Legislator Case Law & Legislation
1163/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance company's appeal for breach of appellate transfer rule.

Case Number 1163/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment. The insurance company argued that the lower court failed to properly evaluate evidence regarding workdays and future damages, while the appellant claimed the appellate court erred in its assessment. The court ruled that the appellate court correctly applied the principle of transfer of the case, requiring a comprehensive re-evaluation of the merits rather than merely addressing the appellant's complaints, thus finding the appeal admissible but substantively unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 535, 559, 559(8), 559(9) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must comprehensively re-evaluate the merits of the case when the appeal is based on the transfer of the case, and an appeal based on the transfer of the case is admissible only if the appeal raises a new claim or a distinct ground for appeal not covered by the transfer principle.

Keywords

AI generated
appellate transfer principle cassation appeal admissibility insurance liability dispute evidence evaluation error future damages assessment Code of Civil Procedure comprehensive re-evaluation

Cited Legislation

AI generated
Article 535 of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1437/2012
Supreme Court Case 279/2015
Supreme Court Case 1479/2014
Supreme Court Case 15/2001
Supreme Court Case 1470/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1163 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1163/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηρακλή Γαρίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Γ., 2) Χ. Σ. του Β., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος και 2ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2011 εν μέρει οριστική και 162/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-12-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 24-11-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 40/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001, ΑΠ 1470/ 2003), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ’ αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.

β’ περ. β’ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 180/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι αυτή εκδόθηκε ερήμην του 1ου εφεσιβλήτου - εναγομένου και ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, Α. Κ. του Γ. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και ήδη 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων. Η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε στις 21-3-2014, χωρίς να προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, ότι έχει κοινοποιηθεί στον απολειπόμενο 1ο εφεσίβλητο και ήδη 1ο αναιρεσίβλητο, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται τέτοια κοινοποίηση.

Επομένως, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη, μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης δεν άρχισε να τρέχει για τον 1ο αναιρεσίβλητο η 15ήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας (άρθρ. 503 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνακόλουθα, ως προς αυτόν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπόκειται εξακολουθητικά σε ανακοπή ερημοδικίας, εφόσον στην αναιρετική διαδικασία ισχύει η αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων και δεν έχει καταστεί τελεσίδικη, σε αντίθεση με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους (2ο και 3η τούτων), απλούς ομοδίκους, ως προς τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη, διότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553, 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως επί αδικοπρακτικής ευθύνης περισσοτέρων, η οριστική απόφαση, που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς, έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη (ΑΠ 658/2012).

Επομένως, κατόπιν τούτου η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη (ως δικόγραφο) ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο κατ’ άρθρ. 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ. Δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα δεν επιδικάζονται, διότι η απόφαση αυτή δεν είναι οριστική κατ’ άρθρ. 191 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον δεν τέμνει ολοκληρωτικά τη διαφορά της δίκης.

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 23-12-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αρ. 40/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη Σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, με την από 17-3-2016 Πράξη της Προέδρου του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, με αριθμό πινακίου 19.

Εξάλλου, από την υπ’ αρ. ...13-9-2016 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καβάλας, Ε. Χ. - Μ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντα, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 124 παρ. 2, 129 παρ. 1 ΚΠολΔ), στον 2ο αναιρεσίβλητο, για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε ο 2ος αναιρεσίβλητος, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον ο επισπεύδων τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείων και η 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.

Επομένως, αφού ο 2ος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού. Εξάλλου, η αίτηση αναίρεσης ως προς τους 2ο και 3η των αναιρεσιβλήτων είναι παραδεκτή και εμπρόθεσμη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί το βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής, με τον οποίο ο αναιρεσείων - παθών αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, που, σημειωτέον, προτείνεται παραδεκτά, διότι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 562 παρ. 2 περ.

β’ ΚΠολΔ), με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τη διαθετική αρχή του άρθρ. 106 σε συνδ. 522 ΚΠολΔ (μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης), διότι του επιδίκασε ως διαφυγόντα εισοδήματα για το διάστημα Φεβρουάριος 2006 έως Μάρτιος 2010, το ποσό των 15.248,17 ευρώ, (αντί του μεγαλύτερου πρωτόδικα επιδικασθέντος 18.168,88 ευρώ), κατά παραδοχή του 2ου λόγου της έφεσης της 3ης αναιρεσίβλητης, υπόχρεης ασφαλιστικής εταιρείας, για δήθεν εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, ως προς τις ημέρες ημιαπασχόλησης του παθόντα και του ύψους του ημερομισθίου του, αν και το κεφάλαιο αυτό δεν είχε εκκληθεί - προσβληθεί με κανένα λόγο της έφεσης της ασφαλιστικής εταιρείας.

Στο πλαίσιο της καθιερούμενης από το άρθρο 106 ΚΠολΔ θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου, αν δε παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή.

Έλλειψη αιτήσεως υπάρχει και συνεπώς υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, η από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έρευνα κεφαλαίου, που δεν έχει προσβληθεί με έφεση ή αντέφεση (ΑΠ 1348/2006). Ειδικότερα, από το άρθρο 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εξουσία του Εφετείου περιορίζεται στην έρευνα των κεφαλαίων της πρωτόδικης απόφασης, που προσβλήθηκαν με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής (ΑΠ 1415/2007).

Κατά δε το άρθρο 535 Κ.Πολ.Δ., αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ’ ουσίαν. Το προβαλλόμενο με τον λόγο έφεσης σφάλμα της εκκαλούμενης αποφάσεως περί την εκτίμηση των αποδείξεων (που είναι ο συνηθέστερος των προβαλλόμενων λόγων έφεσης) δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται.

Αρκεί να προβάλλεται (με το λόγο έφεσης) ότι συνεπεία του προβαλλόμενου με το λόγο έφεσης σφάλματος περί την εκτίμηση των αποδείξεων η εκκαλούμενη απόφαση ήχθη σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό. Διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συνεπεία του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (Κ.Πολ.Δ. 522) είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλούμενης αποφάσεως (Κ.Πολ.Δ. 534) βάσει της καθολικής επανεκτιμήσεως της ουσίας της υπόθεσης και όχι μόνο βάσει των προς αυτή συνδεομένων μερικοτέρων παραπόνων του εκκαλούντος (ΑΠ 411/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: ο αναιρεσείων-ενάγων-παθών με την ένδικη από 15-4-2010 (αρ. κατ. 134/2010) αγωγή του (2η στη σειρά) ισχυρίστηκε, ότι κατά το τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 4-6-2005 και ώρα 03:25 στην οδό ..., στην πόλη της Καβάλας, οδηγώντας τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, συγκρούστηκε με το ρυμουλκό βυτιοφόρο, με συρόμενο ρυμουλκούμενο όχημα, με αρ.

κυκλοφορίας ..., που οδηγούσε ο 1ος αναιρεσίβλητος, ιδιοκτησίας του 2ου αναιρεσιβλήτου, το οποίο ασφάλιζε έναντι των τρίτων η 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με συνέπεια αυτός να τραυματιστεί σοβαρά και να υποστεί τις σωματικές κακώσεις, που αναλυτικά περιέγραφε στην αγωγή, για τις οποίες έχει κριθεί εφόρου ζωής ανάπηρος σε ποσοστό 50% από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Ν.

Καβάλας, ότι με την υπ’ αρ. 523/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε επί της αρχικής, πρώτης στη σειρά, αγωγής του, κρίθηκαν, με ισχύ δεδικασμένου, συνυπαίτιοι του ατυχήματος ο παθών και ο 1ος αναιρεσίβλητος (οδηγοί των οχημάτων) σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου καθένας. Περαιτέρω ο αναιρεσείων-παθών ισχυρίστηκε με την ένδικη αγωγή του, που επιτρεπτά επίσης, επισκοπείται, ότι πριν το ατύχημα εργαζόταν ως σερβιτόρος σε αναψυκτήριο στην πόλη της Καβάλας, με μηνιαίο μισθό 741,16 ευρώ και ότι λόγω του τραυματισμού του από τον Φεβρουάριο 2006 έως τον Οκτώβριο 2006 δεν ήταν ικανός για να εργαστεί και απώλεσε εισοδήματα 3.335,22 ευρώ (741,16 χ 9 μήνες= 6.670,44 μείον 50% = 3.335,22), ότι επίσης από το μήνα Δεκέμβριο 2006 και λόγω της ανικανότητάς του προς πλήρη εργασία εργάσθηκε ως ημιαπασχολούμενος με τετράωρη ημερήσια απασχόληση στην καφετέρια ...

επί 16 ημέρες, ότι το έτος 2008 εργάσθηκε 222 ημέρες, το έτος 2009 εργάσθηκε 268 ημέρες και ότι από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο 2010 εργάσθηκε 64 ημέρες, σύμφωνα με όσα αναλυτικά ανέφερε για κάθε μήνα απασχόλησής του και ότι συνολικά για τους ανωτέρω 40 μήνες εργάσθηκε 808 ημέρες, ότι το ημερομίσθιο για οκτάωρη απασχόληση σερβιτόρου το Δεκέμβριο 2006 ήταν 40,33 ευρώ, από Ιανουάριο 2007 έως Απρίλιο 2008 ήταν 48,65 ευρώ και από Μάιο 2008 έως Μάρτιο 2010 ήταν 51,11 ευρώ, ότι λόγω της τετράωρης ημιαπασχόλησής του αυτός εισέπραξε το ήμισυ των ανωτέρω ποσών και ότι συνακόλουθα, σύμφωνα με τους αναλυτικούς μαθηματικούς υπολογισμούς, που παρέθετε στην αγωγή του, απώλεσε για τον Δεκέμβριο 2006 το ποσό των 342,84 ευρώ, για το διάστημα Ιανουάριος 2007 έως Απρίλιος 2008 απώλεσε το ποσό των 6.082 ευρώ και για το διάστημα από Μάϊος 2008 έως Μάρτιος 2010 απώλεσε το ποσό των 8.408,82 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριος 2006 έως Μάρτιος 2010 απώλεσε ως διαφυγόντα εισοδήματα το ποσό των 18.168,88 ευρώ (3.335,22 + 342,84 + 6082 + 8408,82), το οποίο αξίωνε ως θετική ενεστώσα ζημία (η αγωγή είχε ασκηθεί 15-4-2010), ότι επίσης, εκτός από την ως άνω ζημία θα υποστεί ζημία ίση με 23.002,80 ευρώ για μελλοντικά διαφυγόντα εισοδήματα από τον Απρίλιο 2010 έως τον Μάρτιο 2014, δηλαδή για τέσσερα έτη με ημερομίσθιο 63,89 ευρώ με την αύξηση τούτου κατά ποσοστό 25% λόγω της συνήθους πορείας των πραγμάτων.

Επί πλέον αξίωνε ως πρόσθετη αποζημίωση του άρθρ. 931 ΑΚ το ποσό των 75.000 ευρώ. Συνολικά με την ανωτέρω 2η στη σειρά αγωγή του ο αναιρεσείων αξίωνε το ποσό των 116.171,68 ευρώ (18.168,88 + 23.002,80 + 75.000), το οποίο μετατράπηκε σε αναγνωριστικό (άρθρ. 70, 224 ΚΠολΔ). Η αγωγή αυτή συζητήθηκε αρχικά στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας ερήμην του 1ου και 2ου των εναγομένων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και εκδόθηκε η υπ’ αρ. 124/2011 εν μέρει οριστική απόφαση, που επιδίκασε ως αποζημίωση του άρθρ. 931 ΑΚ το ποσό των 10.000 ευρώ, ενώ ανέβαλλε για τα κονδύλια θετικής και αποθετικής ζημίας, ποσού 41.171,68 ευρώ από τον Φεβρουάριο 2006 έως τον Μάρτιο 2014, προκειμένου να προσκομιστεί βεβαίωση του ασφαλιστικού φορέα του παθόντα - ΙΚΑ.

Μετά την έκδοση της υπ’ αρ. .../16-12-2011 βεβαίωσης του ... ο παθών επανέφερε την αγωγή του με κλήση και η ένδικη (2η) αγωγή συζητήθηκε πλέον στις 16-6-2012 ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και εκδόθηκε η υπ’ αρ. 162/2012 απόφαση (εκκαλουμένη), η οποία επιδίκασε αναγνωριστικά στον παθόντα-αναιρεσείοντα το ποσό των 24.499,57 ευρώ και ειδικότερα, όλο το αιτούμενο ποσό για την ενεστώσα θετική ζημία 18.168,88 ευρώ, ως αποθετική μέλλουσα ζημία από Απρίλιο 2010 έως Δεκέμβριο 2011 το ποσό των 10.063,72 ευρώ και συνολικά 28.232,60 ευρώ από το οποίο αφαιρέθηκε ποσό 3.733.03 ευρώ που ο παθών είχε εισπράξει από τον ασφαλιστικό του φορέα - ΙΚΑ.

Αντίθετα, η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έκρινε ως προώρως ασκηθέν το υπόλοιπο ποσό αποθετικής μέλλουσας ζημίας από Ιανουάριο 2012 έως Μάρτιο 2014. Κατά της απόφασης αυτής (υπ’ αρ. 162/2012 Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας) άσκησαν αντίθετες εφέσεις ο παθών και η 3η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία.

Όσον αφορά το ενδιαφέρον στην παρούσα αναιρετική δίκη ζήτημα των διαφυγόντων εισοδημάτων (διότι το κεφάλαιο της πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρ. 931 ΑΚ δεν εξεκλήθη) η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, με τον 2ο λόγο της έφεσής της, ισχυρίστηκε αυτολεξεί τα εξής: "Πέραν αυτών, ο αντίδικος διέλαβε στην αγωγή του αντιφατικούς ισχυρισμούς οι οποίοι αν μη τι άλλο πλήττουν το καθήκον αλήθειας ως διαδίκου. Ειδικότερα, ενώ εξέθεσε στην αγωγή του κατά λέξη "συμφωνήθηκε να εργάζομαι 4 ώρες ημερησίως", στη συνέχεια και στο ίδιο δικόγραφο ισχυρίστηκε πως δεν εργαζόταν όλες τις μέρες, αλλά μειωμένο αριθμό ημερών. Παρά ταύτα, το δικαστήριο έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς του. Επίσης, ενώ ο αντίδικος ισχυρίζεται στην αγωγή του πώς κατά μέσο όρο εργαζόταν 20 μέρες τον μήνα, για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του 2007 έως και Απρίλιο 2008 (δηλαδή για 16 μήνες) ισχυρίζεται πώς εργάστηκε 300 μέρες και όχι 320 που όφειλε να ισχυριστεί συμφωνά με τα όσα ο ίδιος αναληθώς εκθέτει. Ατυχώς και αυτή η αντίφαση διέλαθε της προσοχής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου". Ενώ, με τον 3ο λόγο της έφεσης αυτής ισχυρίστηκε αυτολεξεί επίσης τα εξής: "Η τραγική και πρωτόγνωρη οικονομική κρίση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα καθιστά τους ισχυρισμούς του ενάγοντα περί αυξήσεως

των ημερομισθίων κατά 25% και της εξασφαλίσεως διαρκούς απασχολήσεως και δή 25 ημερών μηνιαίως, άκρως εξωπραγματικούς. Όχι μόνο δεν έχει επέλθει αύξηση στις αποδοχές, αλλά αντίθετα υπάρχουν δραστικές περικοπές, ενώ η ανεργία πλήττει θανάσιμα τον εργασιακό κόσμο. Υπό αυτά τα δεδομένα, οι ισχυρισμοί του ενάγοντα πώς θα είχε διαρκή απασχόληση μέχρι και το 2014 προκαλούν θυμηδία και είναι απορριπτέοι ως μη δεκτικοί δικαστικής αξιολογήσεως.

Κι ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σταθμίζοντας τα πρωτόγνωρα, στην νεότερη μεταπολεμική ιστορία, τραγικά οικονομικά και εργασιακά δεδομένα τα οποία βιώνει η χώρα μας, όφειλε ορθά αξιολογώντας το αποδεικτικό υλικό να απορρίψει την αγωγή, παραδόξως αυτή έγινε δεκτή στο σύνολό της με μοναδική εξαίρεση το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2012 έως Μάρτιο 2014 για το οποίο αποφάνθηκε πως η αγωγή ασκήθηκε πρόωρα.

Δεν αντέχει στο περί δικαίου αίσθημα η κρίση ότι ο αντίδικος θα είχε συνεχή εργασία, ολόκληρο τον χρόνο και μάλιστα με τις αποδοχές που επικαλείται, όταν η ανεργία όλο και διαρκώς διογκώνεται και τα ημερομίσθια και οι μισθοί περικόπτονται δραματικά. Παραδόξως, τα ημερομίσθια του αντιδίκου αυξάνονται και όχι μόνο αυτό, αλλά θα είχε συνεχή απασχόληση -κατά τους ισχυρισμούς του- και μάλιστα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Είναι προκλητικό πραγματικά, να ισχυρίζεται ο αντίδικος και να αποδέχεται το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πως στο δεκαοκτάμηνο Μαΐου 2008 έως και Μαρτίου 2010 θα λάμβανε αποδοχές 29.388 ευρώ, δηλαδή μηνιαίως 1.632,67 ευρώ!!! Ή πάλι είναι εξ ίσου αδιανόητο να πιστεύει κανείς πως ο αντίδικος και αν ακόμη είχε απασχόληση στην περίοδο από Απρίλιο 2010 μέχρι το Δεκέμβριο 2011 θα λάμβανε 33.542,25 ευρώ, δηλαδή μηνιαίως 1.597,2 ευρώ!!!, όταν πλέον είμαστε στην εποχή των 600 ευρώ.

Και αν ακόμη ο αντίδικος είχε συνεχή απασχόληση για την πιο πάνω περίοδο, το ποσό που θα απολάμβανε από την εργασία του δεν θα υπερέβαινε τα 600 ευρώ και αυτά θα πρέπει να του επιδικαστούν, αφαιρουμένων αυτών που έλαβε εργαζόμενος υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης. Υπό τα δεδομένα αυτά η πληττόμενη απόφαση κατέστη εκκλητέα".

Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση υπ’ αρ. 40/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης κρίνοντας την έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας, στη σελίδα 9α αυτής και κατ’ ακριβή αντιγραφή του σκεπτικού, δέχθηκε τα εξής: "...η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία-εναγομένη, πλην του ανωτέρω ήδη απορριφθέντος πρώτου λόγου της έφεσής της (δηλ. περί αοριστίας της αγωγής), παραπονείται για την κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων παραδοχή του ένδικου κονδυλίου (δηλ. των διαφυγόντων εισοδημάτων), ζητώντας την αντίστοιχη απόρριψη της αγωγής και κατά το τμήμα της, που αντιθέτως έγινε δεκτή. Πρέπει συνεπώς, οι εφέσεις να εξεταστούν περαιτέρω για να κριθεί η βασιμότητά τους από ουσιαστική άποψη...".

Εξάλλου η ανωτέρω εφετειακή απόφαση (προσβαλλόμενη) επί της ουσίας της υπόθεσης δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Μετά την πάροδο αυτού του διαστήματος και αφού εργάσθηκε υπό πλήρη απασχόληση κατά το μήνα Νοέμβριο του 2006 στην εδρεύουσα στην Καβάλα επιχείρηση - καφετέρια με την επωνυμία "..." της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΟΕ", διαπιστώθηκε ότι ο εκκαλών - ενάγων λόγω των ανωτέρω προβλημάτων υγείας, εξαιτίας των οποίων εν τέλει κρίθηκε ότι κατέστη ισοβίως. ανάπηρος κατά ποσοστό 50%, δεν ήταν δυνατόν να απασχολείται στην εργασία του ως σερβιτόρος υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, εφόσον αυτή η εργασία απαιτεί πολύωρη ορθοστασία και ικανότητα γρήγορης και σταθερής κίνησης, με αποτέλεσμα να έχει τη σωματική δυνατότητα γα εργάζεται μόνο υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης και δη με ωράριο 4 ωρών και επί λιγότερες ημέρες κάθε μήνα, υπό το καθεστώς δε αυτό εργάσθηκε από το Δεκέμβριο του 2006 στην παραπάνω επιχείρηση.

Έτσι, το Δεκέμβριο του 2006, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το γεγονός ότι αν εργάζονταν υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης θα λάμβανε ημερήσιες μεικτές αποδοχές 40 ευρώ και συνολικά το ποσό των 1.000 ευρώ καθώς και ότι, όπως ομολογείται από τον εκκαλούντα - ενάγοντα, δεν αμφισβητείται ειδικά από τους παριστάμενους εφεσίβλητους και αποδεικνύεται από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, απασχολήθηκε επί 16 ημέρες λαμβάνοντας ως αποδοχές το συνολικό ποσό των 322,56 ευρώ, απώλεσε το ποσό των 677,44 ευρώ και μειούμενου του ποσού αυτού κατά το ποσοστό της κριθείσας συνυπαιτιότητάς του, το τελικό ποσό των 338,72 ευρώ.

Για το διάστημα από τον Ιανουάριο του 2007 έως και το Δεκέμβριο του 2007, λαμβάνοντας υπόψη ότι υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης θα λάμβανε επίσης το ποσό των 40 ευρώ ημερησίως και συνολικά το ποσό των 1.000 ευρώ ανά μήνα καθώς και ότι, όπως ομολογείται από τον εκκαλούντα - ενάγοντα, δεν αμφισβητείται ειδικά από τους παριστάμενους εφεσίβλητους και αποδεικνύεται από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, απασχολήθηκε επί 222 ημέρες και έλαβε συνολικά το ποσό των 4.533,24 ευρώ, απώλεσε το συνολικό ποσό των 7.466,76 ευρώ (12 μήνες χ 1.000 ευρώ = 12.000 ευρώ - 4.533,24 ευρώ = 7.466,76 ευρώ) και μειούμενου του ποσού αυτού κατά το ποσοστό της κριθείσας συνυπαιτιότητάς του, το τελικό ποσό των 3.733,38 ευρώ.

Για το διάστημα από τον Ιανουάριο του 2008 έως και το Σεπτέμβριο του 2008, λαμβάνοντας υπόψη ότι υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης θα λάμβανε επίσης το ποσό των 45 ευρώ ημερησίως και συνολικά το ποσό των 1.125 ευρώ ανά μήνα καθώς και ότι, όπως ομολογείται από τον εκκαλούντα - ενάγοντα, δεν αμφισβητείται ειδικά από τους παριστάμενους εφεσίβλητους και αποδεικνύεται από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, απασχολήθηκε επί 178 ημέρες και έλαβε συνολικά το ποσό των 4.458,90 ευρώ, απώλεσε το συνολικό ποσό των 5.666,10 ευρώ (9 μήνες χ 1.125 ευρώ = 10.125 ευρώ - 4.458,90 ευρώ = 5.666,10 ευρώ) και μειούμενου του ποσού αυτού κατά το ποσοστό της κριθείσας συνυπαιτιότητάς του, το τελικό ποσό των 2.833,05 ευρώ.

Για το διάστημα από τον Οκτώβριο του 2008 έως και το Μάρτιο του 2010, λαμβάνοντας υπόψη ότι υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης θα λάμβανε το ποσό των 47 ευρώ ημερησίως και συνολικά το ποσό των 1.175 ευρώ ανά μήνα καθώς και ότι, όπως ομολογείται από τον εκκαλούντα - ενάγοντα, δεν αμφισβητείται ειδικά από τους παριστάμενους εφεσίβλητους και αποδεικνύεται από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, απασχολήθηκε επί 392 ημέρες και έλαβε συνολικά το ποσό των 10.015,60 ευρώ, απώλεσε το συνολικό ποσό των ευρώ 11.134,40 ευρώ (18 μήνες χ 1.175 ευρώ = 21.150 ευρώ - 10.015,60 ευρώ = 11.134,40 ευρώ) και μειούμενου του ποσού αυτού κατά το ποσοστό της κριθείσας συνυπαιτιότητάς του, το τελικό ποσό των 5.007,80 ευρώ.

Τα παραπάνω εισοδήματα που απώλεσε ο εκκαλών - ενάγων για το χρονικό διάστημα από το Φεβρουάριο του 2006 έως και τον Μάρτιο του 2010, συνολικού ύψους 15.248,17 ευρώ (3.335,22 + 338,72 + 3.733,38 + 2.833,05 + 5.007,80), κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα απεκόμιζε με πιθανότητα, αν συνέχιζε να ασκεί υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης την εργασία του σερβιτόρου που ασκούσε πριν τον τραυματισμό του.

Η εκκαλούμενη απόφαση που για την ίδια αιτία επιδίκασε το υπέρτερο ποσό των 18.168,88 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε και αξιολόγησε το προσαχθέν ενώπιόν της αποδεικτικό υλικό και επομένως ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος της έφεσης της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, πρέπει να γίνει δεκτός μερικά ως ουσιαστικά βάσιμος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών - ενάγων έλαβε από τον ασφαλιστικό του οργανισμό (ΙΚΑ), στον οποίο ήταν ασφαλισμένος, για όλο το χρονικό διάστημα από την πρόκληση του ατυχήματος έως και την 21-4-2006 το συνολικό ποσό των 3.733,03 ευρώ. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην από .../2011 βεβαίωση του ΙΚΑ, υποκατάστημα Καβάλας, ο εκκαλών - ενάγων επιδοτήθηκε λόγω ατυχήματος για την περίοδο από 4-6-2005 (ημερομηνία ατυχήματος) έως την 21-4-2006 με το συνολικό ποσό των 3.733,03 ευρώ.

Όπως προκύπτει από την ανωτέρω αναφερόμενη τελεσίδικη με αριθμό 523/2008 απόφαση του Εφετείου Θράκης, από τα διαφυγόντα εισοδήματα που έκρινε ότι απώλεσε ο και τότε ενάγων κατά το διάστημα από το χρόνο του ατυχήματος και της εντεύθεν ανικανότητάς του προς εργασία (4-6-2005) έως και τον Ιανουάριο του 2006, αφαίρεσε το ποσό των 2.637,26 ευρώ που εισέπραξε ως επιδότηση για την ανικανότητά του προς εργασία από τον εν λόγω ασφαλιστικό φορέα.

Εφόσον από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών - ενάγων εισέπραξε σωρευτικά και τα δύο ποσά, αλλά, αντίθετα, αποδεικνύεται ότι εισέπραξε συνολικά το ποσό των 3.733,03 ευρώ, τμήμα του οποίου αποτελεί το αφαιρεθέν ήδη με την προγενέστερη τελεσίδικη απόφαση ποσό των 2.637,26 ευρώ, πρέπει από το συνολικά επιδικαζόμενο με την παρούσα απόφαση ποσό των 15.248,17 ευρώ να αφαιρεθεί μόνο το ποσό των 1.095,77 ευρώ (3.733,03 - 2.637,26) και όχι το ποσό των 3.733,03 ευρώ, που κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αφαίρεσε η προσβαλλόμενη 162/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, οπότε ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης του εκκαλούντος - ενάγοντος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.

Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τη δεινή οικονομική κρίση που ενέσκυψε στην Ελλάδα ήδη από τον Απρίλιο του 2010 και συνεχίζεται τόσο μέχρι τη συζήτηση των εφέσεων αλλά και θα συνεχισθεί μέχρι και τη λήξη του ένδικου με την αγωγή διαστήματος το μήνα Μάρτιο του έτους 2014, τις δυσμενείς αλλαγές που επέφερε τόσο στη δραστηριότητα των επιχειρήσεων, πλήττοντας, σε μικρότερο βέβαια βαθμό από τις υπόλοιπες, και τις επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, οδηγώντας ικανό αριθμό αυτών σε παύση της λειτουργίας τους, όσο και στις συνθήκες απασχόλησης στη χώρα, οδηγώντας μεγάλα τμήματα του εργατικού δυναμικού σε καθεστώς ανεργίας και επιφέροντας μείωση τόσο της ζήτησης εργασίας όσο και των αποδοχών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, κρίνεται, με βάση και τα διδάγματα κοινής πείρας, ότι ο εκκαλών - ενάγων για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2010 έως και το Μάρτιο του 2014 (ως προς το οποίο η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, έχουσα την έννοια αυτή η χρησιμοποιούμενη από την εκκαλούμενη 162/2012 απόφαση έκφραση "προώρως ασκηθείσα" - για το γεγονός ότι η μελλοντική αποθετική ζημία επιδικάζεται όταν η επέλευσή της είναι βέβαιη και αποδεικνύεται, κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της σχετικής αγωγής, η έκτασή της ως πιθανή και είναι δυνατός ο προσδιορισμός της, ενώ, αντίθετα, απορρίπτεται η σχετική αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, υπό την έννοια ότι δεν επιδικάζεται ως πρόωρη, όταν η ανωτέρω ζημία από την εκτίμηση των αποδείξεων παρίσταται απλά ενδεχόμενη και όχι πιθανή, δηλαδή αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους απρόβλεπτους και αστάθμητους παράγοντες που καθιστούν τελικά την αναγόμενη σε μελλοντικό χρόνο ζημία ως υποθετική και ανεπίδεκτη προσδιορισμού βλ.

ΑΠ 869/2013, ΑΠ 601/2010, ΑΠ 377/2009, ΑΠ 122/2006, ΑΠ 2076/2006 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) θα συνέχιζε να απασχολείται ως σερβιτόρος σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, υπό το καθεστώς της μερικής απασχόλησης που προπεριγράφηκε, επί δεκαπέντε (15) ημέρες κάθε μήνα, λαμβάνοντας ως ημερήσιες μεικτές αποδοχές το ποσό των 20 ευρώ και μηνιαίως το ποσό των 300 ευρώ (20 ευρώ χ 15 ημέρες), ενώ αν είχε πλήρη ικανότητα προς εργασία θα απασχολούνταν επί τις ίδιες ημέρες κάθε μήνα με πλήρες ωράριο, λαμβάνοντας όμως ως ημερήσιες μεικτές αποδοχές το ποσό των 40 ευρώ και μηνιαίως το ποσό των 600 ευρώ (40 ευρώ χ 15 ημέρες).

Επομένως, η σε βάρος του διαφορά ανέρχεται στο ποσό των 300 ευρώ ανά μήνα και συνεπώς για το επίδικο χρονικό διάστημα απώλεσε συνολικά το ποσό των 14.400 ευρώ (48 μήνες χ 300 ευρώ μηνιαίως), το οποίο, μειούμενο κατά το ποσοστό της κριθείσας συνυπαιτιότητάς του, σχηματοποιείται τελικώς στο συνολικό ποσό των 7.200 ευρώ, το οποίο παριστά και τα εισοδήματα που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε και θα αποκομίσει, αν δε μεσολαβούσε το ένδικο ατύχημα.

Συνεπώς τόσο ο δεύτερος λόγος της έφεσης του εκκαλούντος-ενάγοντος, με τον οποίο παραπονείται για την καθ’ ολοκληρίαν ουσιαστική απόρριψη του κονδυλίου των διαφυγόντων εισοδημάτων του για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2012 έως και το Μάρτιο του 2014, όσο και το αντίστοιχο σκέλος του δεύτερου λόγου έφεσης της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας, με τον οποίο παραπονείται ότι κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων κρίθηκε ότι για το διάστημα από τον Απρίλιο του 2008 έως και το Δεκέμβριο του 2011 ο αντίδικός της απώλεσε διαφυγόντα εισοδήματα συνολικού ύψους 20.157,45 ευρώ, τα οποία, μειούμενα κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητάς του, προσδιορίσθηκαν εν τέλει σε 10.063,72 ευρώ, πρέπει να γίνουν μερικά δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι.

Συνακόλουθα όλων όσων αναφέρθηκαν, πρέπει οι ένδικες εφέσεις να γίνουν δεκτές ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμες, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη με αριθμό 162/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και η αναγκαίως συνεκκαλούμενη μόνο ως προς τη μη οριστική της διάταξη με αριθμό 124/2011 απόφαση του ίδιου πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο κατά το άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να δικαστεί η από 15-4-2010 και με αριθμό κατάθεσης 134/2010 αγωγή, να γίνει μερικά δεκτή αυτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να αναγνωριστεί η εις ολόκληρον υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 21.352,40 ευρώ, νομιμότοκα από την επόμενη ημέρα από το χρόνο επίδοσης της αγωγής...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, δηλαδή δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε για τους εξής λόγους: ο 2ος και 3ος λόγος της έφεσης της ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη 3ης αναιρεσίβλητης συνιστούσαν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και απέδιδαν στην πρωτόδικη εκκαλουμένη απόφαση πλημμέλειες για την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με το κεφάλαιο των διαφυγόντων εισοδημάτων, συνεπεία των οποίων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό.

Οι λόγοι αυτοί της έφεσης της ασφαλιστικής εταιρείας (2ος και 3ος) ήταν σαφείς και ορισμένοι (κακή εκτίμηση αποδείξεων) ως προς τις ημέρες και ώρες απασχόλησης και ως προς το ύψος της αμοιβής και δεν απαιτείται να εξειδικεύονται τα σφάλματα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλουμένης απόφασης (ΑΠ 1701/2009), δηλαδή αρκούσε η μνεία στην έφεση, ότι λόγω της κακής εκτίμησης των αποδείξεων υπάρχει σφάλμα στο διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης.

Επίσης, το Εφετείο έκρινε ενιαία τον 2ο και 3ο λόγο της έφεσης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, τους οποίους, σημειωτέον, στο σκεπτικό του αναφέρει ως 2ο λόγο, τόσο στη σελίδα 9α, όπου αντιδιαστέλλει μόνο τον 1ο λόγο έφεσης (περί αοριστίας της αγωγής) από τους λοιπούς (2ο και 3ο) τους οποίους ενιαίως δέχεται ως κακή εκτίμηση των αποδείξεων για το κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων, όσο και στη σελίδα 14α, όπου αναφέρει ότι η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εσφαλμένα εκτίμησε και αξιολόγησε το αποδεικτικό υλικό δεχόμενη ως διαφυγόντα εισοδήματα το ποσό των 18.168,88 ευρώ και κρίνει, ότι πρέπει να γίνει δεκτός ο 2ος και τελευταίος (όπως σε παρένθεση παραθέτει) λόγος της έφεσης της ασφαλιστικής εταιρείας, δηλαδή υπολαμβάνει ενιαίως τους 2ο και 3ο λόγους, ως τον 2ο και τελευταίο λόγο της έφεσης, χωρίς να τους ξεχωρίζει.

Εξάλλου, με το 2ο λόγο της έφεσης η ασφαλιστική εταιρεία αμφισβήτησε γενικά τις ημέρες και ώρες ημιαπασχόλησης και ειδικά το διάστημα Ιανουάριος 2007 έως Απρίλιος 2008 (θετική ενεστώσα ζημία), ενώ στον 3ο λόγο της έφεσης, που τον χαρακτηρίζει, ότι αφορά μέλλουσα ζημία, δηλαδή για το χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής, (Απρίλιο 2010 έως Μάρτιο 2014) η ασφαλιστική εταιρεία αρνείται γενικά την αγωγή και στη συνέχεια, ειδικά, αξιολογεί το διάστημα Μάϊος 2008 έως Μάρτιο 2010, που αφορούσε όμως χρόνο πριν την άσκηση της αγωγής (δηλ.

θετική ενεστώσα ζημία) και συγχρόνως και την επιδικασθείσα μέλλουσα ζημία (Απρίλιος 2010 έως Δεκέμβριος 2011).

Συνεπώς, εφόσον ο 2ος και 3ος λόγος της έφεσης της ασφαλιστικής εταιρείας αφορούσαν την κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και κρίθηκαν ουσιαστικά βάσιμοι, κατ’ άρθρ. 535 ΚΠολΔ, ορθά το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή κατ’ ουσίαν και λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος (522 ΚΠολΔ) ήταν υποχρεωμένο το Εφετείο να επανεκτιμήσει καθολικά την ουσία της υπόθεσης, χωρίς μάλιστα να περιορίζεται μόνο από τα παράπονα της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας. Πρέπει να σημειωθεί επίσης, ότι η παραβίαση των διατάξεων για το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης ιδρύει τον λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 1437/2012, ΑΠ 279/2015), περίπτωση, όμως, που δεν συντρέχει εν προκειμένω, εφόσον οι λόγοι έφεσης δεν ήταν αυτοτελείς ισχυρισμοί, αλλά συνιστούσαν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και συνεπώς δεν αποτελούν πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 (ΑΠ 1479/2014), ώστε να εμπίπτουν στην ανωτέρω πλημμέλεια. Κατόπιν όλων αυτών ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ (επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατόπιν τούτου και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της 3ης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 176, 181 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της απόφασης, ενώ δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα ως προς τον 2ο αναιρεσίβλητο, διότι λόγω της ερημοδικίας του δεν έχει υποβληθεί σε αυτά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την από 23-12-2015 (αρ. κατ. …2015) αίτηση για αναίρεση της υπ’ αρ. 40/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ, ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο Α. Κ. του Γ..

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους 2ο και 3η των αναιρεσιβλήτων.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης 3ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, που καθορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ