκε η τελευταία, ήταν δε έγκυρη η καταγγελία.... και επέφερε τη λύση της επίδικης συμβάσεως. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση..... υπήρξε υπαίτια εκ μέρους της εναγομένης πρόκληση της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης από την αντισυμβαλλόμενή της και ενεργοποίηση του 18β όρου της συμβάσεως με αποτέλεσμα να οφείλει ακολούθως (κατ’ αρχάς) τη συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα που κατέπεσε από την αιτία αυτή και ανέρχεται στο ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 14.673,51 ευρώ για κάθε έτος που υπολειπόταν μέχρι τη συμφωνηθείσα λήξη της συμβάσεως και συνολικά για τα τρία έτη που υπολείπονταν από την γενομένη στις 28-6-2002 καταγγελία μέχρι τη συμβατική λήξη της στις 9-2-2006, ποσό 44.020,54 ευρώ.Ακολούθως δε το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης με την οποία, μεταξύ των άλλων, είχε υποχρεωθεί εκείνη να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, λόγω καταπτώσεως της ποινής, το ανωτέρω ποσό.
Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει, ότι το Εφετείο διεπίστωσε και ανέφερε στην απόφασή του, ότι υφίστατο κενό στις δηλώσεις των συμβληθεισών εταιριών ως προς το εάν αυτές ήθελαν ή όχι, να αποτελεί λόγο καταγγελίας της συμβάσεως ή εκ μέρους της εναγομένης προμηθεύτριας παράδοση στην ενάγουσα αγοράστρια, προς βλάβη της τελευταίας, μικροτέρων ποσοτήτων υγρών καυσίμων από εκείνες οι οποίες εκάστοτε ανεγράφοντο ως πωλούμενες και παραδιδόμενες στα παραστατικά έγγραφα (τιμολόγια κ.λπ.). Περαιτέρω δε, το Εφετείο, χωρίς να μνημονεύσει τα άρθρα 173 και 200 Α.Κ., προσέφυγε σε αυτά, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών του, για την διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων και παρέθεσε τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτουν αφ’ ενός μεν η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, αφ’ ετέρου δε, ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε το δικαστήριο, είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη για τα οποία γίνεται μνεία στην απόφαση. Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, καθόσον ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ και επομένως ο υποστηρίζων τα αντίθετα τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.α’ ΚΠολΔ : "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει". Εξ άλλου, η αγορανομική διάταξη υπ’ αριθ.14/1989 ("Τροποποίηση και νέα κωδικοποίηση αγορανομικών διατάξεων που εκδόθηκαν μέχρι και 16 Φεβρουαρίου 1989") όπως ίσχυε μέχρι της καταργήσεώς της και της εκ νέου κωδικοποιήσεώς της με την αγορανομική διάταξη 7/2009, η οποία άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 13 Ιουλίου 2009, στο άρθρο 431 (Παράδοση υγρών καυσίμων σε πρατηριούχους) όριζε: "1) Οι εταιρείες εμπορίας και διανομής πετρελαιοειδών, στη περίπτωση παράδοσης υγρών καυσίμων με βυτιοφόρα που ανήκουν σε αυτές, υποχρεούνται να παραδίδουν στους πρατηριούχους λιανοπωλητές σε κάθε παράδοση δείγμα από αυτά.
Σε περίπτωση που η μεταφορά και η παράδοση γίνεται από εταιρείες μεταφορών καυσίμων, την παραπάνω υποχρέωση έχουν οι μεταφορείς. " 2) Το δείγμα αυτό, ποσότητας ενός (1) λίτρου τουλάχιστον, λαμβάνεται κατά την εκφόρτωση του καυσίμου στις δεξαμενές του πρατηρίου από τον σωλήνα εκροής του βυτιοφόρου, οπωσδήποτε μετά την δίοδο των πρώτων είκοσι (20) λίτρων και τοποθετείται σε λευκοσιδηρό δοχείο ανάλογης χωρητικότητας το οποίο σφραγίζεται με σφραγίδα του τύπου που αναφέρεται στο άρθρο 392 της παρούσας.
Σε κάθε δείγμα τοποθετείται πινακίδα που ασφαλίζεται κατά τον ίδιο τρόπο με την παραπάνω σφραγίδα, η οποία υπογράφεται από τον μεταφορέα που παραδίδει το καύσιμο και τον πρατηριούχο που το παραλαμβάνει και έχει τις εξής ενδείξεις: α) Δείγμα Βυτιοφόρου καυσίμου, β) Είδος καυσίμου. γ) Παραληφθείσα ποσότητα.
δ) Ονομασία ή τίτλος της Εταιρείας εμπορίας και διανομής πετρελαιοειδών από την οποία προέρχεται το καύσιμο. ε) Όνομα του παραλήπτη πρατηριούχου και διεύθυνσή του. στ) Ονομασία ή τίτλος της επιχείρησης στην οποία ανήκει το βυτιοφόρο μεταφοράς του καυσίμου, ζ)
Αριθμός κυκλοφορίας του βυτιοφόρου και όνομα του οδηγού, η)
Αριθμός τιμολογίου πώλησης του καυσίμου, εάν έχει εκδοθεί τέτοιο, διαφορετικά του δελτίου αποστολής, θ) Ημερομηνία δειγματοληψίας. ι) Ο αριθμός της σφραγίδας." 3) Οι πρατηριούχοι υγρών καυσίμων υποχρεούνται να παραλαμβάνουν το παραπάνω δείγμα και να το φυλάσσουν μέχρι να εξαντληθεί η ποσότητα του καυσίμου από το οποίο έχει ληφθεί. " 4) Στα παραστατικά στοιχεία πώλησης του καυσίμου (τιμολόγιο πωλήσεως ή δελτίο αποστολής) πρέπει να αναγράφονται οι αριθμοί των παραδιδομένων σφραγίδων για την σφράγιση των δειγμάτων βυτιοφόρου.
Η παράδοση των δειγμάτων πιστοποιείται ενυπογράφως επί του παραστατικού στοιχείου και από τα δύο μέρη". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 432 (Έλεγχος ποιότητας καυσίμου) της ιδίας αγορανομικής διατάξεως: "1) Κατά τις δειγματοληψίες που διενεργούν οι Αγορανομικές Αρχές σε υγρά καύσιμα στα πρατήρια λιανικής πώλησης πρέπει να παραδίδεται στην Αρχή που διενεργεί την δειγματοληψία το δείγμα του βυτιοφόρου που αντιστοιχεί στην ποσότητα του καυσίμου που δειγματίζεται. 2) Η Αρχή που διεξάγει την δειγματοληψία αναρτά στο δείγμα που της παραδόθηκε από το πρατήριο πινακίδα με την ένδειξη "Δείγμα βυτιοφόρου καυσίμου αντίστοιχο προς τον αριθμό...δείγμα...."(αναγράφεται ο αριθμός του δείγματος και το είδος του καυσίμου που δειγματίσθηκε από την Αρχή). 3)Το δείγμα αυτό διαβιβάζεται στο Γενικό Χημείο του Κράτους μαζί με το δείγμα καυσίμου που λαμβάνεται από την Αγορανομική Αρχή και προς το οποίο αντιστοιχεί και θα εξετάζεται παράλληλα με το δείγμα που προορίζεται για την κατ’ έφεση εξέταση. 4) Σε περίπτωση που οι υπόχρεοι δεν παραδίδουν στην Αρχή τα δείγματα της παραγράφου 1 γίνεται ειδική μνεία γι’ αυτό στο Πρωτόκολλο Δειγματοληψίας".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το δείγμα υγρών καυσίμων, το οποίο παραδίδεται στους πρατηριούχους και προορίζεται για τον έλεγχο της ποιότητας αυτών από την αρμόδια Αρχή, πρέπει α’ )να είναι σε ποσότητα τουλάχιστον ενός (1) λίτρου, προφανώς για να επαρκέσει για τον πρώτο έλεγχο, ακολούθως και για τον δεύτερο έλεγχο σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως από τους ενδιαφερομένους και περαιτέρω και για τον τρίτο έλεγχο σε περίπτωση κατά την οποία παρουσιάζονται διαφορές στα αποτελέσματα των προηγηθέντων δύο ελέγχων, όπως προβλέπεται από την ίδια αγορανομική διάταξη και β’ )να τοποθετείται σε δοχείο από λευκοσίδηρο ανάλογης χωρητικότητος, το οποίο πρέπει να σφραγίζεται με την προβλεπόμενη σφραγίδα.
Περαιτέρω όμως, από τα ως άνω άρθρα δεν προβλέπεται, ότι η αρμοδία Αρχή η οποία πραγματοποιεί ελέγχους για την ποιότητα των υγρών καυσίμων, πέραν της πινακίδος την οποία οφείλει να αναρτήσει στο παραδοθέν σε αυτήν δείγμα με τις αναφερόμενες στο ως άνω άρθρο 432 ενδείξεις, οφείλει να πιστοποιεί και μάλιστα επί ποινή ακυρότητας του σχετικού ελέγχου, ότι το εξεταζόμενο δείγμα έχει την οριζομένη από την αγορανομική διάταξη ποσότητα του ενός λίτρου και είναι σφραγισμένο σε ειδικό δοχείο.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατ’ αμφότερα τα σκέλη του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 και 11 περ.α’ ΚΠολΔ επειδή: α’ )το δικαστήριο δέχθηκε ότι είναι έγκυρος ο σχετικός έλεγχος έστω και αν η διεξαγάγουσα τον έλεγχο Αρχή δεν πιστοποιεί ότι η ελεγχομένη ποσότητα είναι τουλάχιστον ενός λίτρου και είναι τοποθετημένη σε σφραγισμένο δοχείο από λευκοσίδηρο και β’ ) δέχθηκε, παρά τον νόμο, ως έγκυρα και έλαβε υπόψη τα έγγραφα των χημικών αναλύσεων, τα οποία δεν περιείχαν τις εν λόγω πιστοποιήσεις, είναι (ο λόγος αναιρέσεως) απαράδεκτος.
Η υπερνομοθετικής ισχύος Ε.Σ.Δ.Α., η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ.53/1974, στο άρθρο 6 παρ.2 ορίζει: "Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματα τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Κατά το άρθρο 14 παρ.2 Ν.2462/1997 (Κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα): "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται, ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με τον νόμο".
Κατά το άρθρο 57 παρ.1 ΚΠοινΔ: "Αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ’ αυτήν διαφορετικός χαρακτηρισμός".
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, επειδή παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις. Ειδικότερα, πλήττεται η απόφαση του Εφετείου, επειδή, κατά την αναιρεσείουσα, το δικαστήριο, καίτοι έλαβε υπόψη:
α’ )την υπ’ αριθ.55839/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και β’ )την υπ’ αριθ.2037/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Βόλου, με τις οποίες απηλλάγη της κατηγορίας για νόθευση καυσίμων ο αγορανομικώς υπεύθυνος της αναιρεσείουσας Α. Α. όσον αφορά τις αναφερθείσες ανωτέρω περιπτώσεις για τις οποίες διενεργήθηκε σχετικός έλεγχος, εν τούτοις (το δικαστήριο) δεν δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση εκείνης, προκειμένου να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή η αγωγή και να απορρίψει την τελευταία, αλλά απέρριψε την έφεση, με συνέπεια να καταπέσει η αιτούμενη ποινική ρήτρα και να αναγνωρισθεί, ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον οι ως άνω ποινικές αποφάσεις, οι οποίες, σημειωτέον, δεν προσκομίσθηκαν στο παρόν δικαστήριο για να διαπιστωθεί ο λόγος της αθωώσεως του κατηγορουμένου, αφορούν, κατά την προσβαλλομένη απόφαση, μόνον την περίπτωση της νοθείας των υγρών καυσίμων και δεν καλύπτουν όλο το εύρος της αγωγικής αξιώσεως, η οποία στηρίζεται και στην σωρεία των περιπτώσεων, δώδεκα (12) τον αριθμό, της παραδόσεως από την εναγομένη στην ενάγουσα ποσοτήτων υγρών καυσίμων μικροτέρων των αναγραφομένων στα παραστατικά έγγραφα, πλέον των δύο (2) περιπτώσεων κατά τις οποίες η ενάγουσα αρνήθηκε να παραλάβει τις παραγγελθείσες ποσότητες "λόγω του πολύ μεγάλου ελλείματος".
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, καθόσον δεν παραβίασε τις αναφερθείσες στην αρχή ουσιαστικές διατάξεις, αφού, ορθώς δέχθηκε ευθύνη της αναιρεσείουσας παρά την αθώωση από τα ποινικά δικαστήρια του αγορανομικώς υπευθύνου της και ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Εξάλλου, κατά το άρθρο 409 ΑΚ: "Αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει.
Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει". Η περί μειώσεως της ποινής, κατά την ως άνω διάταξη, αίτηση μπορεί να ασκηθεί είτε με αγωγή ή ανταγωγή είτε με ένσταση, για να κριθεί δε το βάσιμο ή μη αυτής, το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα σε κάθε περίπτωση συντρέχοντα περιστατικά, ιδίως δε το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση προς την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα εκ της αθετήσεως της συμβάσεως πληγέντα συμφέροντα του δανειστή και μάλιστα όχι μόνον την περιουσιακή αλλά και την τυχόν ηθική βλάβη αυτού, την έκταση της συμβατικής παραβάσεως του οφειλέτη, τον βαθμό του πταίσματος αυτού και το γεγονός της τυχόν ωφελείας του εκ της μη εκπληρώσεως της παροχής, καθώς και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή και τα απώτερα ακόμη επιβλαβή γενικώς αποτελέσματα, τα οποία είχε για αυτόν η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής, όχι δε απλώς την μη επέλευση σε αυτόν ζημίας ή το μέγεθος αυτής, αφού, κατά το άρθρο 405 ΑΚ, η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν υπέστη ζημίαν.
Εκ τούτων προκύπτει, ότι ο ζητών τη μείωση της ποινής ως υπέρμετρης πρέπει να επικαλεσθεί στην αίτησή του ορισμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων παρίσταται υπέρμετρη η ποινή, και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως τους, να αποδείξει αυτά, μη αρκούντος, μόνο του περιστατικού, ότι η ζημία του δανειστού είναι μικρότερη της συμφωνημένης ποινής Εν όψει δε του χαρακτήρα της διατάξεως του άρθρου 409 ΑΚ ως δημοσίας τάξεως, η αξίωση του οφειλέτη περί μειώσεως της ποινής μπορεί να ασκηθεί σε κάθε στάση της δίκης και επομένως, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου με το δικόγραφο της εφέσεως κατ’ αρθρ. 527 παρ.3 ΚΠολΔ.
Το δικαστήριο λαμβάνει ως βάση για τον σχηματισμό της ως άνω κρίσεως του τον χρόνο της αποφάσεώς του (Α.Π.811/2013, Α.Π.224/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου, αλλά και ενώπιον του Εφετείου με τον δεύτερο λόγο εφέσεως, επί λέξει, τα ακόλουθα: "Η κρίση αυτή της εκκαλουμένης (ότι η ποινή των 14.673,51 ευρώ κρίνεται εύλογη) είναι εσφαλμένη, διότι στην απίθανη περίπτωση που κριθεί ότι η ένδικη σύμβαση καταγγέλθηκε με δική μας υπαιτιότητα, πρέπει να μειωθεί στο προσήκον μέτρο, ήτοι στο ποσό των 1.000 Ευρώ συνολικά, ενόψει του ότι (α) δεν υπήρξε ποτέ εκ μέρους μας πρόθεση και δόλος πώλησης νοθευμένων καυσίμων στην αντίδικο όπως και σε κανένα πρατήριο μας, πράγμα που αποδεικνύεται από το ότι διατηρούμε οργανωμένο και κοστοβόρο σύστημα ποιοτικού ελέγχου για να διασφαλίζουμε την καθαρότητα των πωλουμένων υπό τα σήματα μας υγρών καυσίμων, (β) η αντίδικος απέσπασε την πελατεία μας και την έστρεψε υπέρ της ανταγωνίστριας εταιρείας REVOIL, εισπράττοντας πρόσθετα ανταλλάγματα και πιστώσεις, δηλαδή ωφελήθηκε από την καταγγελία, ενώ η εταιρεία μας ζημιώθηκε γιατί έπαψε να έχει πρόσβαση στο καταναλωτικό κοινό της περιοχής που εξυπηρετούσε το ένδικο πρατήριο.
Επιπρόσθετα, δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο που να αποδεικνύει την πρόκληση ζημίας σε βάρος της αντιδίκου, τούτο δε κατά μείζονα λόγο, αφού η κρινομένη αγωγή κατά το σχετικό της κεφάλαιο απορρίφθηκε ως αόριστη. Κατά συνέπεια, η αναφορά της εκκαλουμένης σε επιβλαβή γενικώς αποτελέσματα, χωρίς καμία εξειδίκευση των φερομένων αυτών ζημιών και χωρίς να έχουν αποδειχθεί και ποσοτικοποιηθεί τέτοια επιβλαβή αποτελέσματα, αποδεικνύει ότι έλαβε χώρα πλημμελής στάθμιση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης για τον περιορισμό της ποινικής ρήτρας κατά το άρθρο 409 ΑΚ.".
Ο ισχυρισμός όμως αυτός, όσον αφορά το πρώτο, υπό στοιχείον (α) σκέλος του, είναι αόριστος, αφού δεν εξειδικεύεται 1)σε τι συνίσταται το επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα σύστημα ποιοτικού ελέγχου, το οποίο ισχυρίζεται ότι διατηρεί στις εγκαταστάσεις της και 2)εάν αυτό ήτο εν λειτουργία κατά τους χρόνους κατά τους οποίους έγινε η παράδοση νοθευμένων ποσοτήτων υγρών καυσίμων στην αναιρεσίβλητη και επί πλέον, ουδεμία εξήγηση δίδεται από εκείνην για το γεγονός της διαθέσεως εν τέλει, κατ’ επανάληψιν, νοθευμένων υγρών καυσίμων.
Καθόσον αφορά δε το υπό στοιχείον (β) σκέλος, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι ομοίως αόριστος, αφού το δικαίωμα του δανειστού για κατάπτωση της ποινικής ρήτρας δεν επηρεάζεται από το μέγεθος της ζημίας ή από το γεγονός ότι εκείνος δεν έχει υποστεί ζημίαν. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ και ο υποστηρίζων τα αντίθετα, κατ’ εκτίμησιν από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Σεπτεμβρίου 2014 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "CORAL ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" για αναίρεση της υπ’ αριθ.980/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 31 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3 Σεπτεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ