1164/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Στεφάνου Γαβρά), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1164/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε η 895/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2005 αίτησή της.
Full text
Απόφαση 1164 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1164/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Στεφάνου Γαβρά), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανθή Γιαννούλου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Ζουλάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5665/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 621/2002 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 11-11-2002 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1256/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε εν μέρει την 621/2002 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Εκδόθηκε η 895/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 22-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των υπολοίπων. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 591 παρ. ιβ΄, 666 παρ.1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. ιδ΄ του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις (Ολ.
ΑΠ 2/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ΄ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη εκτός εάν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269.
Το απαράδεκτο δε της προβολής αυτής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι : α) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί πρέπει να προτείνονται στην πρωτόδικη δίκη, β) στη διαδικασία εκδικάσεως των εργατικών διαφορών πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, γ) στην κατ΄ έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνον εάν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτούς διάδικος.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 3.1.2000 αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι .... και η .... χήρα X1, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του X1, να της καταβάλουν αποζημίωση, λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, ως υπαλλήλου γραφείου ναυτιλιακής εταιρίας, στην οποία συμμετείχε ο X1.
Οι εναγόμενοι προς απόκρουση της αγωγής αυτής προέτειναν προφορικά την από το άρθρο 6 παρ. 2 του ν.3198/55 ένσταση της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η δε ενάγουσα με την προσθήκη των προτάσεών της, προς απόκρουση της ανωτέρω ενστάσεως, προέβαλε την από το άρθρο 259 ΑΚ αντένσταση αναστολής της ως άνω προθεσμίας.
Με την 5665/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η αγωγή απορρίφθηκε και επί εφέσεως της ενάγουσας εκδόθηκε η 621/2002 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που δέχθηκε την έφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε την αγωγή. Η τελευταία απόφαση αναιρέθηκε με την 1256/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη της την ένσταση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.3198/1955, που είχαν προβάλει, κατά του ανωτέρω, οι εναγόμενοι.
Στο δικαστήριο της παραπομπής ο αναιρεσίβλητος .... με τις προτάσεις του, ως εφεσίβλητος, επανέφερε την ίδια ένσταση και η αναιρεσείουσα (εκκαλούσα) προέβαλε με τις προτάσεις της την ως άνω αντένστασή της, χωρίς να επικαλείται τη συνδρομή λόγου δικαιολογούντος τη βραδεία προβολή της. Περαιτέρω, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε καθ΄ υποφορά αντένσταση αναστολής της αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.3198/1955, καθ΄όσον η απλή αναφορά στην αγωγή ότι ο εργοδότης X1 απεβίωσε στις 11.4.1999 και οι εναγόμενοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, έχουν υποχρέωση να της καταβάλουν, κατά το ποσοστό του κληρονομικού τους δικαιώματος, την αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως, δεν θεμελιώνει τον αυτοτελή ισχυρισμό της περί αναστολής της ανωτέρω προθεσμίας, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 259 ΑΚ.
Το Εφετείο με τη προσβαλλομένη απόφαση του απέρριψε ως απαράδεκτη την αντένσταση της αναιρεσείουσας, επειδή δεν προτάθηκε στην πρωτόδικη δίκη και αυτή δεν επικαλείται ότι συνέτρεχε κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, που δικαιολογούν την βραδεία προβολή της. Έτσι δέχθηκε ότι η επίδικη αξίωση της αναιρεσείουσας αποσβέστηκε, λόγω παρόδου της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 ν.3198/1955 και απέρριψε την έφεσή της.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, κατά συνέπεια, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Επομένως, οι αντίθετοι λόγοι του αναιρετηρίου πρέπει ν΄απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.12.2005 αίτηση της ...., για αναίρεση της 895/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ