Legislator Case Law & Legislation
1163/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling evidence was properly considered despite alleged omission.

Case Number 1163/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a legal entity against a labor court decision regarding a medical position vacancy. The appellant argued the second-instance court failed to consider a specific council meeting minutes document that explained why the appellee was not selected. The court found no ambiguity in the record, noting explicit references to the council's rejection of the appellee's objection and the consideration of all submitted evidence. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the appellee's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 11 lit. g of the Code of Civil Procedure; The appellate court's finding of fact is binding unless the appeal demonstrates a clear error in the evaluation of evidence or a failure to consider relevant documents that would alter the judicial conviction.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evaluation of evidence labor law dispute medical position vacancy consideration of documents judicial conviction legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 11 lit. g of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1163 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1163/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Παναγόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Π. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Μερεκούλια, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/5/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 805/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 324/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 10/4/2017 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 134/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως αναίρεσης. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 10/2/2018 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιο του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 10.2.2018 κλήση του αναιρεσίβλητου νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από 10.4.2017 και με αριθ. κατάθ. 2585/226/10.4.2017 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "..." κατά της με αριθ. 324/24.1.2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της με αριθ. 134/2018 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 14ης Νοεμβρίου 2017, καθότι, ενόψει απουσίας του αναιρεσείοντος, δεν προέκυπτε ποίος των διαδίκων επέσπευσε τη συζήτηση αυτής και συνακόλουθα δεν προέκυπτε η νόμιμη κλήτευση του απολιπομένου διαδίκου.

Με την από 10.4.2017 και με αριθ. κατάθ. 2585/226/ 10.4.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 324/24.1.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 10.9.2014 και με αριθ.

κατάθ. 7317/7.12.2015 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 805/13.3.2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολό της η από 18.5.2012 και υπ' αριθ. κατάθ. 91357/2148/18.5.2012 αγωγή αυτού και ειδικότερα ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων ως προς το αίτημα αυτής για ακύρωση του πίνακα κατάταξης για την πρόσληψη τεσσάρων (4) θεραπευτών (αποθεραπευμένων πρώην τοξικομανών) προς κάλυψη αντιστοίχων θέσεων του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Οργανισμού κατά το μέρος που αφορούσε τον ενάγοντα, και ως απαράδεκτη κατά ένα μέρος και ως μη νόμιμη κατά τα λοιπά, ως προς τα αιτήματα αναγνώρισης ότι αυτός συνδέεται από 8.2.2012 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνο με τον εναγόμενο Οργανισμό, επιδίκασης σε αυτόν αποδοχών υπερημερίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής λόγω άρνησης του εναγομένου Οργανισμού ν' αποδεχθεί την εργασία του και αναγνώρισης της υποχρέωσης αυτού καταβολής αποδοχών υπερημερίας για το μετά τη συζήτηση της αγωγής χρόνο μέχρι την άρση της υπερημερίας και περαιτέρω υποχρέωσης του εναγομένου να τον απασχολεί με την απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα παραβίασης της υποχρέωσης αυτής, ως προς τα οποία (αιτήματα) κρίθηκε πρωτοδίκως ότι υφίσταται δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δίκασε την αγωγή και, αφού έκρινε ότι συντρέχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δέχθηκε αυτήν κατά ένα μέρος ως κατ' ουσία βάσιμη, αναγνώρισε ότι μεταξύ του εναγομένου Οργανισμού και του ενάγοντος, καταφανώς υπερέχοντος των προσληφθέντων τεσσάρων συνυποψηφίων του, καταρτίσθηκε από 8.2.2012 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υποχρέωσε τον εναγόμενο Οργανισμό να του καταβάλει ως αποδοχές υπερημερίας του διαστήματος από 8.2.2012 μέχρι τη συζήτηση της αγωγής το συνολικό ποσό των 8.205,12 ευρώ με το νόμιμο τόκο και, επί πλέον, υποχρέωσε τον εναγόμενο Οργανισμό να τον απασχολεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την απειλή χρηματικής ποινής 150 ευρώ για κάθε ημέρα παραβίασης της διάταξης αυτής.

Με την ίδια απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα ακύρωσης του πίνακα κατάταξης το μεν ως μη νόμιμο, με το σκεπτικό ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν διοικητικές πράξεις, αλλά ελέγχουν παρεμπιπτόντως μόνο την νομιμότητα αυτών, το δε ως αλυσιτελές καθότι είχε λήξει η ετήσια ισχύς του ως άνω πίνακα, πριν τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Επίσης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της αγωγής αναγνώρισης της υποχρέωσης του εναγομένου Οργανισμού να καταβάλει αποδοχές υπερημερίας για το μετά τη συζήτηση της αγωγής χρόνο, ως προώρως ασκηθέν. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 4 Απριλίου 2017, όπως προκύπτει από σχετική επισημείωση επί αντιγράφου αυτής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ.

Π., η δε κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου κατά της απόφασης αυτής έλαβε χώρα στις 10 Απριλίου 2017 (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτήν λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).

Με τη διάταξη δε του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται περαιτέρω ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια β) ... γ)..., ενώ με τη διάταξη του άρθρου 2 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές ...

και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 95 παρ. 1 περ. α του Συντάγματος, ορίζεται ότι στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν, μεταξύ άλλων, η μετά από αίτηση ακύρωσης των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου, ενώ με την παρ. 3 εδ.

α του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση ή τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, το δε Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως νόμος ορίζει. Σε εκτέλεση της τελευταίας αυτής διάταξης του άρθρου 95 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε με λεκτικές διαφοροποιήσεις και πριν την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, αιτήσεις ακύρωσης διαφόρων κατηγοριών υποθέσεων υπήχθησαν αρχικά με το Ν. 702/1977 στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου. Ειδικότερα με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. γ του Ν. 702/1977, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από 7.5.2008 με το άρθρο 49 του Ν. 3659/2008 (ΦΕΚ Α 77/7.5.2008) και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίσθηκε ότι στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση σε πρώτο βαθμό αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ανεξάρτητα από τη φύση της σχέσης που το συνδέει, καθώς και την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, όπου η πρόσληψη αυτή γίνεται με βάση ειδική διοικητική διαδικασία.

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 2161/1993 (ΦΕΚ Α 119) ιδρύθηκε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ο αναιρεσείων Οργανισμός με την επωνυμία "..." και έδρα την …., ο οποίος αποτελεί αυτοδιοικούμενο νομικό πρόσωπο που τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Σκοποί αυτού, κατά το άρθρο 2 του ιδίου νόμου, είναι, μεταξύ άλλων, ο σχεδιασμός, η προώθηση, ο συντονισμός και η εφαρμογή εθνικής πολιτικής σχετικά με την πρόληψη της χρήσης και διάδοσης των ναρκωτικών και η θεραπεία, επαγγελματική κατάρτιση και κοινωνική επανένταξη των εξαρτημένων από φαρμακευτικές ουσίες ατόμων, η σε εθνικό επίπεδο μελέτη του όλου προβλήματος των ναρκωτικών, η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης κατά τρόπο επιστημονικά υπεύθυνο για τις συνέπειες της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών κλπ.

Με το άρθρο 11 του Ν. 2880/2001 (ΦΕΚ Α 9) ορίσθηκε ότι: "Το προσωπικό του ...) και το προσωπικό που απασχολείται στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο …. και στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο …., για τα προγράμματα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά και τον αλκοολισμό, προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και αξιολογείται από ειδική επιτροπή του οικείου φορέα, για την απόδοση και το ήθος του, τουλάχιστον μια φορά κάθε διετία.

Τυχόν αρνητική κρίση αποτελεί λόγο υποχρεωτικής καταγγελίας της σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή η σχέση εργασίας λύεται από την ημέρα κοινοποίησης της έγγραφης καταγγελίας. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται και για το ήδη υπηρετούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας και Πρόνοιας καθορίζονται:

α) το όριο ηλικίας, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των υποψηφίων, καθώς και τα κωλύματα πρόσληψης, β) τα αρμόδια όργανα για την επιλογή του προσωπικού, ο τρόπος της δημόσιας ανακοίνωσης των προσλήψεων, καθώς και η διαδικασία και η μέθοδος της αξιολόγησης για την πρόσληψη των καταλληλότερων υποψηφίων, γ) η συγκρότηση των ειδικών επιτροπών αξιολόγησης των εργαζομένων στους παραπάνω φορείς με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και τα κριτήρια και ο τρόπος αξιολόγησης του προσωπικού αυτού.

Με την ίδια απόφαση ρυθμίζεται και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή αυτής της διάταξης". Κατ' εξουσιοδότηση της άνω διάταξης εκδόθηκε η με αριθ. Υ5γ/ΓΠ/οικ.22284/28.2.2002 απόφαση των Υφυπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β' 307), με την οποία ορίζεται ότι: "Το προσωπικό του ...) και το προσωπικό των προγραμμάτων απεξάρτησης από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου …..

και του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου …. προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μετά από δημοσίευση σχετικής προκήρυξης, όπως ορίζεται παρακάτω. Προκειμένου, να ενθαρρυνθεί η επαγγελματική επανένταξη αυτών, πρόσωπα τα οποία έκαναν χρήση ναρκωτικών και εκουσίως προσήλθαν για θεραπευτική αγωγή, μετά την ολοκλήρωση του θεραπευτικού προγράμματος, είναι δυνατόν να προσλαμβάνονται στον ..., σύμφωνα με τη διαδικασία της παρούσας, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με δοκιμαστική υπηρεσία διάρκειας τουλάχιστον δύο ετών.

Μετά το πέρας της δοκιμαστικής περιόδου, σε περίπτωση αρνητικής απόφασης του Δ.Σ. (ύστερα από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή) λύεται η σύμβαση εργασίας. Α. Διαδικασία πρόσληψης - 1. Το προσωπικό που προσλαμβάνεται στον .... και το προσωπικό που προσλαμβάνεται για τα προγράμματα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου …..και του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου ….

πρέπει να έχει συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας του, να μην έχει υπερβεί το 45ο (και προκειμένου για το επιστημονικό προσωπικό το 55ο) και να μην έχει κώλυμα κατά το άρθρο 8 του Υ.Κ. (Ν. 2683/1999) με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του άρθρου 4 παρ.6 του Ν. 2207/1994 για τις θέσεις βοηθητικού ή ανειδίκευτου προσωπικού.

Ειδικά για τον .... και σε ότι αφορά πρώην χρήστες εξαρτησιογόνων ουσιών, η άρση του ανωτέρω κωλύματος ισχύει για το σύνολο των θέσεων. Δεν προσλαμβάνονται όσοι δεν έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις ή δεν έχουν απαλλαγεί νόμιμα από αυτές, κατ' αναλογία με το άρθρο 5 του Ν. 2683/1999. 2. Προσόντα.

Για τα τυπικά προσόντα των υποψηφίων όλων των κατηγοριών εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Π.Δ. 50/2001, όπως ισχύει κάθε φορά. Ως πρόσθετα προσόντα συνεκτιμώνται η γνώση μίας τουλάχιστον ξένης γλώσσας, η γνώση χρήσης Η/Υ, καθώς και τυχόν προϋπηρεσία σε συναφές αντικείμενο, σχετικά με την προκηρυσσόμενη θέση.

Με απόφαση του Δ.Σ. του φορέα και ύστερα από έγκριση του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας είναι δυνατό να τίθενται ειδικότερα προσόντα για την πλήρωση συγκεκριμένης θέσης. Ειδικά για το επιστημονικό προσωπικό, λαμβάνοντας υπόψη την ειδική φύση της εργασίας στο χώρο των εξαρτήσεων και προκειμένου να εξασφαλισθεί η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών στα θεραπευόμενα μέλη, τα απαιτούμενα προσόντα κάθε συγκεκριμένης θέσης που προκηρύσσεται ορίζονται κάθε φορά από το Δ.Σ.

ή το Συμβούλιο Διοίκησης του φορέα ανάλογα με το είδος των εργασιών και τις ειδικότητες, μετά από σχετική, τεκμηριωμένη εισήγηση προς αυτό του Επιστημονικού Υπευθύνου του αντιστοίχου προγράμματος. 3. Προκήρυξη. Για την πρόσληψη του προσωπικού, οι φορείς δημοσιεύουν προκήρυξη στην οποία αναφέρονται υποχρεωτικά: 1.

Ο αριθμός κατά ειδικότητα προσωπικού. 2. Τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα. 3. Το όριο ηλικίας και τα προβλεπόμενα από την παρούσα απόφαση κωλύματα πρόσληψης. 4. Η υπηρεσία στην οποία θα υποβληθούν οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων και η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων. 5. Τυχόν προηγούμενη εμπειρία, όπου απαιτείται. 6. (Προκειμένου περί επιστημονικού προσωπικού).

Τυχόν εξειδικευμένα προσόντα, όπου απαιτείται ... Περίληψη της προκήρυξης δημοσιεύεται υποχρεωτικά σε δύο (2) τουλάχιστον εφημερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας επί δύο συνεχείς ημέρες και αναρτάται στο κατάστημα του οικείου φορέα ... Η προθεσμία υποβολής αιτήσεων πρόσληψης δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη του ενός μηνός και μικρότερης των είκοσι (20) ημερών από της επομένης της δημοσίευσης της περίληψης της προκήρυξης. 4.

Επιτροπή Επιλογής. Η Επιτροπή Επιλογής είναι πενταμελής και επικουρείται στο έργο της από τριμελή Γραμματεία, αποτελουμένη από υπαλλήλους του φορέα. Συγκροτείται για τον μεν τον ... με απόφαση του Δ.Σ., ... Με την απόφαση αυτή ορίζεται ο Πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής Επιλογής αυτής με τους αναπληρωτές τους, ως ακολούθως ... 5.

Εν όψει της επιλογής των υποψηφίων, η Γραμματεία της Επιτροπής Επιλογής προβαίνει στη συγκέντρωση και τον έλεγχο των απαιτουμένων δικαιολογητικών αυτών, καταρτίζοντας πίνακα των υποψηφίων που υποβάλλουν αιτήσεις εκπρόθεσμες ή που δεν πληρούν τα προσόντα της προκήρυξης καθώς και πίνακα αυτών που πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις, τους οποίους και διαβιβάζει στην Επιτροπή Επιλογής.

Η Επιτροπή Επιλογής αποφασίζει για την οριστικοποίηση των πινάκων αποκλεισθέντων και εκείνων που συνεχίζουν στη διαδικασία επιλογής... Η Επιτροπή δύναται να καλεί τους υποψηφίους σε προφορική συνέντευξη και, μετά από εκτίμηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων αυτών, καταρτίζει πίνακα κατάταξης τους κατά αξιολογική σειρά και τον υποβάλλει μαζί με το σχετικό πρακτικό στο Δ.Σ.

ή το Συμβούλιο Διοίκησης του φορέα για δημοσιοποίηση. Ο πίνακας κατάταξης αναρτάται στην κεντρική υπηρεσία και, προκειμένου για αποκεντρωμένη προκηρυγμένη θέση, και στο τοπικό κατάστημα του φορέα. 6. Ενστάσεις. Οι υποψήφιοι έχουν δικαίωμα ένστασης κατά του πίνακα κατάταξης μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από της επομένης της ανάρτησής του.

Οι ενστάσεις εξετάζονται από το Δ.Σ. ή το Συμβούλιο Διοίκησης, το οποίο αποφαίνεται με αιτιολογημένη απόφασή του. Κατά την εξέταση της ένστασης παρίσταται και ο Πρόεδρος της Επιτροπής Επιλογής. Το Δ.Σ. αποφαίνεται επί των ενστάσεων στην αμέσως επόμενη από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής ενστάσεων συνεδρίασή του.

Μετά την εξέταση των ενστάσεων, η Επιτροπή Επιλογής οριστικοποιεί τον πίνακα κατάταξης και τα αρμόδια όργανα του φορέα καλούν, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών, τον υποψήφιο που θα καταλάβει τη θέση να υπογράψει εντός ευλόγου χρόνου τη σχετική σύμβαση ... Ο ως άνω καταρτιζόμενος πίνακας, κατά ειδικότητα ισχύει για ένα έτος από της καταρτίσεώς του και μόνο για τον φορέα για τον οποίο καταρτίσθηκε, η δε πρόσληψη διενεργείται σύμφωνα με τη σειρά κατάταξης του πίνακα...".

Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 στοιχ. στ του Ν. 2190/1994, όπως η διάταξη του άρθρου 14 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α 234) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 3868/2010 (ΦΕΚ Α 129), εξαιρέθηκε από την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2190/1994 για τις προσλήψεις σε φορείς του δημόσιου τομέα [με την εμπλοκή στη διαδικασία του Ανώτατου Συμβούλιου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ)] το προσωπικό των μονάδων απεξάρτησης και κάθε είδους θεραπευτές για τα προγράμματα απεξάρτησης των εκεί αναγραφομένων φορέων, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο ....

Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι ναι μεν με τις εν λόγω διατάξεις του άρθρου 11 του Ν. 2880/2001 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας με αριθ. Υ5γ/ΓΠ/οικ.22284/28.2.2002 Κοινής Υπουργικής Απόφασης ρυθμίσθηκε κατά τρόπο λεπτομερειακό η διαδικασία προσλήψεων από τον ..., πλην όμως οι εκδιδόμενοι από την συσταθείσα από αυτόν Επιτροπή Επιλογής οριστικοί πίνακες κατάταξης ή οι λοιπές πράξεις αυτής ή άλλων οργάνων του αναιρεσείοντος Οργανισμού στο πλαίσιο της ως άνω διαδικασίας πρόσληψης προσωπικού, δεν συνιστούν ατομικές εκτελεστές διοικητικές πράξεις, κατά την έννοια των άρθρων 95 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 του Ν. 702/1977, υπαγόμενες στην ακυρωτική δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, διότι αυτές έχουν εκδοθεί από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου [σε αντίθεση με τις τυχόν εκδιδόμενες από το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο ….

ή ….πράξεις που συνιστούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου - σχετ. ΣτΕ 2165/2014). Σύμφωνα δε με το οργανικό κριτήριο, το οποίο κρατεί παγίως στη νομολογία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου και των διοικητικών δικαστηρίων, αναγκαίος όρος προκειμένου να χαρακτηρισθεί μία πράξη ως εκτελεστή διοικητική πράξη, υπαγομένη κατά περίπτωση στην ακυρωτική δικαιοδοσία του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι να προέρχεται από υπηρεσία του Κράτους ή από φορέα που φέρει τον χαρακτήρα νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με συνέπεια να μην μπορεί κατ' αρχήν να χαρακτηρισθεί ως διοικητική πράξη εκείνη που προέρχεται από φορέα, που κατά νόμο λειτουργεί ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ακόμη και εάν ο φορέας αυτός ανήκει ουσιαστικά στο Κράτος ή ασκεί, από λειτουργικής άποψης, δραστηριότητες παρόμοιες με τις κρατικές ( σχετ.

ΑΕΔ 42/2011). Στο πλαίσιο αυτό γίνεται παγίως δεκτό κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ του Ν. 702/1997, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 49 του Ν. 3659/2008, ότι επί προσλήψεων που διενεργούνται από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα (όπως η ...., η ...., ο ...

κ. α.), δεν υπόκεινται σε αίτηση ακύρωσης οι πίνακες κατάταξης προσωπικού που εκδίδονται από το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που διενεργεί τις προσλήψεις, για το λόγο ότι αυτοί, ως προερχόμενοι από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, παρά μόνο οι σχετικές αποφάσεις του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) που συνιστά ανεξάρτητη διοικητική αρχή, η οποία κατά το νόμο (Ν. 2190/1994) εμπλέκεται στη διαδικασία προσλήψεων κατ' ενάσκηση δημόσιας εξουσίας (ΣτΕ 786/2012, ΣτΕ 1804/2010, ΣτΕ 3190/2010, ΣτΕ 48/2009, σχετ.

ΣτΕ 3167/2007). Συνακόλουθα στις περιπτώσεις αυτές δεν καταλείπεται έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 2 του ΚΠολΔ, που επιτρέπει στα πολιτικά δικαστήρια τον παρεμπίπτοντα έλεγχο του κύρους εκτελεστών διοικητικών πράξεων, αφού οι οριστικοί πίνακες κατάταξης προερχόμενοι από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, όπως ο ..., δεν συνιστούν διοικητικές πράξεις, υποκείμενες σε παρεμπίπτοντα έλεγχο.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι ακόμη και εάν γενεσιουργός λόγος της αχθείσας ενώπιον του δικαστηρίου διαφοράς, σχετικά την κατάρτιση ή μη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου μεταξύ του εργαζομένου και του φορέα απασχόλησης [και μάλιστα ανεξαρτήτως του χαρακτήρα του τελευταίου ως νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου] και τις εξ αυτής ανακύπτουσες συνέπειες (υποχρέωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών του εργαζομένου, υποχρέωση προς απασχόληση του εργαζομένου) είναι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων Οργανισμός, και πάλι οι διαφορές αυτές, όσον αφορά δηλαδή την κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και τις εξ αυτής απορρέουσες συνέπειες, υπόκεινται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού αυτές ανάγονται σε δικαιώματα και, γενικότερα, σε σχέσεις ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 3/2004, ΑΠ 473/2000).

Δηλαδή στις περιπτώσεις αυτές κρίσιμη από την άποψη της συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας, είναι η φύση του δικαιώματος και, γενικότερα η φύση της έννομης σχέσης, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, και όχι η εκτελεστή πράξη της Διοίκησης, από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση. Το κύρος δε και η νομιμότητα της εκτελεστής αυτής πράξης των οργάνων της διοίκησης στις περιπτώσεις αυτές, ερευνάται κατά το άρθρο 2 του ΚΠολΔ από τα πολιτικά δικαστήρια παρεμπιπτόντως, ακόμη και μετά την πάροδο της προθεσμίας ακύρωσης αυτής (ΑΠ 281/2017, ΑΠ 1627/2017, ΑΠ 1709/2010, ΑΠ 127/2002), εφ` όσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί με νόμο και δεν υπάρχει περί του κύρους αυτής απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, παράγουσα δεδικασμένο και δεσμεύουσα τα πολιτικά δικαστήρια (ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 447/1984, ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 229/2016).

Τέλος από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης αποτελεί και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης του διαδίκου που νίκησε ή νικήθηκε πρέπει να υπάρχει τόσο κατά τον χρόνο άσκησης, όσο και κατά τον χρόνο της συζήτησής της και απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε επί μέρους λόγο αναίρεσης.

Ειδικότερα το έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δε να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται τη βλάβη. Βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του αναιρεσείοντος ή γίνονται ολικά ή μερικά έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει σχετική διάταξη (ΑΠ 985/2015, ΑΠ 2134/2014, ΑΠ 1663/2010, ΑΠ 342/2009).

Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, κρίνεται από τη προσβαλλομένη απόφαση. Εφόσον δε το έννομο συμφέρον δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης ή δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων Οργανισμός προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως και κατά παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ του Ν. 702/1977, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο μετά την τροποποίησή αυτού με το άρθρο 49 του Ν. 3659/2008, δέχθηκε ότι υπήρχε δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της διαφοράς σχετικά με την ακυρότητα του (οριστικού) πίνακα κατάταξης του αναιρεσίβλητου από τον αναιρεσείοντα Οργανισμό σε προκηρυχθείσα θέση θεραπευτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και γενικότερα σχετικά με την εκδίκαση της ένδικης αγωγής.

Σε συνάρτηση και συνάφεια με τον προαναφερθέντα αναιρετικό λόγο, με τον τρίτο αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης υπό στοιχεία (Α), (Β) και (Γ) κατά το τελευταίο σκέλος αυτού [και όχι από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου που αναφέρεται σε παραβίαση κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού, ως εν προκειμένω, δικαίου] ο αναιρεσείων Οργανισμός προσάπτει περαιτέρω στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες ότι:

α) με το να δεχθεί ότι υπήρχε δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων σχετικά με την κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μεταξύ των διαδίκων, για το λόγο ότι ο αναιρεσίβλητος, που κατέλαβε την πρώτη θέση επιλαχόντος (επί συνόλου τεσσάρων θέσεων) υπερτερούσε καταφανώς ως προς τα προσόντα των επιλεγέντων λοιπών συνυποψηφίων του, με συνέπεια με τον αποκλεισμό του αυτό να ματαιωθεί η πλήρωση της αίρεσης διορισμού του κατά τρόπο αντιβαίνοντα στην καλή πίστη (άρθ. 207 παρ. 1 του ΑΚ) και να επιδικάσει στη συνέχεια σε αυτόν αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 8.2.2012 έως τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να υποχρεώσει τον αναιρεσείοντα Οργανισμό να απασχολεί τον αναιρεσίβλητο στη θέση αυτή με την απειλή χρηματικής ποινής, παραβίασε με τη μη εφαρμογή της τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ.

γ του Ν. 702/1977, όπως ίσχυσε μετά την τροποποίησή αυτής με το άρθρο 49 του Ν. 3659/2008, η οποία προσέθεσε στις υπαγόμενες στην ακυρωτική δικαιοδοσία του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου και τις διαφορές σχετικά με τις προσλήψεις και την κατάσταση προσωπικού των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, οσάκις η πρόσληψη γίνεται με βάση ειδική διοικητική διαδικασία, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η πρόσληψη του προσωπικού του αναιρεσείοντος Οργανισμού ρυθμιζόταν με ειδική διοικητική διαδικασία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του Ν. 2882/2001 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού με αριθ.

Υ5γ/ΓΠ/οικ.22284/28.2.2002 Κοινής Υπουργικής Απόφασης, και κατά συνέπεια επρόκειτο περί διοικητικής (ακυρωτικής) διαφοράς υπαγομένης στη δικαιοδοσία του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, β) εσφαλμένως εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 2 του ΚΠολΔ, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβη σε ανεπίτρεπτο ουσιαστικό έλεγχο εκτελεστής διοικητικής πράξης και συγκεκριμένα του οριστικού πίνακα κατάταξης στον οποίο προέβη η Επιτροπή Επιλογής του αναιρεσείοντος και δεν αρκέσθηκε, ως όφειλε, μόνο σε έλεγχο νομιμότητας αυτής και γ) αποφάνθηκε επί της ουσίας της διαφοράς και δεν ανέπεμψε, ως όφειλε, την υπόθεση στη διοίκηση του αναιρεσείοντος Οργανισμού για νέα κρίση, υποκατασταθέν έτσι αναρμοδίως στις αρμοδιότητες της Διοίκησης αυτού, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της διάκρισης των εξουσιών.

Ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που αφορά πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης αναφορικά με την ακύρωση του οριστικού πίνακα κατάταξης ως προς τον ενάγοντα είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθότι ο αναιρεσείων Οργανισμός δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης κατά το μέρος αυτό, εφόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθ. 561 παρ, 2 του ΚΠολΔ), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα ακύρωσης του πίνακα κατάταξης ως μη νόμιμο με το σκεπτικό ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν διοικητικές πράξεις, των οποίων απλά ελέγχουν τη νομιμότητα παρεμπιπτόντως και δεν τις εφαρμόζουν [ενν.

στην περίπτωση που αυτές πάσχουν] και με επάλληλη αιτιολογία, [η οποία σημειωτέον δεν πλήττεται με την αναίρεση], ως αλυσιτελές, καθότι μέχρι τη συζήτηση της αγωγής είχε παρέλθει η κατά νόμο ενιαύσια διάρκεια της ισχύος του (βλ. φύλλο 5ο οπισθία σελίδα και φύλλο 20ο προσβαλλομένης απόφασης). Ο ίδιος κατά τα λοιπά λόγος και ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που αφορούν την κατ' ουσία έρευνα της αγωγής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως προς τη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μεταξύ των διαδίκων και τις εξ αυτές απορρέουσες συνέπειες (επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, λόγω άρνησης του αναιρεσείοντος ν' αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του αναιρεσίβλητου και υποχρέωση του πρώτου ν' αποδεχθεί την εργασία του δεύτερου με την απειλή χρηματικής ποινής) είναι αβάσιμοι, διότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων με την κατ' ουσία εκδίκαση της εν λόγω διαφοράς.

Ειδικότερα και ανεξαρτήτως του ότι οι πράξεις της Επιτροπής Επιλογής του αναιρεσείοντος Οργανισμού σχετικά με την οριστικοποίηση του πίνακα κατάταξης, ως γενεσιουργός αιτία της κατάρτισης ή μη σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου μεταξύ των διαδίκων, δεν συνιστούν ατομικές εκτελεστές διοικητικές πράξεις, αφού προέρχονται από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και κατά συνέπεια δεν γεννούν ακυρωτική διοικητική διαφορά υπαγομένη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, κατά το μέρος αυτό, ήταν δικαιώματα και, γενικότερα, σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, με συνέπεια να ιδρύεται δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκασή αυτής.

Μάλιστα τοιαύτη συνέπεια θα συνέτρεχε ακόμη και στην περίπτωση - περί της οποίας δεν πρόκειται - που γενεσιουργός λόγος της ένδικης διαφοράς ήταν εκτελεστή πράξη των διοικητικών αρχών. Ενόψει όλων αυτών δεν καταλείπεται έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 2 του ΚΠολΔ για παρεμπίπτοντα έλεγχο των πράξεων αυτών προερχομένων από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, όπως ο αναιρεσείων Οργανισμός, εφόσον αυτές δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, και συνακόλουθα ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος που ερείδεται σε παραβίαση της διάταξης αυτής είναι αβάσιμος.

Τέλος δεν συνέτρεχε περίπτωση αναπομπής της υπόθεσης στη διοίκηση του αναιρεσείοντος Οργανισμού για νέα κρίση, εφόσον ακόμη και στις περιπτώσεις που τα πολιτικά Δικαστήρια ερευνούν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα εκτελεστής διοικητικής πράξης - περίπτωση περί της οποίας δεν πρόκειται - δεν έχουν την αρμοδιότητα αναπομπής αυτής στη διοίκηση (την οποία έχουν μόνο τα διοικητικά δικαστήρια που εκδικάζουν ακυρωτικές διαφορές), αλλά απλώς δεν εφαρμόζουν στην κρινόμενη από αυτά υπόθεση την άκυρη διοικητική πράξη.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι πρώτος και τρίτος κατά το υπό στοιχεία (Α), (Β) και (Γ) τελευταίο μέρος αναιρετικοί λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας, την οποία (ελάσσονα πρόταση) και πλήττει. Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο στη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 58/2008, ΑΠ 80/2016, ΑΠ 104/2014, ΑΠ 282/2010, ΑΠ 1461/2007), η οποία άλλωστε μπορεί και να ελλείπει.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων Οργανισμός προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφέροντας διατάξεις (άρθ. 11 του Π.Δ/τος 164/2004) που δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση και παραπέμποντας σε νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας προγενέστερη του Ν. 3659/2008 που έλυσε τη σχετική αμφισβήτηση ως προς τη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, προκειμένου ν' αποφανθεί εσφαλμένα ότι με την ένδικη αγωγή εισήχθη διαφορά ιδιωτικού δικαίου, επί της οποίας έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια. Ο λόγος αυτός αναφέρεται, ως εκ του περιεχομένου του, σε ανεπάρκεια της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλομένης απόφασης και συνεπώς είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361 και 648 Α.Κ. προκύπτει, ότι σε περίπτωση κατάρτισης σύμβασης εργασίας με διαγωνισμό, η προκήρυξη του διαγωνισμού συνιστά πρόταση του εργοδότη προς αόριστο αριθμό προσώπων για κατάρτιση σύμβασης, ενώ η υποβολή υποψηφιότητας και η συμμετοχή σ` αυτόν επέχει θέση αποδοχής της εργοδοτικής πρότασης, από την περιέλευση δε της δήλωσης του υποψηφίου στον εργοδότη για την αποδοχή της πρότασής του, θεωρείται, ότι καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του ενδιαφερομένου στον διαγωνισμό.

Με την έκδοση και ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού, εφόσον ο ενδιαφερόμενος πέτυχε σ` αυτόν, πληρώνεται η αίρεση και επέρχονται τα αποτελέσματα της σύμβασης, ο δε επιτυχών θεωρείται αυτοδικαίως και οριστικά μισθωτός του εργοδότη, που προκήρυξε τον διαγωνισμό, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση, ότι ο υποψήφιος συμμετείχε νόμιμα στο διαγωνισμό σύμφωνα με τους όρους, που έθεσε ο εργοδότης (ΑΠ 654/2000).

Η πλήρωση της παραπάνω αίρεσης ελέγχεται βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 Α.Κ., κατά το οποίο η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της (ΑΠ 282/2017, ΑΠ 878/2014, ΑΠ 829/2006, ΑΠ 654/2000). Μετά την τελείωση της σύμβασης κατά τ' ανωτέρω, ο εργοδότης, μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του μισθωτού, καθίσταται υπερήμερος με τις συνέπειες που ορίζουν σε βάρος του οι διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 192/2000, ΑΠ 1661/1995, ΑΠ 821/1987).

Για την τελείωση της σύμβασης εργασίας και την περιέλευση του εργοδότη σε υπερημερία με τις εντεύθεν συνέπειες είναι αδιάφορο εάν το όνομα του ενάγοντος περιελήφθη ή όχι στους πίνακες επιτυχόντων του διαγωνισμού, αρκούντος του ότι αυτός συμμετείχε στο διαγωνισμό με τους όρους που έθεσε ο εργοδότης και επέτυχε σε αυτόν.

Αντίθετα για τον έλεγχο της επιτυχίας στο διαγωνισμό δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει αοριστία παροχής που χρειάζεται να προσδιοριστεί, καθόσον τα στοιχεία για την επιτυχία ή μη προσφέρονται από τους όρους της διακηρύξεως (εξεταστική επιτροπή, μοριοδότηση προσόντων κ.α).

Εάν όμως από την προκήρυξη προκύπτει ότι ο εργοδότης απευθύνει απλή πρόκληση προς ενδιαφερομένους να υποβάλουν αίτηση και τα δικαιολογητικά έγγραφα των προσόντων τους και συγχρόνως ασκώντας φυσική ευχέρεια επιφυλάχθηκε να επιλέξει τους κατά την κρίση του καταλληλότερους, η συμμετοχή των υποψηφίων στην παραπάνω διαδικασία και στην τυχόν προβλεπόμενη προφορική συνέντευξη δεν επιφέρει κατάρτιση της εργασιακής σύμβασης υπό αναβλητική αίρεση, η δε επιλογή του εργοδότη δεν ελέγχεται βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ (ΑΠ 829/2006).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο υπό στοιχεία (Γ) κατά το πρώτο αυτού σκέλος και (Δ) λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων Οργανισμός προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες ότι:

α) παραβίασε τις ρυθμίσεις της με αριθ. Υ5γ/Γ.Π. οικ. 22284/2002 Κοινής Υπουργικής απόφασης που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 11 του Ν. 2882/2001 και εκείνες των άρθρων 185, 189, 192, 361, 648 και 656 του ΑΚ, καθότι προέβη ανεπιτρέπτως στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς, αν και το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσείοντος Οργανισμού κατά την συνεδρίαση υπ' αριθ. 30/12.1.2012 με απόφασή του, της οποίας το περιεχόμενο παραθέτει στον οικείο αναιρετικό λόγο, απέρριψε με πλήρη αιτιολογία και για ουσιαστικούς λόγους την ένσταση του αναιρεσίβλητου, ο οποίος είχε μικρότερη εργασιακή εμπειρία των επιλεγέντων συνυποψηφίων του και β) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281, 288 και 207 παρ. 1 του ΑΚ, διότι δέχθηκε εσφαλμένα ότι η Επιτροπή Επιλογής δεν είχε φυσική ευχέρεια ελεύθερης επιλογής του κατά την κρίση της καταλληλότερου και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, παρόλο που αυτή είχε τη σχετική ευχέρεια και παράλληλα το όνομα του αναιρεσίβλητου ουδέποτε περιελήφθη στους πίνακες επιτυχόντων.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Ούτε επίσης διαλαμβάνεται σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή της με αριθ. Υ5γ/Γ.Π. οικ. 22284/2002 Κοινής Υπουργικής Απόφασης και σε ποίες από τις επί μέρους διατάξεις αυτής αναφέρεται η επικαλούμενη πλημμέλεια. Δεν αρκεί δε η στον τρίτο λόγο αναίρεσης αποσπασματική μνεία μόνο του συμπεράσματος της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την παραβίαση της αρχής της καλής πίστης εκ μέρους του αναιρεσείοντος Οργανισμού αναφορικά με την εσφαλμένη αξιολόγηση του αναιρεσίβλητου σε σύγκριση με τους συνυποψηφίους του και συνακόλουθα τη μη επιλογή του ως διοριστέου, πολλώ δε μάλλον που ελλείπει η έστω και συνοπτική αναφορά του συνόλου των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης αναφορικά με τους όρους της προκήρυξης και με τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους η μη επιλογή του αναιρεσίβλητου κρίθηκε από την προσβαλλομένη απόφαση ως αντίθετη προς την καλή πίστη.

Ειδικότερα ο αναιρεσείων Οργανισμός περιορίζεται στο να διαλάβει στον οικείο αναιρετικό λόγο την κατ' αυτόν ερμηνεία ορισμένων μόνο εκ των άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν και στο τι αφορά το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, ως και το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε από τις αποδείξεις το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο αντίθετο και εσφαλμένο κατ' αυτόν συμπέρασμα.

Η ειδικότερη αιτίαση ότι το όνομα του αναιρεσίβλητου δεν περιελήφθη στους πίνακες επιτυχόντων είναι απορριπτέα, εφόσον τούτο δεν απαιτείται για τη σύναψη της σύμβασης εργασίας. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί ο λόγος αυτός.

Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση και σε ποία έκταση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση της εκκαλουμένης ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 226/2016, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).

Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 1529/2001).

Επομένως η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων Οργανισμός προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφασή την πλημμέλεια ότι επιλήφθηκε κεφαλαίων της αγωγής μη εκκληθέντων με την έφεση του αναιρεσίβλητου. Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό προβάλλει την αιτίαση ότι, αν και με την έφεσή του ο ενάγων - εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος προσέβαλε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μόνο κατά το μέρος που έκρινε ότι εστερείτο δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της διαφοράς χωρίς να πλήξει με συγκεκριμένο λόγο έφεσης την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την άρνηση αυτού να ελέγξει την ουσιαστική κρίση της Επιτροπής Επιλογής του αναιρεσείοντος Οργανισμού για τη μη επιλογή του ενάγοντος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 του ΚΠολΔ, παρά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβη στην περαιτέρω ουσιαστική έρευνα της διαφοράς, δεχόμενο ότι καταρτίσθηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μεταξύ των διαδίκων και υποχρεώνοντας συνακόλουθα τον αναιρεσείοντα Οργανισμό στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας και στην πραγματική απασχόληση του αναιρεσίβλητου, με την απειλή χρηματικής ποινής.

Από την εκτίμηση του περιεχομένου της από 10.9.2014 και με αριθ. 7317/7.12.2015 έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), με την οποία ο ενάγων - εκκαλών παραπονέθηκε για την απορριπτική κρίση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στο σύνολό της με τους ισχυρισμούς ότι η αγωγή για την πρόσληψη υπαλλήλου και καταβολή αποδοχών υπερημερίας υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού αφορά διαφορά περί την ύπαρξη σχέσης ιδιωτικού δικαίου (σελ. 5 εφετηρίου), ότι η πλημμελής και παράνομη συμπεριφορά της Επιτροπής του φορέα (εφεσίβλητου) ως προς τη μη επιλογή αυτού κατά τους όρους της προκήρυξης υπόκειται σε έλεγχο από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια, εφόσον η προς κατάρτιση σχέση ήταν ιδιωτικού δικαίου, και συνακόλουθα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε την αρμοδιότητα ελέγχου των υποθέσεων που ανακύπτουν περί την έγκυρη ή μη κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ειδικότερα περί του εάν πληρώθηκε ή όχι η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελούσε η καταρτισθείσα σύμβαση αυτού [ενν.

κατά τους όρους της προκήρυξης), ότι η Επιτροπή [Επιλογής] δεν είχε τη φυσική ευχέρεια επιλογής του κατά την κρίση της καταλληλότερου των υποψηφίων, αλλά έπρεπε να προβεί στην αξιολόγηση των υποψηφίων με βάση τις αρχές της καλής πίστης, τηρώντας τους όρους προκήρυξης, προκειμένου να μην αλλοιωθεί η σειρά επιτυχίας υπέρ των συνυποψηφίων του και σε βάρος αυτού, καταφανώς υπερέχοντος ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των συνυποψηφίων του (σελ. 7 - 8 εφετηρίου) και ότι αυτή (Επιτροπή), χωρίς την ύπαρξη νομικού ή ουσιαστικού λόγου και ενεργώντας εναντίον της καλής πίστης, προέβη σε αποκλεισμό του ενάγοντος - εκκαλούντος (σελ. 9 του εφετηρίου) σε συνδυασμό με το αίτημα της έφεσης να εξαφανισθεί στο σύνολό της η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επί τω τέλει να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή του εκκαλούντος κατά του εφεσιβλήτου ως προς όλο της το αιτητικό (σελ. 15 εφετηρίου), προκύπτει ότι με την έφεσή του ο ενάγων - εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος προσέβαλε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στο σύνολό της και συγκεκριμένα και ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε την άρνηση αυτής (εκκαλουμένης) να προβεί σε ουσιαστικό έλεγχο της κρίσης της Επιτροπής Επιλογής του αναιρεσείοντος Οργανισμού, απορρίπτοντας κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 του ΚΠολΔ την αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό, [ως προς το οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρχε δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων], ως απαράδεκτο.

Επομένως είναι αβάσιμα τα όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων Οργανισμός με τον τέταρτο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο και συνακόλουθα ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων Οργανισμός προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προκειμένου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν έλαβε υπόψη του, ούτε συνεκτίμησε το απόσπασμα πρακτικού της με αριθ. 30/12.1.2012 συνεδρίασης του Διοικητικού του Συμβουλίου του αναιρεσείοντος, για την απόρριψη της υποβληθείσας από τον αναιρεσίβλητο ένστασης (το περιεχόμενο του οποίου διαλαμβάνεται στο υπό στοιχείο (Γ) σκέλος του τρίτου αναιρετικού λόγου) κατά του πίνακα κατάταξης, από το οποίο (έγγραφο) προέκυπταν εναργώς οι λόγοι για τους οποίους δεν επελέγη ο αναιρεσίβλητος έναντι των συνυποψηφίων του για μία εκ των τεσσάρων θέσεων θεραπευτή και το οποίο ο αναιρεσείων Οργανισμός, προς απόδειξη του πιο πάνω ουσιώδους για την απόρριψη της αγωγής και της έφεσης ισχυρισμού του, είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις του τόσο πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και είχε προσκομίσει.

Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση (φύλλο 6ο) ότι λήφθηκαν υπόψη (μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων) και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τα διάδικα μέρη έγγραφα, σε συνδυασμό και με το ότι στα φύλλα 10ο οπισθία σελίδα και 11ο της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται ρητή και σαφής μνεία του περιεχομένου της απορριπτικής κρίσης του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος επί της ένστασης του αναιρεσίβλητου, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ανωτέρω έγγραφο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πέμπτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Οργανισμός στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.4.2017 και με αριθ. κατάθ. 2585/226/2017 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 324/24.1.2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Οργανισμό στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ