Supreme Court quashes appeal court decision for admitting evidence illegally under Article 559 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the appeal court's decision to admit evidence regarding the authenticity of documents without first verifying their legality. The appellant argued that the documents were forged, while the lower court treated them as full proof due to the priest's public status. The court ruled that the appeal court erred by evaluating the evidence's content before determining if it violated statutory rules on admissibility.
Legislator headnote
AI generatedArticles 438, 439, 440, 441, 559(11)(a) of the Code of Civil Procedure: Evidence must be examined for legality before its probative value is assessed; admitting evidence that the law prohibits constitutes a procedural error requiring the case to be remitted for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1163 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1163/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Φ. του Χ. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Καρανίκο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Λ. του Δ. κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γκρινιαράκη .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13762/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 730/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-6-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 30-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.α’ ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ. "Έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό, ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιον του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτήν την βεβαίωση.
Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού". Κατά το άρθρο 440 ιδίου Κώδικα"Τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη".
Εν τέλει, κατά το άρθρο 441 Κ.Πολ.Δ.: "Τα έγγραφα που συντάσσονται σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 439 για τη σύσταση ή τη βεβαίωση δικαιοπραξίας αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. 2.Όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 ισχύουν και για όσα αναφέρονται αφηγηματικά στο έγγραφο, εφόσον έχουν άμεση σχέση με το κύριο αντικείμενο του εγγράφου.
Όσα δεν έχουν άμεση σχέση θεωρούνται ως αρχή έγγραφης απόδειξης". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νομίμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό, τέτοιος δε είναι και ο ιερέας, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του , όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει, εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη , εκτός εάν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό από δικηγόρο εφοδιασμένο με ειδικό πληρεξούσιο κ.λ.π., στη δεύτερη δε περίπτωση (του άρθρου 440) χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις πανηγυρικές αυτές διατυπώσεις (ΑΠ 443/1992).
Η πλαστογραφία μπορεί να συνίσταται, είτε στην σύνταξη εξ αρχής πλαστού εγγράφου (κατάρτιση), είτε στην αλλοίωση της εννοίας γνησίου εγγράφου με την εξάλειψη ή προσθήκη λέξεων, αριθμών ή σημείων (νόθευση), είτε, στην περίπτωση του δημοσίου υπαλλήλου ή λειτουργού, στην εκ μέρους του συντάκτου ή του εκδότου βεβαίωση επί του εγγράφου ψευδών περιστατικών (ΑΠ 714/2014).
Αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί αυτή να προβληθεί σε κάθε στάση της δίκης, πρωτοδίκως και κατ’ έφεση και συνεπώς και κατά την ενώπιον του Αρείου Πάγου δίκη, με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή κατ’ ένσταση με τις προτάσεις ή και προφορικώς, όταν δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή εγγράφων προτάσεων, με δήλωση η οποία καταχωρείται στα πρακτικά του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, ασκήθηκε αγωγή από την αναιρεσίβλητη για αποζημίωσή της, σύμφωνα με τα άρθρα 1346 επ. ΑΚ., επειδή ο εναγόμενος, κατ’ εκείνην, διέλυσε την μνηστεία τους χωρίς σπουδαίο λόγο. Η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο δε αναιρεσείων, αρνούμενος την αγωγή, άσκησε έφεση και με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, στο οποίο παρέστη μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, προέβαλε τον ακόλουθο ισχυρισμό: "ΕΝΣΤΑΣΗ ΠΛΑΣΤΟΤΗΤΑΣ-ΑΡΝΗΣΗ ΓΝΗΣΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ..".Στην προκειμένη περίπτωση ουδέποτε υπέγραψα τα απαραίτητα για την τέλεση του υποτιθέμενου γάμου μου με την αντίδικο, Ε.
Λ. στις 10.05.2009 έγγραφα και συγκεκριμένα: 1) την υπ’ αριθμ…./27-4-2009 πράξη προσδιορισμού επωνύμου τέκνων του εφημέριου του ιερού Ναού ..., Α. Φ., την οποία προσκομίζω σε επικυρωμένο αντίγραφο και επικαλούμαι αλλά ούτε και 2) την υπ’ αριθμ…./27-4-2009 υπεύθυνη δήλωση (αίτηση) χορηγήσεως αδείας για τέλεση γάμου, που προσκομίζω σε επικυρωμένο αντίγραφο και επικαλούμαι...βάσει της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθμ....28-4-2009 άδεια γάμου της Ιεράς Μητρόπολης ..., ούτε βέβαια προσήλθα στις 27-04-2009 στον ιερό Ναό ...
ή οπουδήποτε αλλού, όπως αναληθώς ισχυρίζεται η καθ’ ής και δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση... Παρόλα ταύτα τα ως άνω επίδικα έγγραφα φέρονται να έχουν υπογραφεί από εμένα τον ίδιο παρόλο που ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο και χωρίς να επισκεφθώ τον Ιερό Ναό του ... και προσωπικά τον εφημέριο Α. Φ. ή οποιονδήποτε άλλο.
Τούτο συνέβη διότι η αντίδικος Ε. Λ. ενεργώντας εν αγνοία μου και χωρίς την συγκατάθεσή μου, έχοντας προφανώς στα χέρια της δείγματα της υπογραφής μου εξαιτίας της σχέσεως μας αλλά και του προγραμματισμένου για τις 30.12.2007 γάμου μας, χωρίς δικαίωμα έθεσε κατ’ απομίμηση την υπογραφή μου στα προαναφερόμενα έγγραφα στη θέση οι "δηλούντες" και "Οι μελλόνυμφοι" αντίστοιχα, η οποία είναι ως εκ τούτου πλαστή, εμφανίζοντας με τον τρόπο αυτό εμένα ψευδώς να δηλώνω όσα στα εν λόγω έγγραφα αναφέρονται.
Είναι σαφές ότι χωρίς την υπογραφή μου δεν ήταν δυνατόν να εκδοθεί η υπ’ αριθμ. ...28.04.2009 άδεια γάμου και έτσι να στηρίξει η αντίδικος στη συνέχεια τα όσα επικαλείται σε βάρος μου και να επιδιώξει την αιτηθείσα με την αγωγή της αποζημίωση. Τα εν λόγω έγγραφα συνεπώς είναι ουσιώδη για την διάγνωση της υπό κρίση υποθέσεως.
Το ότι βέβαια πλαστογραφήθηκε η υπογραφή μου στα επίδικα έγγραφα, τα οποία σημειωτέον ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης εν αγνοία μου και χωρίς την συναίνεση μου αποδεικνύεται και από μια σειρά γεγονότων και αποδείξεων όπως...". Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του, ο αναιρεσείων προσεκόμισε στο Εφετείο τα από τον ίδιο επικαλούμενα με τις προτάσεις του έγγραφα και ανέφερε και τους μάρτυρές του.
Από το περιεχόμενο του εν λόγω ισχυρισμού προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων προσέβαλε νομίμως ενώπιον του Εφετείου τα ανωτέρω δύο έγγραφα ως πλαστά, κατονόμασε ως πλαστογράφους αμέσως μεν την αντίδικό του, εμμέσως δε τον εκδόσαντα αυτά αρμόδιον λειτουργό-ιερέα, ο οποίος, κατά τον αναιρεσείοντα, ψευδώς εβεβαίωσε στα έγγραφα ότι προσήλθε αυτός ενώπιόν του και εδήλωσε τα αναφερόμενα στα δύο έγγραφα και ανέφερε προς απόδειξη του ισχυρισμού του τα έγγραφα και τους μάρτυρες.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, διέλαβε τα εξής: "Ο εναγόμενος, στην προσπάθειά του να υποστηρίξει ότι δεν είχε καμμία σχέση με την ενάγουσα μετά τις 30-12-2007 και συνακόλουθα αυτός δεν προέβη σε καμμία προετοιμασία για τον εν λόγω γάμο, ισχυρίζεται με τις προτάσεις που κατέθεσε στην παρούσα δίκη, ότι η υπογραφή που υπάρχει στα δύο αυτά έγγραφα (υπ’ αριθ.
…/27-4-2009 πράξη προσδιορισμού επωνύμου των τέκνων και υπ’ αριθ. πρωτ. …/27.4.2009 υπεύθυνη δήλωση) και φέρεται ότι ετέθη από τον ίδιο, δεν είναι γνήσια, αλλά ετέθη (πλαστογραφήθηκε) από την ενάγουσα. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός, ανεξάρτητα από το αν έχει υποβληθεί νομότυπα, είναι σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, μη νόμιμος, δεδομένου ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι δημόσια, εφόσον στην κατάρτιση αυτών προέβη ο ιερέας, ο οποίος πέραν της θρησκευτικής του ιδιότητας, είναι και δημόσιος λειτουργός.
Συνεπώς, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσον ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ή ότι έγιναν ενώπιον του, όσον και ως προς όσα βεβαιώνονται σ’ αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο. Στην ως άνω περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό. Ο εναγόμενος χωρίς να προσβάλλει αυτά τα έγγραφα ως πλαστά, απλώς διατείνεται ότι αυτός δεν προσήλθε ενώπιον του ιερέως και δεν τα υπέγραψε, αλλά έθεσε επ’ αυτών κατ’ απομίμηση την υπογραφή του η ενάγουσα εν αγνοία του, πλην όμως στα εν λόγω έγγραφα βεβαιώνεται από τον Ιερέα που συνυπογράφει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον αυτού (Ιερέως).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος...". Με την κρίση του αυτήν, το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη τα έγγραφα αυτά, χωρίς να εξετάσει τον περί πλαστότητας ισχυρισμό του εναγομένου υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ.α’ Κ.Πολ.Δ., αφού εκτίμησε τα έγγραφα πριν διαπιστώσει, ως όφειλε, αν εμπίπτουν στη μη επιτρεπόμενα από τον νόμο αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο σχετικός, κατ’ εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.α’ Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Ακολούθως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ.730/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ