1163/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1163/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 1.Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι, με την από 20-11-2012 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) ισχυρίσθηκε ότι είχε προσληφθεί την 18-8-1988, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως υπάλληλος, από την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... της Ελλάδος ΑΕ", της οποίας καθολική διάδοχος, κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση, είναι η εναγομένη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1163 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1163/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Βασιλικής Παντελίδου- Κουρκουβάτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλεξάνδρου Κλεισιούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με αριθμό 32989/20-11-2012. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 24789/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 1657/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης 199/18-9-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι, με την από 20-11-2012 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) ισχυρίσθηκε ότι είχε προσληφθεί την 18-8-1988, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως υπάλληλος, από την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... της Ελλάδος ΑΕ", της οποίας καθολική διάδοχος, κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση, είναι η εναγομένη.
Ότι η σύμβαση που τον συνδέει με την εναγομένη είναι ορισμένου χρόνου, διότι στον οργανισμό προσωπικού της τελευταίας, που έχει κανονιστική ισχύ, προβλέπεται η αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 57ου για τις γυναίκες. Ότι την 18-9-2012 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας και του κατέβαλε την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 2112/1920 αποζημίωση απόλυσης, πλην όμως η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, διότι δεν συνέτρεξε καμία από τις προϋποθέσεις, που προβλέπονται στο άρθρο 32 του ισχύοντος από 26-6-2003 οργανισμού προσωπικού της εναγομένης.
Ότι στο έγγραφο της καταγγελίας γίνεται ρητή αναφορά ότι η σύμβαση εργασίας του θεωρείται ως αορίστου χρόνου, βάσει των διατάξεων του άρθρου 5 της 6/28-2-2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 4046/2012. Ότι η ανωτέρω ΠΥΣ, με την οποία η σύμβαση εργασίας του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, είναι μη εφαρμοστέα, διότι εκδόθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο κατά παράβαση των άρθρων 26 και 43 παρ.2 του Συντάγματος, άλλως είναι ανίσχυρη, ως αντικείμενη στα άρθρα 5 παρ.1 και 22 παρ.1, 2 του Συντάγματος και ως εκ τούτου η καταγγελία είναι άκυρη, λόγω μη συνδρομής σπουδαίου λόγου, άλλως και αν υπήρξε τέτοιος λόγος, η εκ μέρους της εναγομένης επιλογή της απόλυσης, αντί της πειθαρχικής δίωξης, είναι καταχρηστική, διότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 18-9-2012 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 24789/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της πρωτόδικης απόφασης, ο ενάγων άσκησε την από 24-1-2014 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1657/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με αυτήν έγινε δεκτό ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος κατέστη από 14-2-2012, δυνάμει των ρυθμίσεων της ΠΥΣ 6/28-2-2012, αορίστου χρόνου και συνεπώς νομίμως καταγγέλθηκε την 18-9-2012 από την εναγομένη κατά τις διατάξεις του άρθρου 669 ΑΚ, η δε καταγγελία ήταν έγκυρη, αφού, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, έγινε εγγράφως και καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή ήταν μη νόμιμη και ορθώς είχε απορριφθεί σαν τέτοια με την πρωτόδικη απόφαση. Ακολούθως, απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. 2.
Περαιτέρω το Εφετείο, ερευνώντας τον πέμπτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο ο εκεί εκκαλών ισχυριζόταν ότι η πρωτόδικη απόφαση άφησε αδίκαστη τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, υποστηρίζοντας ότι η βάση αυτή αφορούσε στην περίπτωση που γινόταν δεκτό ότι η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε το λόγο αυτό αβάσιμο, προεχόντως με την παραδοχή ότι: "όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής, αλλά και των πρωτόδικων προτάσεών του, ο ενάγων δεν επικαλέσθηκε την καταχρηστικότητα της απόλυσής του για την περίπτωση που θα γινόταν δεκτό ότι η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, παρά για την περίπτωση που η κυρία βάση της αγωγής του (που όπως και η πρώτη επικουρική στηριζόταν στη μη μετατροπή της σύμβασής του σε αορίστου χρόνου) θα γινόταν δεκτή, αλλά θα γινόταν δεκτός και (ενδεχόμενος) ισχυρισμός της εναγομένης περί υπάρξεως σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασής του, που σύμφωνα με όλες τις βάσεις της αγωγής παρέμενε ορισμένου χρόνου".
Περαιτέρω το Εφετείο, με επάλληλη αιτιολογία, δέχθηκε ότι, σε κάθε περίπτωση, δηλαδή ακόμη και αν εθεωρείτο ότι η εν λόγω επικουρική βάση της αγωγής αφορούσε στην καταγγελία της σύμβασής του ως αορίστου χρόνου, ο ως άνω λόγος έφεσης θα έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Πιο συγκεκριμένα, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη:
Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), κατά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, υπηρετούσε ως ταμίας στο κατάστημα ... της εναγομένης Τράπεζας (ήδη αναιρεσίβλητης). Ότι την 24-8-2012 ο πελάτης Ά. Κ. προσήλθε στο διευθυντή του καταστήματος και διαμαρτυρήθηκε διότι, ενώ παρέδωσε στον ενάγοντα για κατάθεση μετρητά 7.700 ευρώ, σε χαρτονομίσματα των 100 ευρώ, ο τελευταίος του είπε, μετά την καταμέτρηση, ότι τα χρήματα ήσαν 7.600 ευρώ και προχώρησε τη διαδικασία κατάθεσης για το ποσό αυτό.
Ότι μόνο ύστερα από έντονη διαμαρτυρία του πελάτη, ο ενάγων αναγκάσθηκε να προβεί σε πράξη συμπληρωματικής κατάθεσης του φερομένου ως ελλείποντος χαρτονομίσματος των 100 ευρώ. Ότι ο ενάγων, κληθείς από τον διευθυντή για να παράσχει εξηγήσεις, υποστήριξε ότι επρόκειτο για λάθος, οφειλόμενο σε απροσεξία του πελάτη.
Ότι από την εικόνα που είχε καταγραφεί σε κάμερα ασφαλείας του καταστήματος, προέκυψε ότι ο ενάγων παρέλαβε τα χαρτονομίσματα και πριν τα τοποθετήσει στη μηχανή καταμέτρησης, αφαίρεσε ένα χαρτονόμισμα των 100 ευρώ, το οποίο εναπόθεσε πάνω στο γραφείο του, σε σημείο μη ορατό από τον πελάτη και στη συνέχεια προέβη στην καταμέτρηση των υπολοίπων και ανέφερε στον πελάτη ότι ήταν 76 χαρτονομίσματα των 100 ευρώ.
Ότι κατά τη διάρκεια της καταμέτρησης, έσπρωξε με το αριστερό του χέρι το παρακρατηθέν χαρτονόμισμα στο εσωτερικό του γραφείου του και στη συνέχεια ανέγραψε ανακριβή χρηματική ανάλυση στο παραστατικό (76 Χ 100), ώστε σε ενδεχόμενο έλεγχο να φαίνεται ότι είχε παραλάβει 76 χαρτονομίσματα των 100 ευρώ. Ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, επρόκειτο για υπεξαίρεση του ποσού των 100 ευρώ και μάλιστα με εκμετάλλευση της θέσης του και με μεθοδευμένο τρόπο.
Ότι μετά το ως άνω παράπτωμα του ενάγοντος, ακολούθησε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από την εναγομένη, η επιλογή της οποίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταχρηστική και μάλιστα ανεξάρτητα από την εν γένει υπηρεσιακή συμπεριφορά και τις προηγούμενες θετικές επιδόσεις και αξιολογήσεις του ενάγοντος, ακριβώς επειδή το παράπτωμά του, ενόψει της απαιτούμενης στις τραπεζικές συναλλαγές απόλυτης εντιμότητας των υπαλλήλων για την προστασία της φήμης των τραπεζών, αλλά και του ιδιαίτερου κλονισμού της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των διαδίκων που δημιούργησε, ήταν ιδιαίτερα σοβαρό και η απόλυσή του γι' αυτό, αντί της επιβολής κάποιας πειθαρχικής ποινής, δεν συνιστούσε αδικαιολόγητη επιλογή της εναγομένης, ούτε παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι σε κάθε περίπτωση, η πρωτόδικη απόφαση δεν έσφαλε απορρίπτοντας την αγωγή και απέρριψε την έφεση στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. 3.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής με δύο επάλληλες αιτιολογίες, η καθεμία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασής του. Ειδικότερα, με την πρώτη αιτιολογία την απέρριψε ως μη νόμιμη, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο ενάγων επικαλέστηκε το ότι η απόλυσή του ήταν καταχρηστική μόνο για την περίπτωση που κατά την έρευνα της κύριας βάσης της αγωγής του (η οποία στηριζόταν στο ότι η σύμβασή του παρέμεινε ορισμένου χρόνου και δεν μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου) θα προβαλλόταν ισχυρισμός της εναγομένης περί υπάρξεως σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασής του, η οποία λογιζόταν ως ορισμένου χρόνου ως προς όλες τις βάσεις αυτής, κύρια και επικουρικές.
Με τη δεύτερη αιτιολογία και με την εκδοχή ότι η εν λόγω βάση της αγωγής αφορούσε σε καταγγελία της σύμβασης ως αορίστου χρόνου, την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεχθέν ότι υπό τις ως άνω παραδοχές, τις οποίες με σαφήνεια και πληρότητα παρέθεσε, η καταγγελία της σύμβασης δεν υπήρξε ούτε καταχρηστική ούτε αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, διότι ο ενάγων με τη συμπεριφορά του είχε κλονίσει ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη της εναγομένης προς το πρόσωπό του, ως υπαλλήλου τράπεζας.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 4.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης 199/18-9-2017 αίτηση για αναίρεση της 1657/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Μαΐου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ