Legislator Case Law & Legislation
1163/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against small claims judgment due to procedural default and lack of substantive review.

Case Number 1163/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a first-instance judgment regarding a small claims dispute. The appellant argued the lower court incorrectly applied small claims rules, but the Court found the appeal inadmissible because the opposing party was absent and the appeal lacked a substantive ground for retrial. Consequently, the appeal was rejected without a merits examination due to procedural defects.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560, Art. 512, Art. 466-472, Art. 559(14) of the Code of Civil Procedure; Appeals against small claims judgments are inadmissible unless based on a violation of substantive law, while procedural errors are excluded from such appeals.

Keywords

AI generated
small claims procedure inadmissible appeal procedural default substantive law violation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 560 of the Code of Civil Procedure
Art. 512 of the Code of Civil Procedure
Arts. 466-472 of the Code of Civil Procedure
Art. 559(14) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1163 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1163/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ήδη από 1-1-2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου του Δημοσίου, η οποία εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Βέροιας. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Α. ΑΕ", που εδρεύει στο …, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 125/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-7-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην κρινόμενη υπόθεση η αναιρεσίβλητη κατέθεσε έγγραφες προτάσεις χωρίς όμως να καταθέσει την προβλεπόμενη εκ του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση, ούτε και παραστάθηκε δια πληρεξουσίου δικηγόρου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο.

Συνεπώς πρέπει να δικαστεί ερήμην και να χωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν η αναιρεσίβλητη παρούσα, εφόσον όπως προκύπτει από την 5975Β/29-1-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Μ. Α., επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αναιρέσεως με κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο.

Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ...

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018). Από το ανωτέρω άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006).

Από δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.6 προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 1386/2019).

Η περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων στις υποθέσεις αρμοδιότητας των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων έχει ως συνέπεια ότι δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγος αντίστοιχος (μεταξύ άλλων) και εκείνου του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 466 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 42 παρ. 1 ν. 3994/2011 (που ισχύει από 25.7.2011), αν το αντικείμενο της μικροδιαφοράς υπάγεται στο Ειρηνοδικείο και αφορά απαιτήσεις, καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία τους δεν είναι μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 472, δηλαδή οι διατάξεις του δέκατου τρίτου κεφαλαίου του ΚΠολΔ με τον τίτλο "Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές".

Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν, η εκ άρθρου 560 περ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ως λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου με αιτίαση την παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές (ΑΠ 395/2017, AΠ 1054/2009, ΑΠ 1309/1984). Εξ άλλου, στην περίπτωση που δικαστική απόφαση εκδόθηκε κατ' εσφαλμένη διαδικασία, το ένδικο μέσο είναι παραδεκτό , εφόσον επιτρέπεται είτε βάσει της διαδικασίας που εφαρμόσθηκε, είτε βάση αυτής που έπρεπε να εφαρμοσθεί (ΟλΑΠ 5/1985, ΑΠ 52/2009).

Τούτο ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποίαν ειδική διάταξη νόμου δεν επιτρέπει την άσκηση ωρισμένου ενδίκου μέσου κατά των εκδιδομένων, κατά την υπ` αυτής προβλεπόμενη διαδικασία αποφάσεων, ως εκ της φύσεως των υποθέσεων που υπάγονται σ' αυτήν, διότι δίκαιον και επιεικές είναι, τα σφάλματα του Δικαστηρίου ως προς το είδος της τηρητέας για την εκδίκαση της υποθέσεως διαδικασίας να μην αποβαίνουν σε βάρος των διαδίκων, ιδίως όταν κατά την εσφαλμένως τηρηθείσα διαδικασία δεν ερευνήθηκαν από το Δικαστήριο ενστάσεις και ισχυρισμοί των διαδίκων, που ενδεχομένως θα ερευνώνταν κατά την διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί, ώστε οι διάδικοι να μη στερηθούν ενδίκου μέσου που επιτρέπεται κατά της αποφάσεως, που εξεδόθη κατά την διαδικασία η οποία δεν επιτρέπει την άσκηση ενδίκου μέσου (αρχή της μείζονος εύνοιας).

Η συγκεκριμένη πλημμέλεια, δηλαδή η αιτίαση που προσάπτεται με αναίρεση στο δικαστήριο της ουσίας ότι εσφαλμένα κήρυξε απαράδεκτο το ένδικο μέσο της εφέσεως κρίνοντας ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν υπέκειτο σε έφεση βρίσκει έρεισμα στον εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνον δίκαιο, εφόσον η επίκληση εφαρμογής εσφαλμένης διαδικασίας ανάγεται σε δικονομικούς κανόνες.

Αντίστοιχη πλημμέλεια όμως δεν προβλέπεται επί προσβολής με αναίρεση αποφάσεων ειρηνοδικείου, για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 512, 466-472 ΚΠολΔ που συνιστούν δικονομικούς και όχι ουσιαστικού δικαίου κανόνες, αφού δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγος αντίστοιχος του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 894/2018, ΑΠ 494/2018, ΑΠ 127/2018, ΑΠ 853/2017), πέραν του ότι κατά τη ρητή διάταξη του άνω άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ ο λόγος παραβίασης (ουσιαστικού) κανόνα δικαίου δεν μπορεί να προβληθεί επί υποθέσεων μικροδιαφορών.

Από την επισκόπηση κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της ένδικης ανακοπής προκύπτει, ότι το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του ειρηνοδικείου Βεροίας την από 27-5-2013 ανακοπή στην οποία ισχυρίσθηκε ότι α) έχει ληξιπρόθεσμη απαίτηση σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρείας "Χ. Κ. και Σια ΟΕ" συνολικού ύψους 217.182,70 ευρώ προερχόμενη από ΦΠΑ, φορολογία εισοδήματος κ.λ.π όπως οι σχετικές οφειλές της άνω φορολογούμενης παρατίθενται στον ενσωματωμένο στο οικείο δικόγραφο πίνακα βεβαιωθέντων χρεών, β) ότι με το υπ' αριθμ…/…-4-2013 κατασχετήριο έγγραφο κατέσχεσε αναγκαστικά στα χέρια της καθής η ανακοπή ανώνυμης εταιρείας (ήδη αναιρεσίβλητης) ως τρίτης, βάσει των διατάξεων του ΚΕΔΕ όσα η τελευταία οφείλει ή θα οφείλει μελλοντικά ως πελάτης της πιο πάνω οφειλέτιδάς του λόγω των συναλλαγών που προέκυψαν στα πλαίσια της μεταξύ τους εμπορικής σχέσης, γ) ότι η καθής η ανακοπή προέβη στην ενσωματούμενη στο δικόγραφο της ανακοπής με αριθμ…./….-4-2013 αρνητική δήλωση ενώπιον του ειρηνοδικείου Βεροίας, αναφέροντας , όπως ακριβώς αναγράφεται στην εν λόγω δήλωση ότι : "...δεν υφίσταται καμιά οφειλή της εταιρείας "Γ.

Α. Α.Ε" προς την ομόρρυθμη εταιρεία "Χ. Κ. και ΣΙΑ Ο.Ε", αλλά αντίθετα αυτή η τελευταία οφείλει στην "Γ. Α. Α.Ε" από μη εκτελεσθέν έργο για λογαριασμό της μολονότι έχει πληρωθεί- εξοφληθεί" και δ) ότι η πιο πάνω δήλωση της καθής η ανακοπή είναι αόριστη και ανακριβής διότι αυτή "δεν προσδιόρισε πότε απέδωσε τα οφειλόμενα ποσά στην οφειλέτιδα του Δημοσίου, ούτε επικαλείται παραστατικά εξόφλησης, παρότι από τα παρατιθέμενα στην ανακοπή τιμολόγια ύψους 1035,04 ευρώ και 811,80 ευρώ με εκδότρια την τελευταία και το συγκεντρωτικό της ημερολόγιο που αφορά τον λογαριασμό της καθής αποδεικνύεται η πελατειακή τους σχέση και το ανεξόφλητο των τιμολογίων".

Με βάση το ιστορικό αυτό το ανακόπτον ζήτησε να αναγνωριστεί α) η ακυρότητα της άνω δηλώσεως της καθής η ανακοπή, β) η ύπαρξη της οφειλής ποσού 1846,84 ευρώ της τελευταίας προς την οφειλέτιδά του (καθής η εκτέλεση) και να υποχρεωθεί η καθής η ανακοπή να καταβάλει το ως άνω ποσό νομιμοτόκως από 23-4-2013, άλλως από την επίδοση της ανακοπής.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως εξ άλλου προκύπτει ότι το ειρηνοδικείο Βεροίας με την 121/2014 απόφασή του, αφού έκρινε ότι πρόκειται για απαίτηση που στηρίζεται σε ιδιωτική διαφορά, ποσού μικρότερου των 5.000 ευρώ και ότι εκ του λόγου αυτού συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ειδικών περί μικροδιαφορών διατάξεων απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ανακοπή κατά το πρώτο της αίτημα και μετά ταύτα (απέρριψε) ως άνευ αντικειμένου το δεύτερο αίτημα για την καταβολή του ως άνω ποσού.

Το ανακόπτον άσκησε κατά της εν λόγω αποφάσεως την από 24-6-2016 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 125/ΤΜ/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη λόγω του ανεκκλήτου της πρωτόδικης αποφάσεως κατ' άρθρο 512 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι πρόκειται για υπόθεση μικροδιαφοράς. Κατά της αποφάσεως αυτής το ανακόπτον -εκκαλούν άσκησε την από 10-7-2019 αναίρεσή του, με την οποία μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι "παρά το γεγονός ότι δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ειδικές περί μικροδιαφορών διατάξεις και με ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία έκρινε ότι η ερευνώμενη υπόθεση συνιστά μικροδιαφορά και ότι ως εκ τούτου η απόφαση του ειρηνοδικείου δεν υπόκειται σε έφεση".

Αμφότεροι οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι όμως είναι απαράδεκτοι, ο μεν πρώτος πέραν του ότι πρόκειται για υπόθεση μικροδιαφορών που ρητά εξαιρείται του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, διότι προϋπόθεση για τη θεμελίωσή του συνιστά η παραβίαση (υπό τη μορφή της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής) ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ενώ η επικαλούμενη παραβίαση ανάγεται στην εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 512, 466-472 ΚΠολΔ που συνιστούν κανόνες δικονομικού δικαίου, και συνεπώς αυτή προβάλλεται μόνον με τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος ωστόσο δεν προβλέπεται στις υποθέσεις του ειρηνοδικείου.

Ο δε δεύτερος (λόγος) διότι προϋπόθεση για τη θεμελίωσή του αποτελεί η έρευνα της υπόθεσης κατ' ουσίαν από το Εφετείο, που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος του αναιρεσείοντος ενόψει της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-7-2019 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθμό 125/ΤΜ/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ