Legislator Case Law & Legislation
1164/2011 AI generated

1164/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1164/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1164/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1164 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1164/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Σ. Γ. του Γ. και 2) Α. Γ. του Γ., κατοίκων ..., από τις οποίες η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Λαλιώτη και η δεύτερη παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA Τράπεζα Ανώνυμος Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσενέ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6315/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1985/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12-3-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 21-1-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 Α.Κ. συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη θετική και αποθετική ζημία, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (Ολ.Α.Π. 24/2003). Εξάλλου όταν η αξίωση για αποζημίωση πηγάζει από αδικοπραξία που πραγματώθηκε από τον εναγόμενο με την επίσπευση παράνομου αναγκαστικού πλειστηριασμού σε βάρος του ζημιωθέντος ενάγοντος, χρόνος κατά τον οποίο εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός και έλαβε γνώση αυτού ο ενάγων είναι εκείνος της διενέργειας του πλειστηριασμού (Α.Π. 2143/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της από 30-7-1998 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι με αυτήν οι ενάγουσες, ήτοι η πρώτη αρχικά ενάγουσα Μ. Γ. (η οποία κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απεβίωσε και στη δικονομική της θέση υπεισήλθαν οι αναιρεσείουσες Σ.

και Α. Γ., μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της) και οι δεύτερη και τρίτη ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ζήτησαν, όπως το αίτημά της παραδεκτά περιορίστηκε με τις προτάσεις τους της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να αναγνωρισθεί ότι η αρχικά εναγομένη, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσίβλητη, τους οφείλει τα ποσά των 136.520.500, 204.780.750 και 204.780.750 δραχμών αντίστοιχα ως αποζημίωση για τη ζημία την οποία τους προκάλεσε δια των οργάνων της συνεπεία της παράνομης, υπαίτιας και καταχρηστικής επισπεύσεως στις 16-6-1993 αναγκαστικού πλειστηριασμού του περιγραφόμενου ακινήτου τους και του μηχανολογικού του εξοπλισμού κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σ' αυτήν (αγωγή).

Το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή και συνεπώς συνομολογούμενα με αυτήν, οι αναιρεσείουσες έλαβαν γνώση της σε βάρος τους τελεσθείσας εκ μέρους των οργάνων της αρχικά εναγομένης αδικοπραξίας στις 16-6-1993, οπότε έλαβε χώρα ο κατ' αυτές παράνομος αναγκαστικός πλειστηριασμός σε βάρος τους, από τότε δε μέχρι τις 31-7-1998, οπότε ασκήθηκε η αγωγή με την επίδοσή της στην αρχικά εναγομένη, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.

Στη συνέχεια δε απέρριψε την αγωγή ως παραγεγραμμένη, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως της αναιρεσιβλήτου, την οποία η τελευταία είχε προβάλει παραδεκτά με τις από 16-10-2002 έγγραφες προτάσεις τις οποίες υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και είχε επαναφέρει στο εφετείο με λόγο εφέσεως. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ.

αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή της παρούσης, όταν η αξίωση για αποζημίωση πηγάζει από αδικοπραξία που πραγματώθηκε με την επίσπευση από τον εναγόμενο παράνομου αναγκαστικού πλειστηριασμού σε βάρος του ζημιωθέντος ενάγοντος, χρόνος κατά τον οποίο εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός και έλαβε γνώση αυτού ο ενάγων είναι εκείνος του πλειστηριασμού και όχι εκείνος της εκδόσεως της περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως ή της μεταγραφής της περιλήψεως αυτής.

Συνεπώς ο μόνος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-3-2009 αίτηση για αναίρεση της 1985/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ