Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to cite specific facts or statutory exceptions regarding late arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision on a commercial lease dispute. The appellant argued the lower court failed to consider a claim regarding late rent payments and the imposition of criminal penalties, but did not specify when or how this argument was raised in the original proceedings. The court ruled that such arguments must be clearly stated in the appeal petition with details on their prior presentation to be admissible, finding the appellant's grounds too vague and lacking necessary procedural context.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is vague and fails to specify the content, timing, and place of the argument's presentation in the lower court proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1164 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1164/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Καλογήρου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ...., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Στεφανίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/2/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 174/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8/2002 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/2/2002 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 7/1/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 813/78 και ήδη του Π.Δ/τος 34/1995, η σύμβαση της εμπορικής μίσθωσης μπορεί να λυθεί με νεώτερη συμφωνία, η οποία πρέπει να αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Ο λόγος που επέβαλε τον πάρα πάνω τρόπο αποδείξεως της αντισυμφωνίας για λύση της μισθώσεως έγκειται στην αποφυγή καταστρατηγήσεως σε βάρος του μισθωτή της διάταξης ως προς τη διάρκεια της μισθώσεως με την ταυτόχρονη κατά τη σύναψη της συμβάσεως κατάρτιση μεταχρονολογημένης συμφωνίας για λύση της μισθώσεως (ΑΠ 495/2001).
Επίσης με νεότερη συμφωνία ο μισθωτής μπορεί να αποφανθεί από την αποζημίωσής του για την άυλη εμπορική αξία (άρθρα 60 και 45 ΠΔ 34/1995). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 446 Κ.Πολ.Δ., τα ιδιωτικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνεται και το μισθωτήριο αποκτούν βέβαιη χρονολογία, εκτός των άλλων περιπτώσεως και όταν θεωρηθούν από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα παρακάτω: Με το από 4-9-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ο αναιρεσίβλητος εκμίσθωσε στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία <.... και ... και ...> ένα ακίνητο, που βρίσκεται στην οδό ..., για να χρησιμοποιηθεί ως Καφετέρια - Σνάκ Μπάρ, για το χρονικό διάστημα από 1-4-1987 μέχρι 31-3-1993, αντί μηνιαίου μισθώματος 50.000 δρχ, αναπροσαρμοζόμενου σταδιακά.
Η μίσθωση αυτή ως εμπορική μετά τη λήξη του συμβατικού της χρόνου παρατάθηκε αναγκαστικά μέχρι την 30-11-1995. Με το από 30-11-1995 συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ του εκμισθωτή της ως άνω μισθώτριας και του αναιρεσείοντος που ήταν ομόρρυθμος εταίρος και συνδιαχειριστής της αρχικής μισθώτριας, ο τελευταίος υπεισήλθε ατομικά στη θέση αυτής στη σύμβαση μισθώσεως.
Η διάρκεια της μισθώσεως παρατάθηκε έως 31-12-1999 και το μίσθωμα αυξήθηκε σε 140.000 δρχ. Με το ως άνω συμφωνητικό, το οποίο θεωρήθηκε από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο και απέκτησε βέβαιη χρονολογία, δεν καταρτίστηκε νέα σύμβαση, αλλά παρέμεινε η παλαιά μισθωτική σχέση και παρέμειναν σε ισχύ όλοι οι συμφωνημένοι όροι με το από 4-9-1986 συμφωνητικό......
Με τον πρώτο όρο από 30-11-1995 μισθωτηρίου συμφωνήθηκαν και τα εξής: α) χρόνος έναρξης της μίσθωσης θεωρείται η 1η Απριλίου 1987 β)με τη λήξη του χρόνου της μίσθωσης στις 31-12-1999 υποχρεούται ο μισθωτής να αποδώσει τη χρήση του μισθίου στον εκμισθωτή. Με τον τρίτο όρο συμφωνήθηκε ρητά, ότι ο μισθωτής παραιτείται από κάθε δικαίωμα αποζημίωσης κατά την απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου στον εκμισθωτή κατά την 31-12-1999 ή καθ οιονδήποτε άλλο χρόνο πριν ή μετά την ημερομηνία αυτή, στην έννοια δε της αποζημίωσης αυτής περιλαμβάνεται κάθε φύσεως και σημασίας αποζημίωση.
Με τον τέταρτο όρο συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα ποσού 10.000 δρχ. σε βάρος του μισθωτή για κάθε ημέρα καθυστέρησης υπαίτιας ή ανυπαίτιας απόδοσης του μισθίου. Με βάση δε τα ανωτέρω το Εφετείο δέχτηκε στη συνέχεια ότι στις 31-12-1999 ο αναιρεσείων είχε την υποχρέωση να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο τη χρήση του μισθίου και ότι δεν εδικαιούτο την αποζημίωση των 24 μισθωμάτων την προβλεπόμενη από το άρθρο 60 του Π.Δ/τος 34/1995, διότι είχε λήξη ο συμβατικός χρόνος της μισθώσεως και ο χρόνος κατά τον οποίο ο αναιρεσείων είχε τη χρήση του μισθίου, στον οποίο συνυπολογίζεται και εκείνος της δικαιοπαρόχου του, είχε υπερβεί τα δώδεκα έτη και επιπλέον ο αναιρεσείων παραιτήθηκε του δικαιώματος της αποζημίωσης με συμφωνία, που έγινε κατά τη διάρκεια της σύμβασης μισθώσεως και όχι κατά την κατάρτισή της, με συνέπεια η συμφωνία αυτή να μη προσκρούει στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 45 του Π.Δ/τος 34/1995.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, με τις παραδοχές του ότι η ως άνω συμφωνία με την οποία συμφωνήθηκε η λήξη της μισθώσεως και ο αναιρεσείων παραιτήθηκε από το δικαίωμα αποζημίωσης, είναι έγκυρη δεδομένου ότι έγινε μετά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως, με έγγραφο, το οποίο θεωρήθηκε από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο και απέκτησε βέβαιη χρονολογία, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 58 παρ. 10 εδ.
γ', 60 του Π.Δ/τος 34/1995 και εκείνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που επικαλείται ο αναιρεσείων, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 1 ΚΠολΔ και οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμοι στην ουσία και πρέπει να απορριφθούν.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 του ν.2238/1994 κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, τα δικαστήρια απέχουν να δικάσουν αγωγή για έξωση μισθωτή ακινήτου αν δεν προσκομιστεί το κατά την παρ. 1 πιστοποιητικό του προϊστάμενου της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας από το οποίο να προκύπτει ότι τα μισθώματα του ακινήτου δηλώθηκαν στη φορολογία εισοδήματος κατά την τελευταία διετία.
Η διάταξη αυτή είναι φορολογικής φύσεως και θεσπίστηκε για να διασφαλίσει το φορολογικό δικαίωμα του δημοσίου, η δε παράβασή της δεν δημιουργεί διαδικαστικό απαράδεκτο, ένεκα του οποίου να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρεται σε απαράδεκτα, που οδηγούν στην απόρριψη του ενδίκου βοηθήματος.
Ούτε εξάλλου η παράβαση της εν λόγω διάταξης ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρίθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. που προϋποθέτει παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ. με τις αιτιάσεις ότι παρά το νόμο δεν κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής, δεδομένου ότι ο ενάγων δεν προσκόμισε πιστοποιητικό του αρμόδιου οικονομικού εφόρου, από το οποίο να προκύπτει ότι είχε δηλώσει τα μισθώματα του τελευταίου έτους.
Με τις αιτιάσεις όμως αυτές δεν ιδρύονται οι πάνω αναιρετικές πλημμέλειες, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν έχει προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος της προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί πρέπει να προτείνονται προφορικά κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ενώπιον του Εφετείου για πρώτη φορά μόνον εφόσον συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 527 και 269 Κ.Πολ.Δ.
για το παραδεκτό αυτών παρά την βραδεία προβολή τους και συνεπώς για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη ισχυρισμού, ο οποίος προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας είναι απαραίτητο στο αναιρετήριο να αναφέρεται το περιεχόμενο του ισχυρισμού, αίτημα διατυπωμένο με σαφήνεια, ο χρόνος και ο τόπος προβολής του και σε περίπτωση, που προτείνεται για πρώτη φορά στο Εφετείο τα περιστατικά που δικαιολογούν την βραδεία προβολή του.
Με τον τέταρτο λόγο το Εφετείο δέχθηκε πως πρέπει να καταβάλει στον αντίδικό του ποινική ρήτρα για την καθυστέρηση απόδοσης του μισθίου χωρίς πλήρεις αιτιολογίες, αλλά δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, ότι ο αναιρεσίβλητος και μετά την λήξη του χρόνου της μισθώσεως ελάμβανε τα μισθώματα θεωρώντας τον μισθωτή και για το λόγο αυτό δεν είχε το δικαίωμα να ζητεί και ποινική ρήτρα, χωρίς να αιτιολογεί για ποιο λόγο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτών.
Δεν αναφέρεται όμως στο αναιρετήριο, αν ο ως άνω ισχυρισμός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πότε έγινε η πρότασή του και με ποιο τρόπο και αν συνέτρεχε κάποια από τις εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής του στο Εφετείο. Επομένως ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως αόριστος κατά το πρώτο σκέλος του από το 559 αρίθμ. 8 Κ.Πολ.Δ.
Απαράδεκτος επίσης είναι και κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αρίθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. ως αόριστος κατά το πρώτο μέρος, εφόσον δεν γίνεται καμία αναφορά στο αναιρετήριο σε συγκεκριμένη έλλειψη της προαναφερόμενης παραδοχής της αναιρεσιβαλλομένης και κατά το άλλο μέρος, διότι η έλλειψη αιτιολογίας δεν αφορά σε παραδεκτό δι' εντεύθεν ουσιώδη ισχυρισμό.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 14-2-2002 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 8/2002 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ